27 χρόνια πριν, στις 20/4, έφυγε από την ζωή ο πιο συμπαθής και διάσημος κοντός του ελληνικού κινηματογράφου… Ο Νίκος Ρίζος υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και αγαπητές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ένας ηθοποιός που με το ιδιαίτερο παρουσιαστικό του, το αιχμηρό του χιούμορ και την αστείρευτη ενέργειά του, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική καλλιτεχνική ιστορία. Το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγα με την κωμωδία, όμως πίσω από το γέλιο κρυβόταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα, με βαθιά καλλιέργεια, πείσμα και αξιοσημείωτη αντοχή απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.

Νίκος Ρίζος: Αγώνας επιβίωσης τα παιδικά του χρόνια

Ο Νίκος Ρίζος γεννήθηκε το 1924 στο χωριό Πέτα της Άρτας, σε μια εποχή δύσκολη για την ελληνική κοινωνία. Η παιδική του ηλικία στιγματίστηκε από φτώχεια και στερήσεις, στοιχεία που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του και του εμφύσησαν από νωρίς την ανάγκη για αγώνα και επιβίωση. Μεγάλωσε στην Άρτα όπου η οικογένειά του μετακόμισε όταν ο πατέρας του, που ήταν υπάλληλος στο Δημόσιο Ταμείο, πήρε μετάθεση. Σε ηλικία μόλις έξι ετών μένει ορφανός από πατέρα και μεγαλώνει με την μητέρα και την αδελφή του.

Νίκος Ρίζος
Με τη σύζυγό του Έλσα Ρίζου και τον γιο τους

Η οικογένειά του δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να του προσφέρει εύκολη πρόσβαση στη μόρφωση, ωστόσο ο ίδιος έδειξε από μικρός ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις τέχνες.

Η μετάβαση στην Αθήνα υπήρξε καθοριστική. Εκεί, μέσα σε ένα περιβάλλον πιο απαιτητικό αλλά και γεμάτο ευκαιρίες, ο νεαρός Ρίζος ήρθε σε επαφή με τον κόσμο του θεάτρου. Παράλληλα, έζησε την ταραχώδη περίοδο της Κατοχής, γεγονός που επηρέασε βαθιά την κοσμοθεωρία του και ενίσχυσε την ευαισθησία του απέναντι στις κοινωνικές αδικίες.

Νίκος Ρίζος

Αυτοδίδακτος ηθοποιός με τεράστιο ταλέντο, εργατικότητα και αυτοσαρκασμό, ο Νίκος Ρίζος καταλαμβάνει δικαιωματικά μία θέση ανάμεσα στο «πάνθεον» των Ελλήνων κωμικών. Ο πιο διάσημος «κοντός» του ελληνικού κινηματογράφου κατείχε τα μυστικά της κωμωδίας και της επιθεώρησης, παρέμεινε ενεργός ως το τέλος και απέδειξε πως ήταν μαχητής διαθέτοντας πάθος για την υποκριτική τέχνη και δίψα για την επαφή με το κοινό.

Το ύψος του ήταν 1.50μ. αλλά αυτό δεν τον δυσκόλεψε ποτέ να κάνει την καριέρα που ονειρεύτηκε, όταν έφυγε από την Άρτα σε ηλικία 22 ετών για την Αθήνα, με 100 δραχμές στην τσέπη, με σκοπό να σπουδάσει στην Πάντειο.

Από πολιτικός ηθοποιός! 

Μεγαλώνοντας έβλεπε στον κινηματογράφο Χοντρό-Λιγνό, όμως δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του θέατρο, παρά μόνο μια φορά, που η Μαρίκα Κοτοπούλη παρουσίασε στην Άρτα τη «Σκιά» του Μάριο Νικοντέμι. Έχοντας τρυπώσει στο θέατρο για να δει την παράσταση, θυμόταν πως εκείνη η εμπειρία τον συγκλόνισε. Η Μαρίκα Κοτοπούλη μάλιστα μόλις τον είδε του είχε πει: «Έλα, Παναγιά μου! Πώς χώρεσε μωρέ σε αυτό το κορμάκι τόσο ταλέντο;». 

