Η Κοραλία Καράντη, το πρωί της Τρίτης 26 Νοεμβρίου, βρέθηκε ως καλεσμένη στο πλατό της εκπομπής του MEGA, Buongiorno, και μίλησε για την καριέρα της ως ηθοποιός, για την πολιτική ορθότητα, αλλά και για το Famagusta και τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στη σειρά του σταθμού.

Οι αποκαλύψεις της Κοραλίας Καράντη για την προσωπική της ζωή και το Famagusta

«Δεν είναι εύκολο, θέλει μία προσπάθεια. Τα πρώτα χρόνια μου δεν ήθελα να εκτίθεμαι σχεδόν καθόλου ούτε καν να κάνω πολύ τηλεόραση. Είχα πει κιόλας κάποια στιγμή ότι μακάρι μόνο μέσα από τη δουλειά μου να υπάρχει επαφή με τον κόσμο και ξέρω ότι και άλλοι συνάδελφοι αισθάνονται έτσι, αλλά η σύγχρονη πραγματικότητα δεν σου δίνει αυτή την πολυτέλεια. Θέλει πολύ προσοχή και στις μέρες μας πρέπει να προσέχεις και πάρα πολύ αυτά που λες, να βάζεις φίλτρα και παρόλα αυτά να καταφέρνεις να μένεις αληθινός.

Ήμουν πάντα πολύ μετρημένη σε σχέση με τη διαχείριση της δημόσιας εικόνας. Ίσως επειδή γεννήθηκα σε ένα περιβάλλον που ήταν θεατρικό και μπαινόβγαιναν άνθρωποι της κοινότητας αυτής και ποτέ δεν εντυπωσιάστηκα από την οποιαδήποτε φήμη, παρόλο που έτυχε να γίνω αμέσως γνωστή και η αναγνωρισιμότητα ήταν τεράστια από την μία στιγμή στην άλλη. Οι “σειρήνες” παρόλα αυτά για μένα δεν υπήρχαν.

Προσπαθούσα να είμαι μετρημένη και δεν με γοήτευε και ποτέ όλο αυτό το “σταριλίκι”, ήθελα απλώς να είμαι ηθοποιός. Προσπαθούσα να είμαι πιστή στη δουλειά μου και σε αυτό που κάνω και μόνο αυτό με ενδιέφερε και μόνο αυτό με ενδιαφέρει. Ήρθα τώρα εδώ στη Φαίη που είναι η πρώτη φορά που συναντιόμαστε από κοντά και χαίρομαι πάρα πολύ για αυτό και έρχομαι για συγκεκριμένο λόγο, για την προώθηση της σειράς μας, της Famagusta. Δεν θα το έκανα για κανέναν άλλο λόγο. Κάθε φορά που βγαίνω στην τηλεόραση θέλω να υπάρχει τέτοιος λόγος που το κάνω, για δουλειά», είπε αρχικά για τον τρόπο που διαχειρίζεται την αναγνωρισιμότητα και την επιτυχία της – δείτε εδώ ποιος είναι ο γιος της.

Και επισήμανε για το γεγονός πως πολλές φορές παραποιούνται τα λεγόμενα κάποιους στις συνεντεύξεις: «Αυτό που συμβαίνει, να δίνει μια συνέντευξη και κάποιος να απομονώνει μια φράση, να τη βάζει επικεφαλίδα και μετά αυτή η φράση επειδή αναρτάται ξανά και ξανά σε συνοδεύει μέχρι να φύγει για το επέκεινα και ίσως και μετά… Δηλαδή, κάποιος θα γράφει το όνομά σου και θα βλέπει αυτή τη φαινομενική ανοησία… Συμβαίνει σε όλους μας και λες “τώρα αυτό πότε το είπα και γιατί το είπα και τι εννοούσα ακριβώς;”. Είναι εφιαλτικό αυτό και ακυρώνει κάθε απόπειρα επικοινωνίας, βάζει μια κρούστα πάνω σε αυτό και η πραγματική επικοινωνία δεν μπορεί να συμβεί. Βέβαια αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και στις ανθρώπινες σχέσεις στην εποχή μας. Είναι κρίμα όμως!».

Και μιλώντας για το Famagusta, αποκάλυψε: «Έχω δουλέψει άλλες δυο φορές με τον Αντρέα και με τη Βάνα. Έκανα θέατρο εκείνη την εποχή. Το γεγονός που με έκανε εύκολα να πω το ναι ήταν ότι είναι μια εβδομαδιαία σειρά και δεύτερον ότι το θέμα βασιζόταν στο τρομερό ζήτημα της Κύπρου και της τουρκικής εισβολής το 1974. Αυτό έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει. Αλλά ήδη ο Αντρέας μου είχε πει τότε ότι δεν πρόκειται να γίνει κάποια απόπειρα πολιτικής ανάλυσης, απλώς θα εξιστορούσαμε κάποια πράγματα.

Δεν γνωρίζαμε κάποια γεγονότα, δεν τα ξέραμε ότι ήταν έτσι και η Famagusta μας έδωσε τη δυνατότητα να μάθουμε κάποια πράγματα που ήταν άγνωστα. Έχουν περάσει και τόσα χρόνια που κάποια πράγματα έχουν ξεχαστεί, είναι φυσικό, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο ακόμη. Η Famagusta έγινε η αφορμή να θυμηθούμε πολύ σοβαρά πράγματα».

Αναφερόμενη στο τελευταίο γύρισμα της Famagusta στη Λευκωσία, αποκάλυψε επίσης: «Η αλήθεια είναι ότι η τελευταία μέρα των γυρισμάτων είναι για μένα κάτι συγκλονιστικό. Θα το θυμάμαι πάντα. Είναι από αυτές τις λίγες μέρες που συλλέγει κανείς στην πορεία της ζωής, μου μένουν ανεξίτηλες, δεν είναι συχνές, δεν συμβαίνουν σε κάθε δουλειά. Είμαι σίγουρη αυτή την ημέρα θα την θυμάμαι πάντα. Ήταν πάρα πολύ φορτισμένη και από το γεγονός πως ήμασταν και όλοι μαζεμένοι. Ήταν το αίσθημα τρομερά συγκινητικό. Όταν τελείωσε αυτή η ιστορία πάρα πολλοί άνθρωποι δάκρυσαν, σχεδόν κατέρρευσαν.

Ήταν η πρώτη μέρα που συνάντησα την Τζώρτζια Κουβαράκη που είναι η κοπέλα που έπαιξε την Χριστίνα σε νεαρή ηλικία. Ήταν κι αυτό μία συγκλονιστική στιγμή. Κοιταζόμασταν και ήταν σα να γνωριζόμαστε πάρα πολύ καλά. Ήμασταν σαν απόλυτα συνδεδεμένες. Κρατιόμασταν αγκαλιά, εκείνη δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της κι εγώ την παρηγορούσα. Ήταν σαν να παρηγορούσα τον νεαρό μου εαυτό. Πάρα πολύ ιδιαίτερη στιγμή. Όταν γύρισα σπίτι δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσε να αρθρώσω, ήμουν σαν να ήμουν βουβαμένη. Ήταν τόσο έντονο το φορτίο και το γεγονός ότι είχα αποχωριστεί τον ρόλο που ήμουν μουγκή.

Για μένα ήταν ένα στοίχημα να πάει καλά γιατί στη Χριστίνα αναγνωρίζω στοιχεία από τη γιαγιά μου που ήταν πρόσφυγας, όχι βέβαια στην ίδια της τη χώρα, αλλά είχε πάρα πολλά κοινά με την ιστορία της Χριστίνας. Πιστεύω ότι το να μπορούσε η Χριστίνα να γίνει πιο αληθινή θα ήταν κάτι που θα ανακούφιζε και πολύ κόσμο. Υπάρχουν γυναίκες που είναι ακόμη εν ζωή και έχουν ζήσει αυτά τα τραγικά πράγματα. Είναι μάρτυρες πολέμου».

Σε άλλο σημείο μίλησε για την πολιτική ορθότητα και είπε: «Ήρθε τώρα η πολιτική ορθότητα να μας πει κάποια πράγματα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Ο σεβασμός στις μειονότητες, στους διαφορετικούς, απέναντι στους ανθρώπους που επιλέγουν να αγαπούν το ίδιο φύλο, η δυνατότητα να κάνουν οικογένεια και βέβαια πάνω απ’ όλα τα δικαιώματα της γυναίκας. Υπέροχα πράγματα, αλλά με μια υπερβολή και με ένα μίσος που υπονομεύει αυτό το τρομερά σημαντικό πράγμα.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος οι γυναίκες να μισούμε τους άνδρες, είμαστε άνθρωποι, απλώς πρέπει να υπάρχει ο αλληλοσεβασμός και η δυνατότητα της γυναίκας να προχωράει ελεύθερη όπως ένας άνδρας. Στην Ελλάδα γίνονται τρομερά πράγματα, ο λόγος που τα μαθαίνουμε είναι ότι μιλάνε περισσότερες γυναίκες από ότι μιλούσαν πριν. Μπορεί να συντρέχουν κι άλλοι λόγοι που υπάρχει αυτή η βία. Οι γυναίκες είμαστε πιο ευάλωτες, μυικά».