Νέα δεδομένα γύρω από την υπόθεση θανάτου της Μυρτώς στην Κεφαλονιά, με τον 66χρονο λογιστή να μιλά ξανά στο «Live News» και να επιμένει ότι δεν έχει καμία σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν το μοιραίο βράδυ, αλλά αντίθετα θεωρεί τον εαυτό του θύμα.

Ο ίδιος βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς είναι το πρόσωπο που έστειλε 220 ευρώ στη 19χρονη το βράδυ πριν πεθάνει, χρήματα που, σύμφωνα με τα στοιχεία, χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμονή της σε κατάλυμα στην Κεφαλονιά και για την προμήθεια ουσιών.

«Δεν έχω χρήματα, συγγνώμη. Δεν είμαι πλούσιος. Δεν θα άφηνα ένα κορίτσι στον δρόμο τη νύχτα να μείνει μόνη της. Συγγνώμη, είμαι από τους παλιούς τους Έλληνες. Όταν κάποιος βρίσκεται σε ανάγκη, βοηθάς», δήλωσε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να εξηγήσει την απόφασή του.

Όσα είπε ο 66χρονος για τη Μυρτώ: «Με χρησιμοποίησαν»

Ο 66χρονος υποστηρίζει πως έπεσε θύμα εκμετάλλευσης, αφήνοντας αιχμές για τον 23χρονο κατηγορούμενο, με τον οποίο είχε γνωριστεί στο παρελθόν. Όπως ανέφερε, του είχαν ζητήσει ξανά χρήματα και είχε βοηθήσει, θεωρώντας ότι πρόκειται για άνθρωπο που είχε ανάγκη.

«Κατάλαβα μετά τι έγινε, ότι με χρησιμοποίησαν για να πάρουν λεφτά. Ο 23χρονος πρέπει να είναι πολύ της πιάτσας και με είχε “κόψει” ότι είμαι φιλότιμος. Τα λεφτά μου ήθελαν. Πέρασαν καλά το Πάσχα και τη Δευτέρα που ξέμειναν, έψαχναν χορηγό», είπε, επιμένοντας: «Είμαι το θύμα της υπόθεσης».

Παράλληλα, εμφανίστηκε ενοχλημένος από τα όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν τις τελευταίες ημέρες, λέγοντας: «Έφτασαν σε σημείο να με κυνηγάνε όλοι και να με λένε “εγκέφαλο”, αν είναι δυνατόν. Έτυχε να είμαι σε λάθος μέρος τη λάθος ώρα».

Η τελευταία επικοινωνία και το βίντεο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν όσα είχε περιγράψει για τη μοιραία νύχτα και την τελευταία του επικοινωνία με τη Μυρτώ. Θυμίζουμε πως χθες ο 66χρονος περιέγραψε τη γνωριμία του με την άτυχη Μυρτώ και τη μοιραία νύχτα: «Έδωσα κατάθεση, η οποία κράτησε περίπου τέσσερις ώρες και ξανακάλεσαν. Δεκαπέντε την πρώτη φορά, και δεκαέξι μου ζήτησαν συμπληρωματική, ενώ παρέδωσα και το κινητό μου. Στην ομαδική συνομιλία για πρώτη φορά ο … με κάλεσε και είχε συνακρόαση, δεν ξέρω πώς το λένε, την εκλιπούσα. Μου τη σύστησε σαν φίλη του, είπε και το όνομα Μυρτώ, αλλά δεν το είχα συγκρατήσει ιδιαίτερα, δεν με ενδιέφερε. Πέντε πράγματα, τι κάνεις πώς είσαι, λέγαμε για το Πάσχα, κάτι τέτοια. Δεν είπαμε πολλά, απλώς ήρθαμε σε επαφή. Έγινε μια επικοινωνία με μηνύματα, Μεγάλη Δευτέρα ή Μεγάλη Τρίτη, με την εκλιπούσα, του στυλ τι κάνεις και πώς είσαι. Τυπικά πράγματα».

Και συμπλήρωσε: «Το μοιραίο βράδυ, 23:38, με πήρε βιντεοκλήση η εκλιπούσα, κανονικά ντυμένη, καθισμένη σε κάτι σκαλιά, έξω από ένα φαρμακείο ή τράπεζα ήταν, δεν κατάλαβα καλά. Σε όχι καλή κατάσταση. Μου είπε ότι τσακώθηκε και έφυγε απ’ το σπίτι, και ότι θα μένει σε παγκάκια, ότι το έχει ξανακάνει και δεν μπορεί, δεν την καταλαβαίνουν και κάτι τέτοια. Της είπα, εντάξει γονείς είναι, υπάρχει μια διάσταση μεταξύ γενεών. Επέμενε ότι δεν έχει χρήματα και μπαταρία. Της λέω “δεν έχεις κάποια φίλη σου να πας, κάποιον δικό σου άνθρωπο, και αύριο να σκεφτείς λογικά. Μου είπε ότι δεν έχει κανέναν. Της είπα να μου δώσει ένα IBAN, να της βάλω κάποια χρήματα, να βρει ένα δωμάτιο να μείνει, να είναι ασφαλής, να πάρει ένα φορτιστεί, να πιει και ένα κρασί να χαλαρώσει και αύριο να σκεφτεί τι θα κάνει. Δεν ήθελε. Επέμενα. Δεν μου έστειλε IBAN, μου έστειλε φωνητικό, το οποίο κατέθεσα στην ασφάλεια και μου έδωσε έναν αριθμό να της στείλω IRIS».

«Της πρότεινα να έρθει στην Πρέβεζα. Της πρότεινα να της δώσω τα κλειδιά στην Αθήνα να πάει να μείνει μόνη της, κάπως να χαλαρώσει, να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση. Μετά μου έστειλε φωνητικό, σε ευχαριστώ που με βοήθησες. Στις 4:02 με παίρνει βιντεοκλήση από ένα δωμάτιο, όπου είναι σε ένα κρεβάτι ντυμένη. Μαύρο φόρεμα είχε, νομίζω, σε καλύτερη κατάσταση. Ήταν μπρούμυτα, έχοντας το τηλέφωνο απέναντι από το πρόσωπό της. Την έβλεπα δηλαδή και μου λέει “να, βρήκα δωμάτιο, είμαι εντάξει”. Εκεί που κάτι πήγε να μου πει, ακούω ένα θόρυβο, υποθέτω ότι άνοιξε η πόρτα και λέω ένα όνομα, δεν ξέρω αν ήταν Δημήτρης. Δεν μπορώ να βάλω το χέρι μου στη φωτιά. Μου έκλεισε τη βιντεοκλήση απότομα. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα», έκλεισε τη διήγησή του ο 66χρονος.