«Με όλη την ειλικρίνεια που μπορεί να διακρίνει έναν άνθρωπο, σας λέω δεν κατάλαβα ποτέ ότι είμαι κοντός. Εκτός από μία περίπτωση. Όταν πήγα στον στρατό. Ήμουν τελευταίος στη γραμμή. Αλλά είχα την ευτυχία να έχω φίλο τον επιλοχία ή τον εκπαιδευτή. Ο οποίος έλεγε συχνά “μεταβολή” και ήμουν πρώτος», είχε πει ο ίδιος χαρακτηριστικά. Ο ίδιος επίσης είχε πει: «Όλοι ωφελούνται ίσως, από τα μειονεκτήματα που τους έδωσε η φύση. Και τα εκμεταλλεύονται ωραία, και χίλια δυο πράγματα έχω δει. Κι αν πάρουμε και διεθνώς τα πράγματα, βλέπουμε πως στο Χόλιγουντ πρωταγωνιστούν ηθοποιοί, με Όσκαρ, που είναι στο ύψος 1.60μ., 1.61μ. Να πάμε στα παλαιά χρόνια και να δούμε τον Σαρλό; Να πιάσουμε τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Αλ Πατσίνο; Να δούμε τελευταία τον “χοντρούλη” τον Ντάνι Ντεβίτο; Τι τον ευνόησε; Δεν είναι μόνο το “κοντός” νομίζω… Είναι και η ψυχή».

Νίκος Ρίζος

Η κήρυξη του πολέμου το 1940 ανατρέπει τις ισορροπίες της οικογένειας κι εκείνος στη διάρκεια της Κατοχής αν και έφηβος βοηθά όσο μπορεί την Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση και έχοντας στα χέρια του απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ο νεαρός Νίκος αποφασίζει να σπουδάσει και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη.

Φτάνει το 1946 στην Αθήνα στην καρότσα ενός φορτηγού γεμάτο κρεμμύδια και μένει με συγγενείς του σε ένα σπίτι στο Μεταξουργέιο. Γράφεται στην Πάντειο με σκοπό να συνεχίσει στη Νομική ώστε αποφοιτώντας να δικηγορήσει στην Άρτα. Έχοντας μεγάλη ευχέρεια στο λόγο μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να ακολουθεί καριέρα στην πολιτική.

Θεατρικές επιτυχίες χωρίς τέλος

Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε από το θέατρο, όπου και φάνηκε από νωρίς το ταλέντο του, γρήγορα ξεχώρισε για την ικανότητά του να ενσαρκώνει χαρακτήρες με έντονη εκφραστικότητα. Αν και το παρουσιαστικό του –μικρόσωμος και με χαρακτηριστικά που εύκολα οδηγούσαν σε τυποποίηση– θα μπορούσε να τον περιορίσει, ο ίδιος το μετέτρεψε σε πλεονέκτημα.

Νίκος Ρίζος

Στα πρώτα του βήματα συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και άρχισε να αποκτά αναγνωρισιμότητα, κυρίως μέσα από κωμικούς ρόλους. Η σκηνική του παρουσία ήταν δυναμική, γεμάτη ρυθμό και ακρίβεια, στοιχεία που τον έκαναν να ξεχωρίζει ακόμα και σε μικρούς ρόλους.

