Στα νέα επεισόδια της σειράς, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι, ο Σταύρος και η Ασπασία δεν θέλουν να δεχτούν ότι η Στέλλα πεθαίνει. Την ίδια στιγμή, η Ιουλία είναι στο αστυνομικό τμήμα, όπου την ενημερώνουν ότι έχουν αποδείξεις ότι ο Κολιοπάνος σκότωσε τον Φωκά. Ταυτόχρονα η Μαγδαληνή λέει στον Οδυσσέα και στον Ιάκωβο ότι έλαβε ένα απειλητικό τηλεφώνημα, αλλά ο Ιάκωβος τη διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, απλώς κάποιος ήθελε να τους τρομοκρατήσει.

Οι εβδομαδιαίες εξελίξεις της σειράς του ALPHA, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Η Ιουλία ενημερώνει τους γονείς του Φωκά για όσα της είπαν στην αστυνομία και η Ευανθία αναρωτιέται: «Μου κάνει εντύπωση που ο Πετράκος δεν κάλυψε τον φίλο του…». Στη συνέχεια συζητάνε για την κηδεία και η Ευανθία της λέει να ταφεί ο Φωκάς στη Θεσσαλονίκη. «Να πάρεις και τα κορίτσια και να έρθεις κι εσύ κοντά μας», της προτείνει αλλά η Ιουλία δεν δέχεται: «Σ’ αυτό το σπίτι ζήσαμε τις πιο ευτυχισμένες στιγμές. Εδώ γεννήθηκαν οι κόρες μας. Αυτήν τη στιγμή μου είναι αδύνατον να φύγω», της απαντάει.

Η Μάρθα φέρνει μια εφημερίδα στην Ξένια όπου στα κοσμικά είναι εκείνη με τον Θαλή και ενθουσιάζεται: «Επιτέλους, έπαψε να σε κρατάει κρυμμένη», της λέει η Μάρθα. Στο νοσοκομείο η Ασπασία με τον Σταύρο προσπαθούν να μιλήσουν στη Στέλλα. «Δεν βγήκαν καλές οι εξετάσεις μου. Το ήξερα, αφού το νιώθω», λέει το κορίτσι. Την ίδια στιγμή, η Καίτη πηγαίνει στο γραφείο της Μελισσάνθης και της λέει ότι η Μαργκερίτ δεν έκανε πρόβα το νυφικό, καθώς, όπως της είπε, ο γάμος ακυρώθηκε: «Δεν ρώτησα γιατί. Το κορίτσι ήταν κουρέλι», της λέει και η Μελισσάνθη αναστατώνεται «Η Θεώνη είχε δίκιο», μονολογεί. Η Μαγδαληνή ρωτάει την Τζένη τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ πριν από χρόνια, ενώ ο Ιάκωβος λέει στον Πέτρο να δεχτεί την πρόταση του Οδυσσέα για το λαθρεμπόριο. «Ηρθε η ώρα να επιστρέψουμε, και μάλιστα δυναμικά», του λέει, αλλά ο Πέτρος διαφωνεί: «Πιστεύω ότι ρισκάρουμε. Η αστυνομία είναι στο κατόπι σου». Παράλληλα, η Ασπασία προσπαθεί να δώσει δύναμη στην κόρη της: «Εσύ θα νικήσεις, όχι η αρρώστια», της λέει, αλλά η Στέλλα της ξεκαθαρίζει: «Οχι άλλες θεραπείες, μαμά. Δεν αντέχω. Ας ζήσω όσο είναι να ζήσω χωρίς να υποφέρω άλλο…».

