Προτού ξεκινήσει η χρυσή εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και πολύ πριν οι κωμικοί πρωταγωνιστές γίνουν τηλεοπτικά είδωλα, υπήρχαν ηθοποιοί που κέρδιζαν την αγάπη του κοινού μόνο με το ταλέντο, την αμεσότητα και την αυθεντικότητά τους. Ένας από αυτούς ήταν ο Μάκης Δεμίρης. Ένας καλλιτέχνης που υπηρέτησε για περισσότερες από τρεις δεκαετίες το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, χαρίζοντας αμέτρητες στιγμές γέλιου αλλά και συγκίνησης. Αν και ποτέ δεν επιδίωξε τη λάμψη του σταρ και ήταν στις περισσότερες ταινίες δευτεραγωνιστής, κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο αγαπητούς λαϊκούς ηθοποιούς της γενιάς του.

Από την Αθήνα στη σκηνή

Ο Μάκης Δεμίρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 με το πραγματικό όνομα Πρόδρομος Κουλούμπας. Από μικρός έδειξε ότι τον γοήτευε ο χώρος της τέχνης και αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη, ενώ παράλληλα φοίτησε και στο Ωδείο Αθηνών, αποκτώντας μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική παιδεία που αργότερα θα τον βοηθούσε να κινηθεί με άνεση τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο.

Με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία, την ψηλόλιγνη φιγούρα, το ξεχωριστό χιούμορ και τη φυσική του παρουσία, άφησε το δικό του αποτύπωμα σε δεκάδες ταινίες, θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές σειρές. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Μάκης Δεμίρης» ήταν εκείνο με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός σε όλη την Ελλάδα. Οι πρώτες του εμφανίσεις έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, σε μια εποχή που το ελληνικό θέατρο γνώριζε μεγάλη άνθηση και ο κινηματογράφος παρήγαγε δεκάδες ταινίες κάθε χρόνο.

Η πορεία στον κινηματογράφο

Ο Μάκης Δεμίρης συμμετείχε σε περισσότερες από σαράντα κινηματογραφικές παραγωγές. Αν και σπάνια κρατούσε τον απόλυτα πρωταγωνιστικό ρόλο, κατάφερνε να ξεχωρίζει χάρη στην εκφραστικότητα, το χιούμορ και τον αυθορμητισμό του. Δες σκηνή από την ταινία “Η κόμισσα της Κέρκυρας” με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Αλέκο Αλεξανδράκη, Νόνικα Γαληνέα:

Ο Μάκης Δεμίρης ήταν αγαπητός στους συναδέλφους του για αυτό και συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς της εποχής, όπως ο Κώστας Βουτσάς, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Νίκος Ρίζος, ο Σωτήρης Μουστάκας, ο Γιώργος Κωνσταντίνου και πολλοί ακόμη πρωταγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου. Δες σκηνή από την ταινία “Κρίμα το μπόι σου” με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα και Μάρω Κοντού:

Το κοινό τον αγάπησε γιατί μπορούσε να ενσαρκώσει με την ίδια φυσικότητα τον λαϊκό τύπο της γειτονιάς, τον αφελή φίλο, τον καλόκαρδο επαγγελματία ή τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Δεν βασιζόταν στις υπερβολές. Το χιούμορ του προερχόταν από την αλήθεια του χαρακτήρα που υποδυόταν. Η καριέρα του ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ενώ η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στην ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο»..

Ταλαντούχος και ιδιοσυγκρασιακός, τον θυμόμαστε συνήθως ως ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχεία, σερβιτόρο και μετρ σε εστιατόρια και ξενυχτάδικα, αλλά και σε ρόλους-έκπληξη, από ντετέκτιβ και σαουδάραβα έμπορο όπλων (στον «Θαυματοποιό» του 1969) μέχρι καπετάνιο, αρχαιοκάπηλο, ταχυδρόμο και αρχηγό των χίπις («Θου-Βου Φαλακρός Πράκτορ – Επιχείρησις: Γης Μαδιάμ» του 1969)! Δες σκηνή από την ταινία “Ο καμαριέρης της μπουζουξούς”:

Ο «Νικόλαος Λαχούρης» του κλασικού «Υπάρχει και Φιλότιμο» (1965) έγινε τελικά καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στις θρυλικές βιντεοταινίες της δεκαετίας του 1980, όπως στη «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» (1982), Μέχρι και τον παπά – Χάρο θα παίξει στην εξωφρενική «Εθνική παπάδων» του 1984, γιατί προπάντων ήταν ένας ακομπλεξάριστος τύπος που ποτέ δεν έλεγε «όχι» αν η πρόταση ήταν του γούστου του. Και ήταν συχνά… Δες βίντεο από την ταινία “Εθνική Παπάδων”:

Η «Γειτονιά μας» που τον έκανε γνωστό!

24 Φεβρουαρίου 1972 κάνει πρεμιέρα στην ΥΕΝΕΔ η σειρά «Η γειτονιά μας». Όπως καταλαβαίνει κανείς από τον τίτλο, ήταν μια λαϊκή σειρά. Έφερε όμως την υπογραφή του σπουδαίου Κώστα Πρετεντέρη. Ένας από τους ηθοποιούς που ήθελαν οι συντελεστές ήταν ο Γιάννης Βογιατζής. Ο ηθοποιός όμως, καθώς ήταν δεσμευμένος με κινηματογραφικό συμβόλαιο, δεν μπορούσε να συμμετάσχει, με αποτέλεσμα ο σεναριογράφος να προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Μάκη Δεμίρη. Και από εδώ ξεκινάει ο θρίαμβος. “Η Γειτονιά μας” ήταν η μεγαλύτερη τηλεοπτική επιτυχία της καριέρας του, όπου ενσάρκωσε τον καφετζή Μάκη Κατσαούνη, έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της εποχής. Ο Μάκης Δεμίρης έγινε καθημερινή συντροφιά για χιλιάδες οικογένειες. Η σειρά όχι απλώς γνωρίζει επιτυχία, φτάνει σε απίστευτα νούμερα τηλεθέασης και μπαίνει στην κατηγορία που όταν προβαλλόταν άδειαζαν οι δρόμοι. Εκεί απέδειξε ότι διέθετε εξαιρετικό τηλεοπτικό ένστικτο. Οι χαρακτήρες που υποδυόταν έμοιαζαν πραγματικοί, χωρίς επιτήδευση. Το κοινό αναγνώριζε σε αυτούς ανθρώπους που συναντούσε στην καθημερινότητά του. Δες βίντεο από την δημοφιλή τηλεοπτική σειρά “Η γειτονιά”

Ο Μάκης Δεμίρης στον ρόλο του καφετζή Μάκη Κατσαούνη, είχε χρόνια σχέση με την κομμώτρια Σάσα, που υποδυόταν η Σάσα Καστούρα. Το δε ζευγάρι λατρεύεται από τον περισσότερο κόσμο. Μάλιστα πολλοί πίστευαν ότι ήταν ζευγάρι και στην πραγματική ζωή. Και όταν τελικά ύστερα από πολλά εμπόδια το ζευγάρι παντρεύτηκε στη σειρά, τότε οι φήμες πήραν φωτιά. Μπορεί το δημοφιλές σήριαλ προς απογοήτευση του τηλεοπτικού κοινού να τελείωσε το 1977, όμως ήδη από τον Δεκέμβριο του 1975 είχαν ξεκινήσει ριζικές αλλαγές. Αρκετοί από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους (ανάμεσά τους και ο Δεμίρης με την Καστούρα) αποχώρησαν. Η βασική αιτία ήταν ότι το αρχικό (και βασικό) καστ της σειράς πληρωνόταν με τους χαμηλούς μισθούς που πληρωνόταν και όταν ξεκίνησε η σειρά, και παρά την τεράστια επιτυχία της και τις πολλές ώρες των γυρισμάτων, οι ηθοποιοί αυτοί εξακολουθούσαν να αμείβονται λίγο.

Παράλληλα, ορισμένοι γνωστοί ηθοποιοί που έκαναν κάποιο πέρασμα από τη σειρά, αμείβονταν με νέους, ευνοϊκότερους όρους από ό,τι το παλιό καστ. Και επειδή υπήρχαν και συμβόλαια, όταν ήρθε η ώρα της ανανέωσής τους, οι ηθοποιοί δεν υπέγραψαν. Η επιτυχία της σειράς τον είχε καθιερώσει οριστικά ως έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους κωμικούς ηθοποιούς της εποχής.

Από την τηλεόραση σε cult σειρές… Το μεγάλο παράπονο και η αλλαγή πορείας…

Ο Μάκης Δεμίρης βίωσε τη μετάβαση από τα εξώφυλλα στην ηρεμία, κάποιοι έλεγαν ότι του είχε μείνει μια πικρία για αυτό που είχε συμβεί, αλλά δεν έμεινε άνεργος. Ούτως ή άλλως στο θέατρο –και ειδικά στην επιθεώρηση– ήταν από τους υπολογίσιμους ηθοποιούς. Αλλάζει πορεία και από την τηλεόραση και την μίνι ανάκαμψη του εγχώριου εμπορικού σινεμά κάνει άλλη μια προσωπική επιτυχία στο ρόλο του καθηγητή Θεολογίας που ενσαρκώνει τον ιδιαίτερο καθηγητή θρησκευτικών Λεωνίδα Ζουμπά, στα δύο πρώτα “Ρόδα τσάντα και κοπάνα”. Δες βίντεο από την ταινία “Ρόδα τσάντα και κοπάνα”:

Χαμηλών τόνων, μακριά από τη δημοσιότητα

Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, ο Μάκης Δεμίρης απέφευγε τη δημοσιότητα. Σπάνια έδινε συνεντεύξεις και ακόμη πιο σπάνια μιλούσε για την προσωπική του ζωή. Δεν βασίστηκε ποτέ στη λάμψη, στις δημόσιες σχέσεις ή στα πρωτοσέλιδα, αλλά στο ταλέντο, στη συνέπεια και στην αλήθεια της ερμηνείας του. Και γι’ αυτό παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο αγαπητές μορφές του παλιού ελληνικού θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν έλεγαν πως ήταν ευγενικός, ήρεμος και ιδιαίτερα διακριτικός. Προτιμούσε να συζητά για το θέατρο και τους συναδέλφους του παρά για τον εαυτό του, δεν απαίτησε ποτέ να μπει μπροστά σε μαρκίζες, ούτε και πρωταγωνιστικούς ρόλους. Δες βίντεο από την ταινία “Τα καμάκια” το 1981 με τον Χρήστο Βαλαβανίδη:

Οι έρωτες και η προσωπική ζωή

Η προσωπική ζωή του παρέμεινε σχεδόν πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν επιδίωξε ποτέ να απασχολήσει τα περιοδικά με τις σχέσεις του ούτε να μετατρέψει την ιδιωτική του ζωή σε δημόσιο θέαμα. Κατά καιρούς είχαν γραφτεί διάφορες φήμες για δεσμούς, ωστόσο ο ίδιος δεν επιβεβαίωσε ποτέ τίποτα δημόσια, ούτε και ασχολήθηκε. Έτσι, τα περισσότερα στοιχεία που κυκλοφορούν δεν μπορούν να θεωρηθούν επιβεβαιωμένα. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι επέλεξε να προστατεύσει την ιδιωτικότητά του μέχρι το τέλος της ζωής του, κάτι αρκετά σπάνιο για έναν τόσο αναγνωρίσιμο ηθοποιό.

Η δύσκολη μάχη με τον καρκίνο και η οικονομική βοήθεια του Στάθη Ψάλτη

Στη διάρκεια της ζωής του αντιμετώπισε ξαφνικά σοβαρό πρόβλημα υγείας με καρκίνο του φάρυγγα, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την υποκριτική. Συνέχισε να εργάζεται με αξιοπρέπεια και επαγγελματισμό μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Λίγο πριν το τέλος είχε χάσει εντελώς την φωνή του και μιλούσε με νοήματα. Την περίοδο εκείνη στο πλευρό του βρέθηκαν αγαπημένοι φίλοι και συνάδελφοι. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο Στάθης Ψάλτης, ο οποίος φέρεται να τον βοήθησε οικονομικά και ηθικά σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Ο μεγάλος κωμικός τού έδωσε χρήματα για να ταξιδέψει στη Ρωσία σε εξειδικευμένους γιατρούς, οι οποίοι του έδωσαν δεκαπέντε χρόνια ζωής. Σώζεται μεν, αλλά τα προβλήματα μόλις έχουν αρχίσει με την άρθρωσή του. Κι αυτό για έναν ηθοποιό είναι πολύ σοβαρό. Λιγοστεύουν οι εμφανίσεις του στο χώρο και κάνει κι άλλες δουλειές παράλληλα. Και παρόλο που είχαν βγει άλλοι ηθοποιοί και δεν ήταν στην πρώτη γραμμή, το σινάφι και οι φίλοι του δεν τον ξέχασαν. Έτσι δούλευε και περιστασιακά. Παρά τη γενναία προσπάθειά του, η υγεία του επιδεινώθηκε.

Το τέλος

Ο Μάκης Δεμίρης έφυγε από τη ζωή μόνος του στις 14 Οκτωβρίου 1999, στο σπίτι του στα Πατήσια σε ηλικία 60 ετών, από ανακοπή καρδιάς. Η τελευταία του δουλειά ήταν σε μια περιοδεία. H κηδεία του έγινε στο Νεκροταφείο Αγίων Αναργύρων παρουσία πολλών συναδέλφων του που τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν. Πολλοί από αυτούς μίλησαν για έναν σπουδαίο επαγγελματία, έναν άνθρωπο που ποτέ δεν δημιούργησε αντιπαραθέσεις και που αντιμετώπιζε όλους με σεβασμό.

Σήμερα, εικοσιέξι χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Μάκης Δεμίρης εξακολουθεί να ζει μέσα από τις ταινίες και τις τηλεοπτικές επαναλήψεις. Οι νεότερες γενιές τον γνωρίζουν μέσα από τις κλασικές ελληνικές ταινίες και τη «Γειτονιά μας», ενώ όσοι έζησαν την εποχή της μεγάλης του ακμής τον θυμούνται ως έναν από τους πιο γνήσιους λαϊκούς κωμικούς. Δες μια από τις τελευταίες του ταινίες “Μανούλια αλά Ελληνικά” που προβλήθηκε το 1975: