Δύο μήνες μετά… οι πέντε αδελφές επιστρέφουν στο Σπίτι δίπλα στο ποτάμι, στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, κουβαλώντας όσα έχασαν και όσα άντεξαν. Η τελευταία σκηνή είναι αυτή που θα συγκινήσει, ενώ ακόμα έχουμε να δούμε άλλον έναν θάνατο.

Το συγκλονιστικό φινάλε της σειράς, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Πρώτη φτάνει η Μελισσάνθη στο σπίτι της, στο πατρικό της. Η Θεοδώρα τρελαίνεται από τη χαρά της και τρέχει να την αγκαλιάσει. Οι δύο γυναίκες κάθονται μαζί και η Μελισσάνθη της εξιστορεί με κάθε λεπτομέρεια όσα έγιναν. «Εχεις τρεις άνδρες στον ουρανό να σ’ αγαπάνε και μια γυναίκα στη γη. Πήγαινε, παιδί μου, να ξεκουραστείς», την προτρέπει η Θεοδώρα, ενώ μέσα της «καίγεται» από το κακό που βρήκε το παιδί της.

Δεύτερη φτάνει η Ασπασία μαζί με την κόρη της. Η Ασπασία μπαίνει στο παγωμένο ποτάμι σαν να θέλει να ξεπλύνει την ντροπή που ένιωθε για όσα εκείνη πιστεύει ότι οδήγησαν στον θάνατο την κόρη της, τη Στέλλα. Η μικρή Θοδώρα τη βλέπει, ενώ η μάνα της, η Θεοδώρα, τρέχει να τη σκεπάσει να μην κρυώσει. «Γύρισες. Τώρα όλα θα πάνε καλά», της λέει και τη ρωτάει πού είναι η άλλη της κόρη. «Μας βλέπει από ψηλά», της απαντάει και η Θεοδώρα σοκάρεται. Το βράδυ η δύο αδελφές εξιστορούν η μία στην άλλη όσα έζησαν. «Εγώ γύρισα με άδεια την αγκαλιά μου, ενώ εσύ έχεις τη μία κόρη σου. Και τι δεν θα ’δινα να είχα το παιδί μου…», λέει με δάκρυα στα μάτια η Μελισσάνθη.

Τρίτη φτάνει η Ξένια. Μαζί της είναι και η μικρή Βασιλική, που έχει ξετρελαθεί με τον τόπο. Φτάνουν στο σπίτι και αντικρίζει τις άλλες δύο αδελφές της. Αγκαλιάζονται σφιχτά όλες μαζί. Η Θεοδώρα δεν μπορεί να πιστέψει ότι μία-μία οι κόρες της φτάνουν εκεί. Αγκαλιάζει και τη Βασιλική, την «εγγονή» της: «Για μένα είναι σαν να έχει βγει από σένα αυτό το παιδί. Είναι εγγόνι μου, είναι αίμα μου!», λέει στην Ξένια. Το βράδυ η άλλοτε σταρ του κινηματογράφου εξιστορεί με δάκρυα στις αδελφές της όσα άσχημα έζησε. «Τελικά σταθήκαμε τόσο αχάριστες, που δεν ξέρω αν μας φτάνει ακόμη μια ζωή για να εξιλεωθούμε», σχολιάζει η Μελισσάνθη και όλες συμφωνούν.

Τέταρτη φτάνει η Μαγδαληνή. Πέφτει στην αγκαλιά των αδελφών της και νιώθει πως θα λιποθυμήσει από τη χαρά της. Δεν περίμενε πως θα τις αντίκριζε ξανά εκεί, στο πατρικό της. Τα παιδιά μαζεύονται και παίζουν. «Μάνα, επειδή θα ζήλευες που μαζευτήκαμε οι αδελφές, σου φέραμε και τη δική σου», λένε τα κορίτσια στη μάνα τους και εμφανίζεται και η Αννα μπροστά της. «Συγγνώμη για ό,τι προκάλεσα στη ζωή του παιδιού σου. Την πήρα μαζί μου για ένα καλύτερο μέλλον και την κατέστρεψα», απολογείται η Αννα και η Θεοδώρα της απαντάει: «Δεν έχουν νόημα όλα αυτά. Η Μαγδαληνή μόνη της αποφάσισε να φύγει, δεν την πήρες με το ζόρι. Κι οι άλλες μόνες τους έφυγαν. Η καθεμία κουβαλάει από έναν σταυρό, και τώρα που επέστρεψαν ελπίζω να γαληνέψουν. Μόνο η Μελισσάνθη έχασε τα πάντα. Οι άλλες έχασαν άνδρες, παιδιά, αλλά γύρισαν μ’ ένα παιδί η καθεμία…».

Πέμπτη φτάνει η Ιουλία. Κοιτάζει όλες τις αδελφές της και δεν μπορεί να πιστέψει ότι είναι αλήθεια. «Είμαστε όλες εδώ ύστερα από τόσα χρόνια και όλες αποφασισμένες να μείνουμε για πάντα», τους λέει και αγκαλιάζονται ξανά.

Ο χρόνος κυλάει… σαν ποτάμι. Ολες δείχνουν να έχουν αρχίσει να βρίσκουν και πάλι τα πατήματά τους, τον εαυτό τους, την ψυχή τους. Γύρω από το σπίτι το ποτάμι, στη φύση και στην ηρεμία του τόπου, οι γυναίκες της οικογένειας υφαίνουν ξανά δεσμούς στηρίζοντας η μία την άλλη. Το ποτάμι κυλά, όπως πάντα, παίρνοντας μαζί του τον πόνο και αφήνοντας χώρο για ζωή.