Η Ιουλία ζητά από τον Σίμο να δει τον Κολιοπάνο. «Θέλω να πει μπροστά μου ότι αυτός σκότωσε τον Φωκά και να μου πει τι ρόλο έπαιξε η Λέλα. Την ξέρω καλά αυτήν τη γυναίκα, δεν διστάζει μπροστά σε τίποτε και σε κανέναν», του λέει. Την ίδια στιγμή η Μελισσάνθη συναντιέται με τον Αγγελο: «Μου έκανες το καλύτερο δώρο. Ενα παιδί δικό σου και δικό μου. Θέλω να κερδίσω τον χαμένο χρόνο. Εδώ έχω τρία εισιτήρια για το Παρίσι. Μπορούμε να φύγουμε οι τρεις μας», της λέει, αλλά εκείνη τον προσγειώνει: «Αλήθεια, πιστεύεις ότι θα άφηνα ποτέ τον Απόστολο; Οτι θα του στερούσα το παιδί του; Ο Γεράσιμος ξέρει τον Απόστολο για πατέρα του κι αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει», του απαντάει. Ο Αγγελος τα χάνει: «Μη μου μιλάς έτσι», της λέει. «Σου μιλάω όπως κάθε λογική γυναίκα που δεν θα θυσίαζε την ευτυχία του γιου της για ένα εφήμερο πάθος. Εμείς δεν θα είμαστε ποτέ μαζί. ΠΟΤΕ!», του απαντάει κι εκείνος τη διώχνει.

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι Ασπασία

Στο μεταξύ η Ιουλία μιλάει στον Κολιοπάνο. «Η Λέλα σκότωσε τον άνδρα μου;», τον ρωτάει κι εκείνος το παραδέχεται. «Ναι, δουλειά της Λέλας ήταν. Ηθελε να βγάλει από τη μέση όχι μόνο τον Φωκά, αλλά κι εμένα. Πρόσεχέ την, Ιουλία. Τα κορίτσια σου έμειναν ορφανά από πατέρα, δεν χρειάζεται να μείνουν κι από σένα…», της λέει. Την ίδια ώρα ο Αλέξανδρος μιλάει με τον Οδυσσέα κι αμέσως μετά ειδοποιεί τους δικούς του: «Το σχέδιο προχωράει κανονικά. Οι Σκλαβοδήμοι έπεσαν μόνοι τους στην παγίδα».

Η Ξένια μετά την παράσταση περιμένει τον Θαλή, εκείνος όμως έχει βγει με τη βοηθό της, τη Μαίρη, κι εκείνη, απογοητευμένη, γυρίζει στο σπίτι, όπου η Μαγδαληνή της τηλεφωνεί και της λέει για τον θάνατο του Φωκά. Λίγο αργότερα έρχεται ο Θαλής και η Ξένια πάει να του κάνει σκηνή, αλλά αυτός της το ξεκόβει και πάει να φύγει. Η Ξένια πέφτει στα πόδια του: «Μείνε, μη φύγεις! Δεν θα σε ξαναρωτήσω ποτέ πού πας και με ποιον είσαι, αρκεί να έρχεσαι σε μένα», του λέει. Παράλληλα ο Αγγελος λέει στη Μαργκερίτ ότι ο γάμος θα γίνει κι εκείνη κάνει πρόβα νυφικού στο σπίτι της Μελισσάνθης. Την ίδια ώρα η Λητώ λέει στον Κωνσταντίνο να πείσουν την Ξένια να σταματήσει να βλέπει τον Θαλή: «Ο Θαλής απλώς διασκεδάζει. Το ξέρεις ότι υπάρχουν φήμες ότι θα παντρευτεί την κόρη του μεγαλοεισαγωγέα, τη Σύλια Καμπάνη;», της λέει. Παράλληλα ο Αγγελος πηγαίνει στο γραφείο του Απόστολου και του αποκαλύπτει την αλήθεια: «Είμαι ερωτευμένος με άλλη γυναίκα και μαζί της έχω ένα παιδί. Αυτή η γυναίκα είναι η Μελισσάνθη». Ο Απόστολος με ψυχραιμία κάνει πως δεν ακούει τίποτα: «Είναι θαυμάσιο κορίτσι η Μαργκερίτ και είμαι σίγουρος ότι θα γίνει αξιοζήλευτη μάνα και σύζυγος. Αυτό το ζευγάρι χρυσά μανικετόκουμπα είναι το δώρο μου για σένα. Είχα σκοπό να σου τα δώσω την ημέρα του γάμου σου, αλλά δεν πειράζει. Εχουν χαραγμένα πάνω τα αρχικά σας, Α και Μ… Τώρα πρέπει να φύγεις όμως. Εχω πολλή δουλειά», του λέει και ο Αγγελος φεύγει σχεδόν τρέχοντας.

