Όμορφος δεν ήταν ούτε ακόμα και στα νιάτα του, όμως ήταν απίστευτα γοητευτικός και καλλιεργημένος άνθρωπος, που έγραφε ποίηση, δημιουργούσε εικόνες και έργα τέχνης με κολλάζ από γραμματόσημα.
Ο Μίμης Φωτόπουλος γεννήθηκε (άλλοι λένε στις 8 άλλοι στις 20 Απριλίου) το 1913, σε ένα πασίγνωστο χωριό της Αρκαδίας, την Ζάτουνα, πασίγνωστο όχι γιατί γεννήθηκε ο μεγάλος ηθοποιός, αλλά -όπως έγραψε ο ίδιος στη αυτοβιογραφία του «Το ποτάμι της ζωής μου» – επειδή εκεί εξόρισε η χούντα τον Μίκη Θεοδωράκη..
Μίμης Φωτόπουλος: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και ο θάνατος που τον σημάδεψε
Ο πατέρας του Νικόλαος ήταν έμπορος, ερωτεύτηκε και έκλεψε την Άννα Παπαδοπούλου απ’ το Αίγιο και πήγαν στη Ζάτουνα. Έκαναν τρία παιδιά, πρώτα τον Άγγελο, μετά μία κόρη, που τους πέθανε, και μετά τον Μίμη Φωτόπουλο. Πριν σαραντίσει ο Μίμης, έχασε τον πατέρα του από φυματίωση. Η 27 χρονη τότε μάνα του πήρε τα παιδιά και κατέβηκε στην Αθήνα που είχε άλλες τρεις αδερφές. Ήταν όλες τους μοδίστρες, έμεναν στη Νεάπολη στα Εξάρχεια. Εκεί μεγάλωσε ο Μίμης Φωτόπουλος, εκεί παντρεύτηκε, εκεί ανδρώθηκε κι από κει ξεκίνησε το θέατρο στήνοντας με τους φίλους του παραστάσεις καραγκιόζη στην αυλή του φτωχικού σπιτιού του. Παρά τα πενιχρά οικονομικά της οικογένειας έμαθε γαλλικά και βιολί, ενώ ξόδευε το χαρτζιλίκι του σε λογοτεχνικά βιβλία. Αν και δεν έβλεπε θέατρο, λάτρευε να πηγαίνει συχνά στον κινηματογράφο.
Με τη ζεστή φωνή, το οικείο παρουσιαστικό και την ιδιαίτερη ερμηνευτική του ικανότητα, ο Μίμης Φωτόπουλος έλαβε δικαιωματικά τον τίτλο του «σοφού μάγκα» του ελληνικού κινηματογράφου. Η πολύπλευρη καλλιτεχνική του υπόσταση – ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιητής, συγγραφέας και ζωγράφος – τον προίκισε με ευαισθησίες που σε συνδυασμό με έξυπνες επιλογές, κατάφερε να καθοδηγήσει σωστά το ταλέντο του και να καθιερωθεί ως ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς της χώρας μας.
Μαζί με τον αδερφό του Ανδρέα, διάβαζαν πολύ. Όταν στα Δεκεμβριανά οι Άγγλοι έριξαν όλμο στο σπίτι του, κάηκαν γύρω στα 2.000 βιβλία. Ήταν ένα πολύ ασθενικό παιδί, γιατί κόντεψε να πεθάνει από δάγκειο πυρετό. Σώθηκε ως εκ θαύματος στην εφηβεία του. Η μητέρα του φοβόταν μην πάθει φυματίωση μετά απ’ ότι πέρασε και πήρε τα παιδιά της και πήγαν στη Φτέρη, μια εξοχή στο Αίγιο. Εκεί στα 17 – 18 του, ο Μίμης Φωτόπουλος έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Το 1940 εξέδωσε τα «Μπουλούκια», την πρώτη ποιητική συλλογή του, η οποία περιείχε ερωτικά, πολιτικά και κοινωνικά ποιήματα μαζί με τις εμπειρίες του από το θέατρο. Έβγαινε ένας πεσιμισμός καρυωτακικού τύπου στα ποιήματα του, θα λέγαμε σήμερα. Είχε το κόμπλεξ της ορφάνιας, μην έχοντας γνωρίσει πατέρα κι εκεί οφειλόταν – σύμφωνα με τον ίδιο – η μελαγχολία του.

Με τον Πέτρο Καπουράλη, τον πρώτο του ξάδερφο, έκαναν στενή παρέα, επειδή κι εκείνος είχε χάσει τον πατέρα του όταν ήταν ακόμα αβάπτιστο μωρό και είχαν μεγαλώσει σαν αδέρφια. Με την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο θα δώσει εξετάσεις στην Γεωπονική Σχολή όπου δεν γίνεται δεκτός, όμως την επόμενη χρονιά μπαίνει στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είδε όμως μια αγγελία για όσους ενδιαφέρονταν να δώσουν εξετάσεις στο Εθνικό για ρόλο ζεν πρεμιέ και ξεμυαλίστηκε.. Δεν ήξερε, όπως έλεγε, τι του ήρθε να πάει να δώσει εξετάσεις!
Πήρε απ’ το περίπτερο τον «Προμηθέα Δεσμώτη», διάβασε, έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο Εθνικό. Μιλάμε για το 1931, στα 18 του. Κάθισε δυο χρόνια στη δραματική, όπου ένας καθηγητής τού είπε: «Εσύ θα γίνεις κωμικός με τη μούρη σαν τρίφτη που έχεις». Ο Μίμης έλεγε: «Εγώ κωμικός;», αφού ονειρευόταν να παίξει ρόλους ζεν πρεμιέ.
Από το Εθνικό στα μπουλούκια και στις αφραγκίες
Στη διάρκεια της φοίτησής του κάνει και το ντεμπούτο του στο θεατρικό σανίδι, με ένα ρόλο κομπάρσου στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, την πρώτη παράσταση που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο με τον Αιμίλιο Βεάκη στον ομώνυμο ρόλο. Θα χρειαστεί να μείνει μετεξεταστέος στο πρώτο έτος για να συνειδητοποιήσει πως δεν του ταιριάζει η νοοτροπία του Εθνικού, έχοντας στο μεταξύ αποκτήσει από τους δασκάλους του το προσωνύμιο «γέρος», λόγω της χαρακτηριστικής μπάσας φωνής του και αργότερα “μουγγός” γιατί μιλούσε ελάχιστα. Εγκαταλείπει οριστικά και τη Φιλοσοφική και αποφασίζει να μεταπηδήσει στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών που διηύθυνε ο Μιχάλης Κουνελάκης. Σπουδαστής ακόμα στη σχολή του Κουνελάκη θα βγει με κανονικό ρόλο στο σανίδι, στην παράσταση «Λοκαντιέρα» που ανεβαίνει τον Μάιο του 1932 στο Ωδείο Αθηνών.

Το ΄33 που είχε ξεκινήσει στα μπουλούκια, τουρνέ στην επαρχία, μπήκε στο επάγγελμα με τρομερές δυσκολίες και αφραγκίες. Του έστελναν ακόμα λεφτά οι δικοί του για να επιστρέψει απ’ τις τουρνέ στο σπίτι του, μιας και δεν πληρωνόταν σχεδόν καθόλου στην επαρχία. Οι άνθρωποι εκεί για να πάνε στο θέατρο έδιναν αυγά, ψωμί και κότες αντί για εισιτήριο. Μεγάλη ταλαιπωρία, ήταν πάντα άφραγκος!Τελειώνοντας τις σπουδές του το 1934, παίρνει το βάπτισμα του πυρός με την πρώτη του περιοδεία και το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ, όπου αναλαμβάνει καθήκοντα αντιγραφέα και πέμπτου κατά σειρά κωμικού, στην αυστηρή ιεραρχία που επικρατούσε τότε στα θέατρα. Δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε έργα κλασικού ρεπερτορίου και μάλιστα ανεβάζει με ένα θίασο Νέων, τους «Βρυκόλακες» του Ίψεν, τον Μάιο του 1938. Στις αρχές του 1939 συμμετέχει σε μια ιστορική παράσταση, στο πρώτο ανέβασμα του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχωφ στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, με τον οποίο συνεργάζεται και την επόμενη θεατρική περίοδο στις παραστάσεις «Αγριόπαπια» του Ίψεν και «Ταξιδιώτης Χωρίς Αποσκευές» που ανεβάζει ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη. Λίγο πριν από τον πόλεμο του ’40 έκανε ένα σύντομο πέρασμα απ’ το χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες.
Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής θα παραμείνει ενεργός και το καλοκαίρι του 1942 εντάσσεται στο θίασο του σπουδαίου κωμικού Βασίλη Αργυρόπουλου, όπου θα παίξει ως επί το πλείστον κωμωδίες, αλλά και στο σπουδαίο ανέβασμα του «Ένας Εχθρός του Λαού» του Ίψεν, τον Οκτώβριο του 1943. Λίγο πριν την Απελευθέρωση δέχεται την πρόσκληση από τον Κάρολο Κουν να μπει στο θίασο του Θεάτρου Τέχνης. Έτσι, το καλοκαίρι του 1944 παίζει στον «Βυθό» του Μαξίμ Γκόρκι ενώ παράλληλα συμμετέχει και στον Θέατρο του Λαού, την πρώτη συσπείρωση αριστερών ηθοποιών. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1945 και μετά τα Δεκεμβριανά συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου, όπου θα μείνει φυλακισμένος από τους Εγγλέζους επί τρεις μήνες. Ακόμα όμως και σε αυτές τις φρικτές συνθήκες, βρίσκει ελπίδα μέσα στην τέχνη του. Έτσι, δημιουργεί θεατρική ομάδα και ξεκινά να δίνει παραστάσεις μέσα στο στρατόπεδο για να ψυχαγωγήσει και να ανυψώσει το ηθικό των άλλων εξόριστων.
Στην κατοχή ως γνωστόν το θέατρο άνθισε, έδιναν μια χρυσή λίρα για να πάνε να δουν την Καίτη Ντιριντάουα, μια μεγάλη σταρ της εποχής και γυναίκα του Χατζηχρήστου. Ο Μίμης Φωτόπουλος έπαιζε στην αρχή με διάφορους θιάσους ώσπου μπαίνει στους Ηνωμένους Καλλιτέχνες, τον θίασο των κομμουνιστών. Ανέβαζαν έργα κλασικού ρεπερτορίου. Στον ίδιο θίασο ήταν ο πατέρας του ποιητή Τίτου Πατρίκιου, η Ντιριντάουα, ο Δήμος Σταρένιος κ.α. Πολιτική συνείδηση είχε αποκτήσει από πριν, αφού στην Κατοχή είχε ενταχθεί στο ΕΑΜ. Μπήκε στους Ηνωμένους Καλλιτέχνες, έκαναν και αντιστασιακή δράση πέρα απ’ το θέατρο. Κυνηγημένοι ήταν όλοι. Το ΄45 ξαναπάει στον Κουν και κάνουν την «Αντιγόνη» του Ανούιγ με τη Λαμπέτη. Εκεί τον είδε η Μαρίκα Κοτοπούλη και την άλλη χρονιά τον πήρε στο θίασο της. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και έγιναν πολύ φίλοι. Το ΄48 κάνει την πρώτη του ταινία, το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» του Σακελλάριου.
Η ζωή στην εξορία, τον είχαν για πεθαμένο…
Οι δυσκολίες, ωστόσο, δε θα τελειώσουν. Μετά τον πόλεμο, ήρθε η κατοχή και η συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση. Εντάχθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ και μετά τα Δεκεμβριανά του 1944 -και αφού τα βρετανικά στρατεύματα του έκαψαν το σπίτι που έμενε με τον αδελφό του- συνελήφθη από τους Βρετανούς, για να βρεθεί στο διαβόητο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα. Οι δικοί του θα χάσουν τα ίχνη του και θα επιστρέψει τελικά το 1945 στην Ελλάδα. Οι συνθήκες επιβίωσης ήταν πολύ δύσκολες και ειδικά για Έλληνες που δεν μπορούσαν να αντέξουν το απάνθρωπο κλίμα της αφρικάνικης ερήμου, ενώ οι δεσμοφύλακες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δυσκολέψουν περαιτέρω τη ζωή των κρατουμένων. Χάθηκαν πολλές ζωές, ευτυχώς, ο Φωτόπουλος ήταν απ’ αυτούς που επέστρεψαν από την κόλαση. Την πίκρα του από την εμπειρία της κράτησής του θα την αποτυπώσει στο βιβλίο του «Όμηρος των Εγγλέζων – Ελ Ντάμπα».Την περίοδο της Δικτατορίας ασχολήθηκε, επίσης, με τη ζωγραφική. Είχε μείνει μόνος με τις δύο κόρες του, αφού η γυναίκα του, Μαργαρίτα Τσάλα, είχε εξοριστεί στη Γυάρο. Τότε ήταν που άρχισε με γραμματόσημα να φτιάχνει πίνακες, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολλάζ. Συνολικά έκανε δέκα εκθέσεις των έργων του και πούλησε πάνω από εκατό πίνακες.
Τον έπιασαν στο Κολωνάκι παραμονή Πρωτοχρονιάς του ΄45. Είχε πάει σ’ ένα καφέ που μαζεύονταν οι καλλιτέχνες για να βρει δουλειά. Τον κατέδωσε ένας ταξιθέτης – έτσι λένε – μαζί με άλλους συναδέλφους του. Τον πήραν οι Άγγλοι, τον βάλανε σ’ ένα πλοίο και τον στείλανε στο Ελ Ντάμπα, στην Αίγυπτο, χωρίς καν να ειδοποιήσουν τους δικούς του. Έφυγε απλά απ’ το σπίτι του μια μέρα και δεν ξαναγύρισε. Στο στρατόπεδο του Ελ Ντάμπα έμεινε για λίγο, για τρεις μήνες, μαζί με άλλους 4.000 κομμουνιστές. Τους άφησαν το καλοκαίρι οι Εγγλέζοι, αλλά εδώ ο αδερφός του έψαχνε όλα τα νοσοκομεία και μετά τα νεκροταφεία.
Έρωτας κεραυνοβόλος και γάμος σε 3 μήνες
Με την γυναίκα του επίσης ηθοποιό Μαργαρίτα Τσάλα που προτού την γνωρίσει είχε κάνει ήδη έναν γάμο και είχε χωρίσει με τον πατέρα του Θάνου και του Ανδρέα Μικρούτσικου, παντρεύτηκαν το 1946, σε χρόνια φτωχικά και δύσκολα, με πέντε κουμπάρους για να μοιραστούν τα έξοδα. Συναντήθηκαν όταν εκείνος έπαιζε στου Κουν, απέκτησαν δυο κόρες την εικαστικό Άννα Φωτοπούλου και την Μαρία Φωτοπούλου επίσης λογοτέχνη και ποιήτρια.
Η γυναίκα του Μαργαρίτα και η Καίτη Ντιριντάουα ήταν μαζί στην Αντίσταση, κολλητές φίλες. Στο σπίτι της Ντιριντάουα ο Μίμης γνώρισε τη Μαργαρίτα ένα μεσημέρι παραμονή Πρωτοχρονιάς του ΄46 μετά από έναν μεγάλο και κεραυνοβόλο έρωτα!
Ένας οικογενειάρχης με πολλές φοβίες
Η γυναίκα του ήταν το λιμάνι του, ο άνθρωπός του. Έζησαν μια βαθιά αγάπη και ο ηθοποιός ήταν πολύ καλός σύζυγος και οικογενειάρχης, άνθρωπος που του άρεσε το σπίτι και όχι οι κοσμικές συναθροίσεις. Ο Μίμης Φωτόπουλος δεν ήταν ιδιαίτερα ανοιχτός χαρακτήρας, μόνο μαζί με τους φίλους του ένιωθε άνετα. Όταν εκείνοι πήγαιναν σπίτι του, όμως δεν άφηνε τα παιδιά του να κάθονται μαζί τους. Τους απαγόρευε, επίσης να έχουν σχέση με το θέατρο. Δεν τις άφηνε να πηγαίνουν στα καμαρίνια, όχι για να μη γλυκαθούν απ’ το θέατρο, αλλά για να μην ενοχλούνε.
Εκείνος κορόιδευε τους ηθοποιούς με τα παιδιά τους που τα έτρεχαν στα καμαρίνια. Μπορεί να έλεγαν και διάφορα σόκιν μεταξύ τους, που δεν ήθελε να τα ακούνε τα παιδιά. Γενικά τα κουτσομπολιά δεν τα ήθελε καθόλου. Ο Φωτόπουλος έκανε παρέα με τους συγγραφείς περισσότερο. Με τον σκηνοθέτη Γιώργο Τζαβέλλα και τη Μίλια, τη γυναίκα του. Με τον Νίκο Τσιφόρο και τον Πολύβιο Βασιλειάδη. Με την Ελένη Χατζηαργύρη. Με τον Τάκη Χορν, που πήγαινε συχνά και τον παρηγορούσε όταν χώρισε με τη Λαμπέτη. Το σπίτι του Φωτόπουλου ήταν κοντά στο στούντιο «Άλφα», οπότε οι ηθοποιοί στα διαλείμματα πήγαιναν εκεί για να φάνε και να πιούν κάτι.
Του άρεσε επίσης πολύ να κοιμίζει ανθρώπους στο σπίτι του. Σύμφωνα με συνέντευξη της κόρης του Άννας Φωτοπούλου στο Documento, «Είχε γυρίσει ένα βράδυ από παράσταση μαζί με τη μητέρα μας, που τον συνόδευε καμιά φορά. Άνοιξαν την πόρτα και βρήκαν να κοιμούνται κάποιοι. Πήγαν σιγά – σιγά και τον έναν τον γνώρισαν, ήταν ο νονός της μάνας μου απ’ την Πάτρα, ο οποίος είχε φέρει άλλες δύο γυναίκες. Το πρωί ο Μίμης ξύπνησε και έλεγε: “Μα θα σκάσω! Ποιες ήταν αυτές οι δύο κυρίες που κοιμόντουσαν στο σπίτι;“»
Ήσυχος άνθρωπος με έναν συγκεκριμένο κώδικα αξιών. Διάβαζε μονίμως πάρα πολύ και παρακολουθούσε το μοντέρνο θέατρο. Κάθε Δευτέρα στο ρεπό του πήγαινε σινεμά, επειδή όμως ήταν πολύ σεμνός, περίμενε να σβήσουν τα φώτα, φόραγε το καπέλο του και μετά έπαιρνε την γυναίκα του και έμπαιναν μέσα για να μην τον αναγνωρίσουν.
Αν και φιλάσθενος ως παιδί, είχε καλή υγεία κατά τη διάρκεια της ζωής του γιατί τον πρόσεχε πολύ η γυναίκα του, δεν είχε αρρωστήσει σχεδόν ποτέ. Του έκαναν καλό και τα ταξίδια που έκαναν. Το αεροπλάνο δεν το ήθελε καθόλου. Μία φορά μπήκε αναγκαστικά από Κύπρο προς Αίγυπτο για τουρνέ. Δεν υπήρχε άλλο μέσο. Κάποτε είχαν πάει με την Κοτοπούλη για παράσταση στην Κωνσταντινούπολη. Στο γυρισμό έπιασε μια κακοκαιρία που δεν υπήρχε πιλότος για να τους πάρει. Ξαφνικά μες το βράδυ τους ειδοποιούν πως ένας θαρραλέος πιλότος θα τους μετέφερε στην Αθήνα. Γύρισαν μαλλιοκούβαρα, τη δε Κοτοπούλη με φορείο τη βγάλανε! Από τότε δεν ήθελε με τίποτα τα αεροπλάνα.
Έδινε ακόμα και το σπίτι του για γυρίσματα!
Λόγω της φοβίας του με τα αεροπλάνα σε περιοδείες του στην Αμερική πήγαινε με το πλοίο! Έντεκα μέρες να πάει και άλλες τόσες να γυρίσει. Μια χρονιά γύρισε δύο ταινίες μέσα στο πλοίο, το «Ένα καράβι Παπαδόπουλοι» και το «Πλοίο της χαράς». Ήταν μαζί με τον Ορέστη Λάσκο και τη Μπεάτα Ασημακοπούλου. Με τον Λάσκο, επίσης, έκαναν στενή παρέα. Στην μονοκατοικία που έμενε ο Φωτόπουλος, είχαν γυριστεί τουλάχιστον πέντε – έξι ταινίες, στις οποίες δεν έπαιζε εκείνος. Μια από αυτές ήταν η «Ζήλεια», με τον Γιώργο Φούντα και την Έλλη Φωτίου, όπου ήθελαν το τζάκι του σπιτιού. Έδινε το σπίτι για γυρίσματα. Του έλεγαν «Βρε Μίμη, θα μας δώσεις το σπίτι σου γιατί δεν έχουμε λεφτά να νοικιάσουμε στούντιο;» Και το έδινε!
Ο κόσμος λάτρευε τον Μίμη Φωτόπουλο. Μια φορά μπήκε στη Λάρισα μ’ ένα Ωστενάκι, το πρώτο αυτοκίνητο που είχε πάρει. Εκείνη την περίοδο αλληλογραφούσαν ακόμη με τη γυναίκα του. Της έγραφε: «Θρίαμβος από δουλειά»! Της έστειλε όμως ένα άλλο γράμμα ο Ηλιόπουλος που της έλεγε: «Επειδή δεν θα σ’ το πει ποτέ, να ξέρεις ότι μπήκε στη Λάρισα και του σήκωσαν το αμάξι στα χέρια».
Η γυναίκα του μαγείρευε κάθε μέρα και εκείνος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στους κεφτέδες με πουρέ. Ήταν λιγόφαγος, έτρωγε σαν σπουργίτι όταν είχε διπλή παράσταση. Το βράδυ, όταν τέλειωνε, πήγαιναν έξω με τις παρέες του, στη Φωκίωνος Νέγρη, όπου έτρωγε κανονικά. Δεν έπινε καθόλου, ούτε καν κρασί. Ασκητικά ζούσε, αλλά κάπνιζε μια ζωή Άσο σκέτο. Όχι πολύ, δέκα τσιγάρα τη μέρα.
Λάτρευε τα αρχοντορεμπέτικα, Σουγιούλ, Χιώτη, Γούναρη. Ρεμπέτικα βαριά δεν άκουγε, του άρεσε πολύ η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, που το τραγουδούσε.Η μουσική του άρεσε μέσα στο σπίτι και είχε δίσκους του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, λάτρευε να ακούει το δίσκο με την «Οδό Ονείρων». Και τα αντάρτικα, επίσης. Η γυναίκα του έφυγε από καρκίνο το 2005 στα 84 της, έζησε άλλα 20 χρόνια μετά τον Μίμη Φωτόπουλο! Της είχε κοστίσει πολύ ο θάνατος του Μίμη, αν και τα βαθύτερα εσώψυχα της, δεν τα εξέφραζε. Τα κρατούσε μέσα της.
Μια γεμάτη ζωή στο θέατρο και στον κινηματογράφο
Από το 1960 ο Μίμης Φωτόπουλος ασχολήθηκε με επιτυχία και με τη σκηνοθεσία. Για τελευταία φορά εμφανίστηκε στο θέατρο το 1984, μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο». Ξεχώρισε για το εντελώς προσωπικό λαϊκό ύφος και τους έξυπνους και πάντα εύστοχους αυτοσχεδιασμούς του. Δες το βίντεο με τις καλύτερες ατάκες του:
Όπως όλοι οι μεγάλοι ηθοποιοί της γενιάς του, ο Μίμης Φωτόπουλος έκανε λαμπρή καριέρα και στον ελληνικό κινηματογράφο. Πρώτη του ταινία ήταν η «Μαντάμ Σουσού» το 1948. Συνολικά έλαβε μέρος σε 101 ταινίες, σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο: «Προπαντός ψυχραιμία» (1951) και «Μια νταντά και τέζα όλοι» (1971). Μεγάλος επιτυχίες θεωρούνται οι ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Το Σωφεράκι» (1953), «Η Ωραία των Αθηνών» (1954), «Κάλπικη λίρα» (1955), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές του επιτυχίες.
Εκτός από τη μεγάλη οθόνη, εμφανίστηκε και στη μικρή, στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 το 1984.
Εκτός από σπουδαίος ηθοποιός, ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν και λογοτέχνης. Έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές «Μπουλούκια» (1940), «Ημιτόνια» (1960), «Σκληρά τριολέτα» (1961) και «Ο θάνατος των ημερών» (1976) ], τρία αυτοβιογραφικά [ «25 χρόνια θέατρο» (1958), «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα – Όμηρος των Εγγλέζων» (1965) ] και δύο θεατρικά έργα [ «Ένα κορίτσι στο παράθυρο» (1966) και «Πελοπίδας ο καλός πολίτης» (1976) ].
Για πέντε έξι χρόνια θα συνεχιστούν οι τεράστιες επιτυχίες στο σινεμά, καθώς πρωταγωνιστεί και συμμετέχει σε αγαπημένες ταινίες, μερικές απ’ τις οποίες έχουν και καλλιτεχνική αξία. Ενδεικτικά κάποιες απ’ αυτές ήταν «Ούτε Γάτα Ούτε Ζημιά» με Λογοθετίδη, «Ο Φανούρης και το Σόι του», «Τα Κίτρινα Γάντια» και πάλι με Λογοθετίδη, «Φτωχαδάκια και Λεφτάδες», με Σταυρίδη και φυσικά η τελευταία μεγάλη του προσωπική επιτυχία «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο».
Η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη, καθώς ο παλιός εμπορικός κινηματογράφος είχε αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 να παρακμάζει, ενώ με τη χούντα έφτασε σχεδόν στην πλήρη κατάρρευση.
Ο Μίμης Φωτόπουλος υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του κινητού θεάτρου «Άρμα Θέσπιδος», μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου, ενώ παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’ και το Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας.
Ο ξαφνικός θάνατος μέσα στο σπίτι
Ο Μίμης Φωτόπουλος, που μας άφησε την αγαπημένη του μορφή σε πάνω από 100 ταινίες, έφυγε ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς στις 29 Οκτωβρίου του 1986, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε όλους τους Έλληνες – ακόμη και στους ιδεολογικούς του αντιπάλους.
Είχε να κάνει ένα διαφημιστικό. Το προηγούμενο βράδυ, 28η Οκτωβρίου, όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη και έβλεπαν επετειακές ταινίες στην τηλεόραση και γελούσαν. Τίποτα δεν προϊδέαζε για το τέλος. Το πρωί που ξύπνησε εκείνος για να πάει στη δουλειά του, ζήτησε απ’ την γυναίκα του μια γραβάτα, βγήκε απ’ το μπάνιο και πήγαινε για να ντυθεί. Η σύντροφός του τον βρήκε ντυμένο πάνω στο κρεβάτι σαν να κοιμόταν. «Μίμη, τι έπαθες;» τον ρώτησε και επειδή δεν πήρε καμία απάντηση άρχισε να τον ταρακουνάει!
Ο Μίμης Φωτόπουλος είχε φύγει και κάτω τον περίμεναν οι συνάδελφοί του που θα πήγαιναν για το διαφημιστικό, η Λίλα Καφαντάρη και ο Βασίλης Μαυρομάτης. Τρελάθηκαν μόλις άκουσαν τα δυσάρεστα νέα! Όλα έγιναν στις 8.20 το πρωί, αλλά εκείνοι ειδοποίησαν αμέσως το ΣΕΗ. Στις 9 άρχισαν να το λένε τα ραδιόφωνα: «Πέθανε ο Μίμης Φωτόπουλος»! Στο μεταξύ, γύρω στις 8, τον είχε δει μια γειτόνισσα που είχε βγει στο μπαλκόνι και χαιρετήθηκαν. Ακούει αυτή μία ώρα μετά ότι πέθανε ο Φωτόπουλος και σκέφτηκε ότι λένε ανακρίβειες και θα τρελαθεί η γυναίκα του άμα το πάρει είδηση. Δεν ήταν όμως ανακρίβειες, ήταν ένα τεράστιο σοκ. Ο Μίμης Φωτόπουλος πέθανε σε ηλικία 73 χρονών αφήνοντας πίσω του μεγάλη παρακαταθήκη…


">
">
">
">
">
">
">