Αυτή την εβδομάδα η σειρά, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι κάνει φινάλε. Τα τρία επεισόδια που θα προβληθούν θα είναι τα τελευταία της σεζόν με την σειρά να ολοκληρώνεται οριστικά. Στα τρία αυτά επεισόδια λοιπόν, θα δούμε τα φινάλε των 5 αδερφών (δείτε τα πρώτοι εδώ πριν προβληθούν στον ALPHA). Όλες τους θα ζήσουν από μια τραγωδία. Ήδη η Ασπασία έχασε την κόρη της, ενώ η Ιουλία τον σύζυγό της και τον πεθερό της.

Αυτή την εβδομάδα που έρχεται θα δούμε ποιο θα είναι το τέλος της Μαγδαληνής, της Ξένιας αλλά και της Μελισσάνθης, η οποία θα βιώσει την μεγαλύτερη τραγωδία, αφού θα μείνει μόνη και μαυροφορεμένη, αφού η απώλεια του Άγγελου δεν θα είναι η μοναδική που θα ζήσει…

Το σπαρακτικό τέλος της Μελισσάνθης στη σειρά, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι Μελισσάνθη Απόστολος

Μετά την αυτοκτονία του Αγγελου, η Μελισσάνθη παλεύει να σταθεί στα πόδια της. Ο,τι της έχει απομείνει από εκείνον είναι το παιδί τους, ο Γεράσιμος, που πάντα μεγάλωνε ως παιδί του Απόστολου. Και ο Απόστολος πάντα γνώριζε την αλήθεια για την απιστία της γυναίκας του αλλά και για την πατρότητα του παιδιού. Ομως ήταν τέτοια η αγάπη του για εκείνη, που ποτέ δεν της είπε κάτι και ποτέ δεν την έφερε σε δύσκολη θέση. Η ζωή συνεχιζόταν με την ανάμνηση του Αγγελου στο μυαλό της. Η Θεώνη αποφασίζει μετά τον χαμό του παιδιού της να τα πουλήσει όλα και να φύγει. Ανάμεσα σ’ αυτά, και το σπίτι που ζουν η Μελισσάνθη με τον Απόστολο – ίσως να το έκανε κι από εκδίκηση, για να τους διώξει μακριά. Το ζευγάρι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και μαζεύει τα πράγματά του για να μετακομίσει στο σπίτι στο Λαγονήσι. Λίγο πριν φύγουν, η Μελισσάνθη πάει να φωνάξει τον γιο της από το δωμάτιό του και τον βρίσκει σωριασμένο στο έδαφος. Στην αρχή πιστεύει ότι τον έχει πάρει ο ύπνος, αλλά σύντομα καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Απόστολος φωνάζει ασθενοφόρο. Μαζί τους βρίσκονται και ο Χρήστος με τη Νίτσα, που επίσης τρελαίνονται από την αγωνία τους. Ο γιατρός ανακοινώνει τα δυσάρεστα. Το παιδί είναι νεκρό! Η κηδεία γίνεται μέσα σε βαρύ κλίμα οδύνης, με τη Μελισσάνθη να μη δέχεται ότι δεν ζει το παιδί της. Ομως η μοίρα της παίζει κι άλλο σκληρό παιχνίδι, καθώς λίγες μέρες αργότερα πεθαίνει και ο Απόστολος προδομένος από την καρδιά του. Τελικά η γυναίκα αποφασίζει, αφού πια τίποτε δεν την κρατάει στην Αθήνα, να επιστρέψει στο πατρικό της, στο πιο ασφαλές μέρος για εκείνη…, στο σπίτι δίπλα στο ποτάμι.

Η συγκλονιστική τελευταία σκηνή

Δύο μήνες μετά… οι πέντε αδελφές επιστρέφουν στο σπίτι δίπλα στο ποτάμι, στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, κουβαλώντας όσα έχασαν και όσα άντεξαν. Πρώτη φτάνει η Μελισσάνθη. Στο σπίτι της. Στο πατρικό της. Η Θεοδώρα τρελαίνεται από τη χαρά της και τρέχει να την αγκαλιάσει. Οι δύο γυναίκες κάθονται μαζί και η Μελισσάνθη εξιστορεί στη μητέρα της όσα έγιναν με κάθε λεπτομέρεια. «Εχεις τρεις άνδρες στον ουρανό να σ’ αγαπάνε και μία γυναίκα στη Γη. Πήγαινε, παιδί μου, να ξεκουραστείς», την προτρέπει η Θεοδώρα, ενώ μέσα της «καίγεται» από το κακό που βρήκε το παιδί της.

Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Δεύτερη φτάνει η Ασπασία. Μαζί με την κόρη της. Η Ασπασία μπαίνει στο παγωμένο ποτάμι σαν να θέλει να ξεπλύνει την ντροπή που ένιωθε για όσα εκείνη πιστεύει ότι οδήγησαν στον θάνατο την κόρη της, τη Στέλλα. Η μικρή Θοδώρα τη βλέπει, ενώ η μάνα της τρέχει να τη σκεπάσει να μην κρυώσει. «Γύρισες… Τώρα όλα θα πάνε καλά», της λέει και τη ρωτάει πού είναι η άλλη της η κόρη. «Μας βλέπει από ψηλά», της απαντάει και η Θεοδώρα σοκάρεται. Το βράδυ οι δύο αδελφές εξιστορούν η μία στην άλλη όσα έζησαν. «Εγώ γύρισα με άδεια την αγκαλιά μου, ενώ εσύ έχεις τη μία κόρη σου. Και τι δεν θα ’δινα να είχα το παιδί μου», λέει με δάκρυα η Μελισσάνθη.

Τρίτη φτάνει η Ξένια. Μαζί της είναι και η μικρή Βασιλική, που έχει ξετρελαθεί με τον τόπο. Φτάνουν στο σπίτι και αντικρίζει τις άλλες δύο αδελφές της. Αγκαλιάζονται σφιχτά όλες μαζί. Η Θεοδώρα δεν μπορεί να πιστέψει ότι μία-μία οι κόρες της φτάνουν εκεί. Αγκαλιάζει και τη Βασιλική, την εγγονή της: «Για μένα είναι σαν να έχει βγει από σένα αυτό το παιδί. Είναι εγγόνι μου, είναι αίμα μου», λέει στην Ξένια. Το βράδυ η άλλοτε σταρ του κινηματογράφου εξιστορεί στις αδελφές της με δάκρυα όσα άσχημα έζησε. «Τελικά σταθήκαμε τόσο αχάριστες, που δεν ξέρω αν μας φτάνει ακόμη μια ζωή για να εξιλεωθούμε», σχολιάζει η Μελισσάνθη και όλες συμφωνούν.

Τέταρτη φτάνει η Μαγδαληνή. Πέφτει στην αγκαλιά των αδελφών της και νιώθει πως θα λιποθυμήσει από τη χαρά της. Δεν περίμενε ότι θα τις αντίκριζε ξανά εκεί, στο πατρικό της. Τα παιδιά μαζεύονται και παίζουν. «Μάνα, επειδή θα ζήλευες που μαζευτήκαμε οι αδελφές, σου φέραμε και τη δική σου», λένε τα κορίτσια στη μάνα τους και εμφανίζεται η Αννα μπροστά της. «Συγγνώμη για ό,τι προκάλεσα στη ζωή του παιδιού σου. Την πήρα μαζί μου για ένα καλύτερο μέλλον και την κατέστρεψα…», απολογείται η Αννα και η Θεοδώρα της απαντάει: «Δεν έχουν νόημα όλα αυτά. Η Μαγδαληνή μόνη της αποφάσισε να φύγει, δεν την πήρες με το ζόρι. Κι οι άλλες μόνες τους έφυγαν. Η καθεμία κουβαλάει από έναν σταυρό, και τώρα που επέστρεψαν ελπίζω να γαληνέψουν. Μόνο η Μελισσάνθη έχασε τα πάντα. Οι άλλες έχασαν άνδρες, παιδιά, αλλά γύρισαν μ’ ένα παιδί η καθεμία».
Πέμπτη φτάνει η Ιουλία. Κοιτάζει όλες της τις αδελφές και δεν μπορεί να πιστέψει ότι είναι αλήθεια. «Είμαστε όλες εδώ ύστερα από χρόνια και όλες αποφασισμένες να μείνουμε για πάντα», τους λέει και αγκαλιάζονται ξανά.

Ο χρόνος κυλάει… σαν ποτάμι. Ολες δείχνουν να έχουν αρχίσει να βρίσκουν και πάλι τα πατήματά τους, τον εαυτό τους, την ψυχή τους. Γύρω από το σπίτι, στο ποτάμι, στη φύση και στην ηρεμία του τόπου, οι γυναίκες της οικογένειας υφαίνουν ξανά δεσμούς στηρίζοντας η μία την άλλη. Το ποτάμι κυλά, όπως πάντα, παίρνοντας μαζί του τον πόνο και αφήνοντας χώρο για ζωή.