Ο Αγγελος γυρίζει σπίτι, πίνει και κλαίει έχοντας τη φωτογραφία της Μελισσάνθης στο κομοδίνο του. Ντύνεται γαμπρός. Το βράδυ, ενώ η Μελισσάνθη κοιμάται με τον Απόστολο, ένας δυνατός θόρυβος τους ξυπνάει: «Ο κύριος Αγγελος είναι. Το αμάξι του πήρε φωτιά! Βοήθεια!», φωνάζει η Γιασεμή. Την ίδια ώρα ο Σταύρος και η Ασπασία είναι απελπισμένοι και η Ασπασία του λέει ότι συμφωνεί να μην πάνε το παιδί στην Αθήνα, αλλά θέλει να χωρίσουν: «Είναι μάταιο να προσπαθούμε. Ο γάμος μας έχει τελειώσει πριν από χρόνια… Από εκείνο το βράδυ που σας είδα να φιλιέστε με τη Δέσποινα». Παράλληλα, η Τερέζα κλέβει ένα βιβλίο με τα οικονομικά της εταιρείας του Ιάκωβου και το βράδυ η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι και τον συλλαμβάνει για οικονομικές ατασθαλίες. Ο Αγγελος χαροπαλεύει στο νοσοκομείο, ενώ η Θεώνη και η Μαργκερίτ περιμένουν με αγωνία και σπαράζουν, με τον Απόστολο να τους δίνει κουράγιο, ενώ η Μελισσάνθη, γεμάτη τύψεις, προσεύχεται για τη ζωή του. Τα νέα όμως είναι δυσάρεστα. «Δυστυχώς, ο Αγγελος δεν τα κατάφερε» λέει ο γιατρός στη Θεώνη κι εκείνη χάνει τις αισθήσεις της, ενώ η Μαργκερίτ ουρλιάζει.

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Η Ξένια μιλάει με τη Μάρθα για τον Θαλή: «Τι έχω πάθει; Αν δεν τον δω μια μέρα, κοντεύω να τρελαθώ κι αυτός έρχεται και φεύγει χωρίς καμία εξήγηση. Τι κάνω λάθος;», τη ρωτάει. «Πήγαινε και ρώτησέ τον τι θέλει πραγματικά από σένα», τη συμβουλεύει η Μάρθα. Την ίδια ώρα ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον πατέρα του στο κρατητήριο: «Ο εισαγγελέας δεν θα με κρατήσει. Εκείνο που πρέπει να μάθουμε όμως είναι ποιος έδωσε στην αστυνομία αυτό το βιβλίο. Το πήρε κάποιος που μπαινοβγαίνει στο σπίτι μας. Ή ο Αλέξανδρος ή η φίλη της Μαγδαληνής». Λίγο αργότερα η Τζένη πηγαίνει να τον δει και ο Ιάκωβος τη βάζει να μάθει τα πάντα για τον Αλέξανδρο.

Η Μάρθα, θορυβημένη με την κατάσταση της Ξένιας, μιλάει με τον Στάθη: «Σκέφτομαι να την αφήσουμε με τη Βασιλική τώρα που θα φύγουμε ταξίδι», του λέει. Την ίδια ώρα ο Σταύρος λέει στη μάνα του ότι η Ασπασία του ζήτησε να χωρίσουν και η κυρα-Στέλλα τον παρακαλεί: «Ζήτησέ της να ξαναπροσπαθήσετε για τελευταία φορά. Για μένα, σε παρακαλώ». Στο μεταξύ η Μελισσάνθη πηγαίνει στη θάλασσα και την πιάνει αμόκ, δίπλα της όμως είναι ο Απόστολος: «Εχουμε ένα παιδί. Ο,τι και να νιώθεις για τον Αγγελο δεν έχεις κανένα δικαίωμα να του στερήσεις τη μητέρα του», της λέει κι εκείνη απορεί: «Δεν θα με ρωτήσεις γιατί είμαι έτσι για τον Αγγελο;». Ο Απόστολος κλαίει: «Δεν έχω κανέναν λόγο να σε ρωτήσω», της απαντάει και η Μελισσάνθη πέφτει στην αγκαλιά του. «Θέλω να τον δω για τελευταία φορά», του λέει. Επειτα από λίγο πηγαίνει στον θάλαμο που έχουν τον Αγγελο, αλλά εκεί μπαίνει και η Θεώνη. «Δεν έχεις καμία θέση εδώ μέσα. Φύγε! Δεν θέλω να έρθεις στην κηδεία του παιδιού μου!», της λέει. Η μικρή Στέλλα δεν είναι καλά και ζητάει από την Ασπασία να της τραγουδήσει. Η μάνα της με πόνο αρχίζει ένα όμορφο λυπητερό τραγούδι. Λίγο μετά η Θοδώρα έρχεται κοντά με την Ασπασία και της λέει ότι θέλει να τους βλέπει με τον Σταύρο μαζί κι αγαπημένους. Την ίδια στιγμή ο Κολιοπάνος δίνει ένα στοιχείο στον Σίμο που μπορεί να καταστρέψει τη Λέλα και ο Σίμος πηγαίνει στο γραφείο και βρίσκει κρυμμένα έγγραφα φωτιά και πηγαίνει κατευθείαν στην Ιουλία. Η Ξένια μιλάει στον Θαλή αποφασισμένη: «Θέλω να ξέρω τι ρόλο παίζω στη ζωή σου. Δεν ξέρω πού μένεις, δεν ξέρω το τηλέφωνό σου. Αν έρθεις, ήρθες, δεν ξέρω πού να σε βρω…», του λέει, αλλά εκείνος για ακόμα μια φορά την τουμπάρει. Στο μεταξύ, ο Απόστολος συμπαραστέκεται με αγάπη στη γυναίκα του, ενώ η μικρή Στέλλα ρωτάει την Ασπασία: «Οταν θα πεθάνω, θα χωρίσετε, έτσι δεν είναι;».

Ο Κωνσταντίνος αποκαλύπτει στην Ξένια ότι ο Θαλής θα παντρευτεί μια πλούσια, τη Σύλια Καμπάνη, αλλά η Ξένια δεν το πιστεύει: «Είναι δυνατόν να μη γελάω μ’ αυτά που ακούω;», του λέει. Στο μεταξύ, ο Ιάκωβος αποφυλακίζεται και βάζει σκοπό να μάθει ποιος τον κάρφωσε, ενώ η Ιουλία με τον Σίμο και την Ευγενία αθόρυβα προσπαθούν να βρουν τον υπαίτιο. Παράλληλα, οι γονείς του Θαλή τον πιέζουν να διακόψει με την Ξένια: «Η μάνα μου με απείλησε ότι θα πάρει ένα μπουκάλι χάπια αν δεν χωρίσω», λέει στον φίλο του. Την ίδια ώρα ο Αλέξανδρος φλερτάρει έντονα τηΜαγδαληνή και σκύβει να τη φιλήσει, εκείνη όμως του δίνει ένα χαστούκι. «Πώς τολμάς; Τι φαντάστηκες; Οτι επειδή έμεινα λίγο παραπάνω χρόνο μαζί σου. έχεις το δικαίωμα να μου ριχτείς;», του λέει. Ο Σταύρος ζητάει από τη Δέσποινα να είναι μαζί και της λέει ότι την αγαπάει και ότι θα κάνει τα πάντα: «Εχω πάρει την απόφασή μου. Θα φύγω, θα μετακομίσω στην Αθήνα», του απαντάει και τον διώχνει. Λίγο αργότερα η Ασπασία του λέει «Καλά έκανες που κοιμήθηκες στης Δέσποινας» και ο Σταύρος της απαντάει: «Δεν ξέρω, πηγαίνει στην Αθήνα. Μπορεί να θέλει να κάνει ένα νέο ξεκίνημα ή μπορεί να μην πίστεψε ότι χωρίζουμε οριστικά». Την ίδια στιγμή ο Χρήστος βλέπει τον Απόστολο σε κακή κατάσταση κι εκείνος του ανοίγει την καρδιά του: «Θέλω να μου ορκιστείς πως ό,τι πούμε θα μείνει μέσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Η γυναίκα μου και ο Φλεριανός είχαν ερωτική σχέση. Το ξέρω, όπως ξέρω και ότι ο Γεράσιμος είναι παιδί του Αγγέλου. Ο Φλεριανός μου το είπε λίγο πριν σκοτωθεί. Δεν είπα τίποτε. Αυτό είναι το τίμημα για να έχω μια οικογένεια, μια γυναίκα κι ένα παιδί. Θα προσπαθήσω να τη στηρίξω μέχρι να κλείσει η πληγή της και μέχρι να ξεχάσει, αν γίνει ποτέ αυτό. Και βέβαια δεν θα της μιλήσω ποτέ. Τιμωρήθηκε πολύ σκληρά γι’ αυτόν τον έρωτά της. Ο Γεράσιμος θα είναι πάντα γιος μου κι αν ποτέ η Μελισσάνθη θελήσει να του πει την αλήθεια, δεν θα την εμποδίσω», του λέει.

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι Ξένια

Η Ιουλία δέχεται μέσα στη νύχτα την επίσκεψη του Στέφανου, που την ενημερώνει ότι μέχρι στιγμής δεν έχει βρει τα στοιχεία που ψάχνει. Η Ευανθία τη βλέπει από το παράθυρο και τη ρωτάει: «Πες μου, σε παρακαλώ, ποιος ήταν αυτός που χτύπησε μέσα στη νύχτα». Η Ιουλία της εξηγεί ότι είναι εργάτης που είχε ο Φωκάς και ήθελε να τη συλλυπηθεί, αλλά η Ευανθία βάζει άλλα με το μυαλό της. «Πες μου την αλήθεια», της λέει και η Ιουλία της αποκαλύπτει: «Δεν σκότωσε ο Κολιοπάνος τον Φωκά. Είμαι βέβαιη ότι είναι μπλεγμένη η Λέλα. Είναι εξαφανισμένη». Στο μεταξύ, η Μαγδαληνή λέει στην Τζένη ότι ο Αλέξανδρος της ρίχτηκε. «Είχε δίκιο ο Ιάκωβος. Από τότε που εμφανίστηκε αυτός ο τύπος άρχισαν όλα τα προβλήματα…» της απαντάει η Τζένη. Την ίδια ώρα ο γιατρός λέει στον Κυριάκο ότι πρέπει να κάνει εγχείρηση καρδιάς, ενώ η Θεώνη επισκέπτεται τη Μελισσάνθη στο γραφείο της: «Σήμερα ανοίχτηκε η διαθήκη του Αγγελου. Τελευταία του επιθυμία ήταν να περάσει το σπίτι στο Λαγονήσι στον Γεράσιμο. Μέχρι την ενηλικίωσή σου θα το διαχειρίζεσαι εσύ όπως και τα χρήματα που του είχε αφήσει ο πατέρας του. Ο γιος μου ήθελε να κάνει δωρεά στο ορφανοτροφείο. Ελπίζω να διαχειριστείς καλά τα χρήματα…», της λέει.

Η Μάρθα λέει στην Ξένια ότι την επομένη θα πάνε ταξίδι με τον Στάθη και της ζητάει να έχει τον νου της στην κόρη της. Παράλληλα, η κυρα-Στέλλα έχει σοβαρό πρόβλημα με το πόδι της αλλά το κρύβει απ’ όλους. Ο κυρ-Αλέκος όμως παρατηρεί πόσο χάλια είναι και της λέει ότι το πρωί θα πάνε στον γιατρό. Ομως δεν προλαβαίνουν. Ο κυρ-Αλέκος πάει να φέρει κάτι να φάνε και γυρνώντας τη βρίσκει νεκρή. Την ίδια ώρα, η Ασπασία επισκέπτεται τη Δέσποινα: «Ο γάμος μας με τον Σταύρο τελείωσε μια για πάντα. Δεν θα σταθώ εμπόδιο ανάμεσά σας. Ο Σταύρος σ’ αγαπάει και σε χρειάζεται», της λέει. «Εμένα με ρώτησε ποτέ κανείς τι χρειάζομαι; Τι θέλω; Πώς άντεξα; Πώς ακόμα αντέχω;», της απαντάει εκείνη και νιώθει να ζαλίζεται. «Δέσποινα, κοίταξέ με. Είσαι έγκυος;», τη ρωτάει η Ασπασία κι εκείνη της ζητάει να μην πει τίποτα στον Σταύρο. Η Ξένια περιμένει μάταια τον Θαλή και αναγκάζεται να του τηλεφωνήσει στο σπίτι, αλλά η υπηρέτρια της λέει ότι δεν μπορεί να διακόψει να της μιλήσει. Η Τζένη μαθαίνει πράγματα για τον Αλέξανδρο και την ώρα που μιλάει με τον Ιάκωβο εκείνος μπαίνει και τη σημαδεύει με όπλο…