Την εποχή εκείνη που τα νούμερα των ηθοποιών στο θέατρο γράφονταν και αντιγράφονταν με το χέρι, βρίσκει δουλειά αντιγραφέα στην «Όαση», ένα βαριετέ τεσσάρων χιλιάδων θέσεων, στο Ζάππειο. Εκεί εξελίσσεται σε παιδί για όλες τις δουλειές και γνωρίζει τον Νίκο Φέρμα ο οποίος γίνεται μέντορας και κατά κάποιο τρόπο προστάτης του. Εκείνος θα του δώσει την πρώτη ευκαιρία να βγει στο σανίδι, παίρνοντάς τον σε μια περιοδεία που κάνει στη Μυτιλήνη. Ο Νίκος Ρίζος γίνεται το «αστέρι» του θιάσου, παίζοντας σε κάθε παράσταση τρία – τέσσερα νούμερα. Εκεί θα τον δουν μια βραδιά ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος και ο Κώστας Γιαννίδης που βρίσκονται περαστικοί από το νησί και θα τον φωνάξουν να ενταχθεί στον δικό τους θίασο στην Αθήνα. Όπως κι έγινε… 

Το θεατρικό του αποτύπωμα

Παρά την επιτυχία του στον κινηματογράφο, ο Νίκος Ρίζος δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο. Αντίθετα, το θεωρούσε το πραγματικό του σπίτι. Συμμετείχε σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, από επιθεωρήσεις μέχρι κλασικά έργα, αποδεικνύοντας την ευελιξία του ως ηθοποιός.

Νίκος Ρίζος

Ιδιαίτερη σημασία είχε η συνεργασία του με σημαντικούς θιάσους της εποχής, καθώς και η δική του παρουσία ως θιασάρχης. Μέσα από αυτές τις δραστηριότητες, συνέβαλε ενεργά στη διαμόρφωση της ελληνικής θεατρικής σκηνής.

Η επαφή του με το κοινό ήταν άμεση και ουσιαστική. Δεν επαναπαυόταν ποτέ σε εύκολες λύσεις και επιδίωκε να εξελίσσεται συνεχώς. Αυτός ο επαγγελματισμός του αναγνωρίστηκε τόσο από συναδέλφους όσο και από κριτικούς.

Το ντεμπούτο του σε Αθηναϊκή σκηνή έγινε το καλοκαίρι του 1948, στην ιστορική επιθεώρηση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» του Αλέκου Σακελλάριου, στο θέατρο Μετροπόλιταν. Εκείνος μαζί με τη Σπεράντζα Βρανά έπαιζε στο νούμερο, το «Τραμ Το Τελευταίο», που περιλάμβανε το ομότιτλο τραγούδι που τραγουδιέται μέχρι σήμερα. Ο τύπος του μάγκα και του καρδιοκατακτητή που γεννήθηκε σε εκείνη την παράσταση θα τον συνοδέψει σε όλη του την καριέρα.

Δες απόσπασμα από το Χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα “6 Ρεβεγιόν 60 χρόνια” με τους: Μίμη Φωτόπουλο, Νίκο Ρίζο, Έλσα Ρίζου, Άννα Ματζουράνη:

Αφού πήρε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως εξαιρετικό ταλέντο, μιας και δεν είχε φοιτήσει σε κάποια Δραματική Σχολή, δούλεψε σκληρά και επίμονα κι έτσι βρέθηκε πολύ γρήγορα στα μεγαλύτερα θέατρα των Αθηνών και δίπλα στους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής. Παίζει ως επί το πλείστον επιθεωρήσεις περνώντας από τα θέατρα Σαμαρτζή, Κοτοπούλη, Βέμπο και Ακροπόλ μέχρι που συστήνει δικό του θίασο μαζί με τον Γιάννη Γκιωνάκη και τον Τάκη Μηλιάδη. Το καλοκαίρι του 1959 ανεβάζουν τις επιθεωρήσεις «Ομόνοια Πλατς-Πλούτς» και «Μαντουμπάλα» στο θέατρο Περοκέ. Την επόμενη θεατρική περίοδο (1959-60) με τους ίδιους συνθιασάρχες και τις αδελφές Καλουτά έπαιξε στο θέατρο Κυβέλης της πλατείας συντάγματος στις επιθεωρήσεις «Καινούργια Αθήνα» (1959-60) των Δημήτρη Βασιλειάδη και Ναπολέοντα Ελευθερίου, «Άνθρωποι του ’60» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου.

Το 1961 δημιουργήθηκε η ιστορική θιασαρχική τριάδα «Βασίλης Αυλωνίτης – Γεωργία Βασιλειάδου – Νίκος Ρίζος», που διατηρήθηκε, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, έως το 1965. Παρουσιάζουν στην Αθήνα (αλλά και με περιοδείες στην υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό) τις παραστάσεις «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», «Οι Νεόπλουτοι», «Η Γυναικούλα μας», «Πέντε Λεπτά από την Ομονοια». Είναι η περίοδος που ο Νίκος Ρίζος θα ξεκινήσει να έχει και δραστηριότητα θεατρικού επιχειρηματία με μεγάλη επιτυχία, κάτι που θα συνεχίσει έως το 1990. Όπως χαρακτηριστικά θυμόταν, υπήρξαν θεατρικές περίοδοι που είχε ταυτόχρονα επιχειρήσεις στα θέατρα Γκλόρια, Διάνα, Απόλλων, Φλόριντα και Ρουαγιάλ με συνολικά 160 ηθοποιούς στη δική του ευθύνη. Δες βίντεο από τους “Γαμπρούς της Ευτυχίας” με τον Νίκο Ρίζο και το απολαυστικό δίδυμο Βασιλειάδου – Αυλωνίτη:

Από τις παραστάσεις που ανέβασε με τους θιάσους του, ξεχώριζε το «Βασιλικό Ρομάντζο» του Γεωργίου Ρούσσου που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1973 στο θέατρο Ρουαγιάλ. Ήταν μια παράσταση εφάμιλλη των παραγωγών του Εθνικού θεάτρου με σκηνοθέτη το Μάνο Κατράκη και θίασο 52 ηθοποιών (Μαίρη Χρονοπούλου, Κώστας Καρράς, Θάνος Κωτσόπουλος, Μηνάς Χρηστίδης, Ζωρζ Σαρή) μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Ρίζος στο ρόλο του «Λαού». Τη θεατρική περίοδο 1976-77 θα παίξει με μεγάλη επιτυχία τον κεντρικό ρόλο στα «Παιδιά της Πιάτσας», μεταφέροντας στο σανίδι το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου. Θα παραμείνει θεατρικά ενεργός και αγαπητός από το κοινό μέχρι το τέλος της ζωής του, παίζοντας και περιοδεύοντας κυρίως με επιθεωρησιακούς θιάσους.

Δες βίντεο από τις τελευταίες επιθεωρήσεις που έπαιξε στον ρόλο “Μάγκας και κοντός”:

Η χρυσή εποχή στον κινηματογράφο

Η δεκαετία του 1950 και του 1960 υπήρξε η «χρυσή εποχή» του ελληνικού κινηματογράφου, και ο Νίκος Ρίζος δεν άργησε να βρει τη θέση του σε αυτήν. Συμμετείχε σε πλήθος ταινιών, συχνά σε ρόλους δεύτερους αλλά απολύτως καθοριστικούς για την επιτυχία τους.

Έπαιξε δίπλα σε μεγάλες μορφές της εποχής, όπως ο Θανάσης Βέγγος, η Ρένα Βλαχοπούλου και ο Κώστας Χατζηχρήστος. Παρότι συχνά δεν είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κατάφερνε να «κλέβει» τη σκηνή με το εκρηκτικό του ταμπεραμέντο και τις ατάκες του.

