Μία φρικιαστική υπόθεση που έχει συγκλονίσει το πανελλήνιο βρέθηκε σήμερα, Παρασκευή 29 Μαΐου ενώπιον της δικαιοσύνης. Πρόκειται για την δίκη του καθ’ ομολογίαν δολοφόνος της 32χρονης Άλμπα στους Αμπελόκηπους, ο οποίος σκότωσε τη σύζυγό του μέσα στο σπίτι τους στα τέλη Νοεμβρίου του 2024 και έκρυβε τη σορό της στο πατάρι επί μία εβδομάδα.
Ο ίδιος κατά τη διάρκεια της απολογία του στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, επιχείρησε να παρουσιάσει το θύμα ως άπιστη σύζυγο και κακή μητέρα, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πως όλα συνέβησαν όταν εκείνη του αποκάλυψε πως ένα από τα δύο παιδιά τους δεν ήταν δικό του και ότι διατηρούσε σχέση με παιδικό του φίλο. «Θόλωσα όταν μου είπε ότι το ένα μας παιδί δεν είναι δικό μου» είπε χαρακτηριστικά -δείτε εδώ τι άλλο είπε στην απολογία του.
Ένοχος σε ισόβια κάθειρξη ο 42χρονος που δολοφόνησε την 32χρονη σύζυγό του
Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά, το δικαστήριο καταδίκασε τον στιγερό δολοφόνο σε ισόβια κάθειρξη για την φρικιαστική δολοφονία της συζύγου του. Μάλιστα ο 41χρονος κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία 6-1, για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ένας από τους ενόρκους διατύπωσε τη μειοψηφούσα άποψη ότι η πράξη θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής, όπως αναφέρει το newsbomb.gr.
Παράλληλα, στον κατηγορούμενο επιβλήθηκε επιπλέον ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για τα αδικήματα της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας. Οι δικαστές απέρριψαν και τα τέσσερα ελαφρυντικά που ζήτησε η υπεράσπισή του. Την πλήρη απόρριψη των ισχυρισμών του κατηγορούμενου πρότεινε ο εισαγγελέας της έδρας, περιγράφοντας ένα έγκλημα που, κατά την κρίση του, διαπράχθηκε με απόλυτη συνείδηση και μεθοδικότητα.
Η αγόρευση του εισαγγελέα
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο εισαγγελικός λειτουργός σκιαγράφησε το προφίλ της 32χρονης ως μιας αφοσιωμένης και εργαζόμενης μητέρας, ενώ δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι σχεδίαζε να εγκαταλείψει την οικογένειά της ή να απομακρυνθεί από το σπίτι της. Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε «απορριπτέο και αβάσιμο» τον ισχυρισμό ότι η γυναίκα είχε πρόθεση να εγκαταλείψει τα παιδιά της. Αμφισβητήθηκε μάλιστα και η εξωσυζυγική σχέση που υποστήριξε ο κατηγορούμενος για την σύζυγό του καθώς υπενθύμισε ότι ήδη από τον Αύγουστο του 2024 ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως διατηρούσε υποψίες για απιστία, ωστόσο κατά την απολογία του εμφανίστηκε να μεταβάλλει τις θέσεις του και να μην μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις. «Ο ισχυρισμός είναι ψευδής και αναληθής», ανέφερε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος ότι πρόκειται για σενάριο και όχι πραγματικότητα.
Σχετικά με το χρονικό της δολοφονίας, ο εισαγγελέας περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τη σύζυγό του με σφυρί στο κεφάλι, προκαλώντας της βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την πρότασή του, χρησιμοποίησε καλώδιο φορτιστή, το οποίο πέρασε γύρω από τον λαιμό της, προκαλώντας τον θάνατό της από στραγγαλισμό. Κατά τον εισαγγελικό λειτουργό, η συμπεριφορά του δράστη μετά το έγκλημα καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί βρασμού ψυχικής ορμής. Όπως επισήμανε, ο κατηγορούμενος δεν αναζήτησε βοήθεια, δεν ειδοποίησε τις αρχές και δεν έδειξε καμία διάθεση να σώσει τη γυναίκα. Αντιθέτως, επιδόθηκε σε μια σειρά ενεργειών με σκοπό να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Σύμφωνα με τα λόγια του, τύλιξε τη σορό σε οκτώ στρώσεις υφάσματος, την απέκρυψε και αργότερα τη μετέφερε στο πατάρι του σπιτιού μαζί με το σφυρί που φέρεται να χρησιμοποίησε. «Αυτή είναι η συμπεριφορά ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε ήρεμη ψυχική κατάσταση», υποστήριξε, επισημαίνοντας ότι οι κινήσεις του κατηγορούμενου ήταν οργανωμένες και στοχευμένες. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις επικοινωνίες που είχε ο κατηγορούμενος με συγγενείς της 32χρονης μετά τη δολοφονία, λέγοντας πως προσπάθησε να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι η γυναίκα είχε φύγει οικειοθελώς από το σπίτι. Κατά τον εισαγγελέα, επρόκειτο για μια συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης του περιβάλλοντος της θανούσας και των Αρχών.
Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε παρορμητικά, αλλά υλοποίησε μια απόφαση που είχε ήδη ωριμάσει μέσα του. Όπως ανέφερε, τα στοιχεία της υπόθεσης δείχνουν ότι η δολοφονία δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης, αλλά η κατάληξη ενός σχεδίου που ο δράστης είχε επεξεργαστεί και έθεσε σε εφαρμογή όταν θεώρησε ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή.




">
">
">
">
">
">
">
">