Μουσείο Μελίνας Μερκούρη-Βραδιά αφιερωμένη στους κωμικούς ηθοποιούς. Γιάννης Γκιωνάκης-Νίκος Ρίζος-Ντίνος Ηλιόπουλος-Κώστας Χατζηχρήστος-Θανάσης Βέγγος
Μουσείο Μελίνας Μερκούρη-Βραδιά αφιερωμένη στους κωμικούς ηθοποιούς. Γιάννης Γκιωνάκης-Νίκος Ρίζος-Ντίνος Ηλιόπουλος-Κώστας Χατζηχρήστος-Θανάσης Βέγγος

Η φυσιογνωμία του ταυτίστηκε με τον μικροκαμωμένο αλλά πανέξυπνο χαρακτήρα, τον «κατεργάρη» που με εξυπνάδα και πονηριά καταφέρνει να ξεπερνά εμπόδια. Αυτό το μοτίβο τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στο κοινό, που έβλεπε σε εκείνον μια φιγούρα καθημερινή, ανθρώπινη και προσιτή. Ο Νίκος Ρίζος ξεκίνησε την τεράστια κινηματογραφική του καριέρα στη Φίνος Φιλμ με ένα μικρό πέρασμα στην ταινία «Χαμένοι Άγγελοι» (1948) του Νίκου Τσιφόρου. Ακολούθησαν τρεις συνεχόμενες συνεργασίες με τον Γιώργο Τζαβέλλα. Πρώτα με ένα ρολάκι στον «Μεθύστακα» (1949) μετά από σύσταση του Ορέστη Μακρή, με ακόμα μεγαλύτερο και αβανταδόρικο ρόλο στην «Αγνή του Λιμανιού» (1952) δίπλα στην Ελένη Χατζηαργύρη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τέλος στο «Σωφεράκι» (1953) απέναντι στον Μίμη Φωτόπουλο.

Στη Φίνος Φιλμ, έπαιξε σε έντεκα ταινίες, από ένα σύνολο άνω των εκατόν δέκα που έπαιξε συνολικά στον κινηματογράφο. Αξέχαστες είναι οι ερμηνείες του στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου, στις ταινίες του Νίκου Τσιφόρου «Ο Θησαυρός του Μακαρίτη» (1959) και «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός» (1961), πλαισιωμένος από τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη και στο «Ένα Έξυπνο Έξυπνο Μούτρο» (1964) του Γιάννη Δαλιανίδη. Δες σκηνή από την ταινία με τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Κώστα Βουτσά και τον Νίκο Ρίζο:

Από τις δεκάδες ταινίες που έκανε για λογαριασμό άλλων παραγωγών, ξεχωρίζουμε τα φιλμ «Το Ποντικάκι» (1954) του Νίκου Τσιφόρου και του Γιώργου Ασημακόπουλου, «Τζο ο Τρομερός» (1955) του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Ζηλιαρόγατος» (1956) του Γιώργου Τζαβέλλα, «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας» (1962) του Σωκράτη Καψάσκη, «Της Κακομοίρας» (1963) του Ντίνου Κατσουρίδη, «Αν Έχεις Τύχη» (1964) του Γιώργου Πετρίδη, «Ο Τζαναμπέτης» (1968) του Κώστα Καραγιάννη, και φυσικά η «Κόμισσα της Φάμπρικας» (1969) του Δημήτρη Δαδήρα. Οι συνεργασίες του με τη Ρένα Βλαχοπούλου («Η Βουλευτίνα», «Βίβα Ρένα» κ.α.), τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου («Ο Γίγας της Κυψέλης», «Φουκαράδες και Λεφτάδες», «Η Ταξιτζού») αλλά και τον Κώστα Βουτσά («Εθελοντής στον Έρωτα», «Ένας Τρελλός… Τρελλός Αεροπειρατής», «Ο Αισιόδοξος», «Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις» κ.α.) είχαν εξαιρετική χημεία και προσέφεραν γέλιο. Η κινηματογραφική παρουσία του Νίκου Ρίζου περιορίζεται με την εμπορική κάμψη του ελληνικού κινηματογράφου, όμως το 1977 μεταφέρει με επιτυχία στον κινηματογράφο τη θεατρική επιτυχία που είχε στο θέατρο με τα «Παιδιά της Πιάτσας» του Νίκου Τσιφόρου. Τη δεκαετία του 1980 παίζει σε πλειάδα ελαφρών κωμωδιών και η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση έμελλε να είναι στην ταινία του Βαγγέλη Μελισσινού «Ένας Μάγκας που Δεν Πάτησε το Τρένο» (ή «Ο Κοντός και οι Μνηστήρες») το 1988. Δες το βίντεο από το σκέτς Γκιωνάκη – Ρίζου των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου το 1962:

Με την έλευση της τηλεόρασης, ο Νίκος Ρίζος προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Συμμετείχε σε τηλεοπτικές σειρές και εκπομπές, φέρνοντας το γνώριμο ύφος του σε ένα νέο μέσο.

Αν και δεν είχε την ίδια έντονη παρουσία όπως στον κινηματογράφο και το θέατρο, η τηλεόραση του έδωσε την ευκαιρία να προσεγγίσει νεότερο κοινό. Η αναγνωρισιμότητά του παρέμεινε υψηλή, και το όνομά του συνέχισε να αποτελεί εγγύηση ποιότητας.

Οι τηλεοπτικές συμμετοχές του Νίκου Ρίζου ήταν περιορισμένες, αλλά ξεχωρίζουν οι σειρές: «Ο Δρόμος» (ΥΕΝΕΔ, 1977) του Κώστα Λυχναρά σε σενάριο Κώστα Πρετεντέρη και η «Αίθουσα του Θρόνου» (MEGA, 1999) της Πηγής Δημητρακοπούλου που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη. Αυτή ήταν και η τελευταία του εμφάνιση στην τηλεόραση, μιας και η προβολή του τελευταίου επεισοδίου της σειράς συνέπεσε με το θάνατο του. Δες συνέντευξή του στο Καλλιτεχνικό καφενείο της ΕΡΤ το 1981 με παρουσιαστή τον Βασίλη Τσιβιλίκα που μιλάει για τις συνεργασίες του:

Ο μεγάλος έρωτας και ο γάμος με την Έλσα Ρίζου

Η γνωριμία του Νίκου Ρίζου με την Έλσα θα γίνει στα μέσα της δεκαετίας του ’50 στην Σχολή Χορού Ζουρούδη όπου εκείνος θα εντυπωσιαστεί απίστευτα από την ομορφιά και το ταλέντο της νεαρής τότε χορεύτριας ώστε θα εκφράσει στην σύζυγο του Μίμη Φωτόπουλου την επιθυμία να την παντρευτεί. Κοντό, δεν τον είδε ποτέ η σύζυγός του, Έλσα Λαμπροπούλου και μετέπειτα Ρίζου… «Εγώ δεν τον ερωτεύτηκα αμέσως, αγάπησα όμως αμέσως όλα τα χαρίσματά του. Ποτέ δεν τον είδα κοντό. Ήταν τόσο ψηλός σε αισθήματα που το κάλυπτε. Εμπιστευόμουν τυφλά τον Νίκο» είχε πει η ίδια. Όταν την είχε δει, είχε πει στη γυναίκα του Μίμη Φωτόπουλου, «Μαργαρίτα, αυτή θα την παντρευτώ» για να εισπράξει την απάντηση, «άντε να χαθείς ρε σαχλέ». Πήγε την ζήτησε και… την πήρε.

Η προσωπική ζωή του Νίκου Ρίζου χαρακτηρίστηκε από διακριτικότητα. Δεν ήταν άνθρωπος που επιζητούσε τη δημοσιότητα πέρα από την επαγγελματική του δραστηριότητα. Προτιμούσε να κρατά τις προσωπικές του στιγμές μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Νίκος Ρίζος παντρεύτηκε την Έλσα Ρίζου με κουμπάρο τον Αλέκο Σακελλάριο. Μαζί απέκτησαν ένα γιό τον Κωνσταντίνο.

Η “Κορωνίδα” του όπως πάντα την αποκαλούσε θα είναι ο άνθρωπος που θα σταθεί δίπλα του για περισσότερο από σαράντα χρόνια με τρόπο υποδειγματικό ως σύντροφος, ως συνεργάτης στις ένδοξες και στις δύσκολες στιγμές της καριέρας του και ως μητέρα προσφέροντας και οι δύο αμέριστη στοργή, αγάπη και αφοσίωση στον μανοχογιό τους. Δες το ζευγάρι σε κοινή τους κινηματογραφική εμφάνιση:

Οι συνεργάτες του περιγράφουν τον Νίκο Ρίζο ως άνθρωπο με ήθος, εργατικότητα και έντονη αίσθηση ευθύνης. Παρά τη φήμη του, παρέμεινε προσιτός και απλός. Η φωνή του, οι κινήσεις του και η εκφραστικότητα του προσώπου του συνδυάζονταν με τρόπο μοναδικό. Ήξερε πότε να υπερβάλλει και πότε να συγκρατείται, δημιουργώντας ένα ισορροπημένο αποτέλεσμα.

Έφυγε όρθιος πάνω στο σανίδι!

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Ρίζος συνέχισε να εργάζεται, αν και με πιο περιορισμένο ρυθμό. Η αγάπη του για το θέατρο δεν έσβησε ποτέ, και παρέμεινε ενεργός όσο του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του.

Έζησε και την καλή εποχή της βιντεοκασέτας, για την οποία μάλιστα δεν ένιωσε και ποτέ άσχημα, παρά το ότι αρκετός κόσμος τις θεωρεί trash. Ήταν αυτές που χάρισαν απλόχερα γέλιο. Είχε ερωτηθεί λοιπόν: «Εσύ που είσαι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης που έχεις γράψει ιστορία, γιατί πήγες και γύρισες βιντεοταινίες; Είχες ανάγκη από λεφτά; Όχι. Ανάγκη από λεφτά δεν είχες. Ανάγκη από δόξα δεν είχες; Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πας να γυρίσεις βιντεοταινίες;».

Νίκος Ρίζος

Ο Νίκος Ρίζος φανερά εκνευρισμένος είχε απαντήσει: «Και ποιος σου είπε ότι οι ταινίες αυτές εμένα με βλάψανε. Εσύ μπορείς να το ξέρεις αυτό το πράγμα και δεν το ξέρω εγώ, που γύρισα τρεις φορές όλη την Ελλάδα και δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μου πει “ρε Ρίζο γιατί γύρισες αυτή την κασέτα ρε”. Ένας, ένας Έλληνας να μου πει “γιατί τη γύρισες αυτή την κασέτα;”. Μύλος είναι και αλέθει. Όλα τα αλέθει, αρκεί να τα αλέσεις καλά. Υπάρχουν φτωχοί βέβαια παραγωγοί, υπάρχουν και καλοί παραγωγοί. Ποιος σου είπε οτι το 80% των ηθοποιών δεν γύρισε βιντεοκασέτα όταν είχε ανάγκη από λεφτά σε μία δύσκολη εποχή, όταν ο κινηματογράφος είχε πεθάνει;» Δες την ταινία “Ο Ντόκτορ της κομπίνας” με πρωταγωνιστή τον Νίκο Ρίζο το 1988:

Έφυγε από τη ζωή το 1999, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο καλλιτεχνικό έργο και μια ισχυρή παρακαταθήκη. Η απώλειά του έγινε αισθητή σε όλο τον καλλιτεχνικό χώρο.

Ο Νίκος Ρίζος πέθανε αιφνίδια στις 20 Απριλίου μάχιμος και ενεργός ως ηθοποιός, καθώς εκείνη την περίοδο είχε κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Περοκέ με την επιθεώρηση «Ευρωμελέτα και Έρχεται». Δες βίντεο από την επιθεώρηση λίγο πριν πεθάνει σε νούμερο με τον Σωτήρη Μουστάκα και τον Παύλο Κοντογιαννίδη: