Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια και τα «μπουλούκια» μέχρι τη Φίνος Φιλμ, τους μεγάλους έρωτες, τους τέσσερις γάμους και τον Φοίβο που απέκτησε στα 84 του, ο Κώστας Βουτσάς έζησε σαν να μην υπήρχε αύριο. Και μέχρι το τέλος δεν σταμάτησε να ερωτεύεται τη ζωή και τις γυναίκες.
Υπήρχαν άνθρωποι που έγιναν σταρ, υπήρχαν άνθρωποι που έγιναν θρύλοι, υπήρχε όμως και ο Κώστας Βουτσάς.
Ο άνδρας με το χαρακτηριστικό χαμόγελο, το αστείρευτο μπρίο, την ενέργεια ενός εφήβου και εκείνη την αφοπλιστική άνεση με την οποία μπορούσε να κάνει ένα ολόκληρο σινεμά να γελάσει. Έζησε σχεδόν εννέα δεκαετίες σαν να είχε συμφωνήσει με τον χρόνο να μην τον προλάβει ποτέ.
Έφυγε από τη ζωή στις 26 Φεβρουαρίου 2020, σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του περίπου επτά δεκαετίες παρουσίας σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του παρέμενε ενεργός και αεικίνητος.
Κι αν υπήρχε μία φράση που θα μπορούσε να συνοψίσει τον άνθρωπο πίσω από τον ηθοποιό, ίσως να ήταν η δική του: «Το θέατρο είναι η ζωή μου, αλλά οι γυναίκες είναι η αποστολή μου».
Από τον Βύρωνα στη Θεσσαλονίκη: Τα δύσκολα χρόνια!
Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931 στον Βύρωνα, ως Κωνσταντίνος Σαββόπουλος και μετακόμισε πολύ νωρίς στη Θεσσαλονίκη, πόλη που ο ίδιος θεωρούσε ουσιαστικά πατρίδα του. Ο Κώστας Βουτσάς αρχικά ονομαζόταν Σαββόπουλος, ωστόσο η οικογένειά του άλλαξε το επώνυμό της σε «Βουτσά». Ο παππούς του ηθοποιού έφτιαχνε βαρέλια τα οποία τα έλεγαν «βουτσιά». Στην αρχή της καριέρας του μάλιστα, θιασάρχης του είχε προτείνει να αλλάξει το επίθετό του σε Βέσελης, αλλά εκείνος αρνήθηκε.
Τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν εύκολα. Από μικρός χρειάστηκε να δουλέψει και να κάνει διάφορες δουλειές για να βοηθήσει την οικογένειά του. Μια διαφορετική ιστορία κρύβεται και πίσω από το μικρό όνομα του Κώστα Βουτσά. Ο ηθοποιός βαφτίστηκε Κώστας προς τιμήν του μεγαλύτερου αδερφού του, που είχε χάσει τη ζωή του από δάγκειο πυρετό. Το αγοράκι που ποτέ δεν γνώρισε ο Κώστας Βουτσάς, ήταν 6 ετών όταν έφυγε από τη ζωή. Η κληρονομιά που άφησε στον αδερφό του ήταν το μικρό του όνομα, αυτό με το οποίο έμαθε να τον φωνάζει κάποτε όλη η Ελλάδα. Γαλουχήθηκε μέσα από πολλές δυσκολίες και αντιξοότητες, κάνοντας δουλειές του ποδαριού από μικρός για να επιβιώσει. Το πρώτο του σπίτι στον Βύρωνα ήταν ένα μαγαζί με δύο δωμάτια και βιτρίνα. Για να βοηθά την οικογένειά του, πουλούσε τσιγάρα με το κασελάκι. Ο ίδιος έκανε επίσης τον αβανταδόρο σε παπατζήδες.
Τα χρήματα από την δουλειά του τα παρέδιδε στη μητέρα του η οποία κρατούσε τα κέρδη και του έδινε τα υπόλοιπα για να συνεχίσει να μπορεί να πουλά τσιγάρα. «Πέρασα πολλά αλλά αυτό με έκανε άνθρωπο και δεν με έκανε τρελό, βεντέτα» έλεγε. Οι ελπίδες των γονιών του ήταν να τον δουν στο Πανεπιστήμιο, γεωπόνο ή χημικό. Όταν, όμως, εντελώς τυχαία συμμετείχε σε μια ερασιτεχνική παράσταση στη κατασκήνωση του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου, παριστάνοντας τον μεθυσμένο, ήταν ολοφάνερο ότι το μέλλον του ήταν αλλού.
«Έχω βγάλει μια θεωρία δική μου. Στο επάγγελμα δεν πας εσύ, σε τραβάει το επάγγελμα. Λέει η ιατρική “Αυτός είναι καλός γιατρός, θα τον πάρω στην αγκαλιά μου” ή η δημοσιογραφία: “Αυτός είναι καλός δημοσιογράφος, θα τον πάρω στην αγκαλιά μου”. Εγώ δεν είχα ιδέα από θέατρο, δεν είχα δει ποτέ μου. Και μια φορά όπως ήμουν αθλητής και έκανα προπόνηση στη Μηχανιώνα, ανέβαινα κατέβαινα στο Γυμνάσιο και εκεί έκαναν πρόβες για παράσταση. Ένας έκανε τον μεθυσμένο, και είπα εγώ “Καλά έτσι τον κάνουν τον μεθυσμένο;” και μου απάντησε ο σκηνοθέτης “έλα κάντον εσύ”. Το έκανα και μου είπε “Ε, εσύ θα το κάνεις” κι έτσι ξεκίνησα την καριέρα του θεάτρου», σημείωνε.
Έτσι, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου και ξεκίνησε την τριβή του με το θεατρικό σανίδι μέσα από τα “μπουλούκια”. Αργότερα θα έλεγε σε συνεντεύξεις του πως ακριβώς αυτές οι δυσκολίες τον έμαθαν να παλεύει και να προχωρά. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου της Αγγελικής Τριανταφυλλίδου και αποφοίτησε το 1953. Επειδή η σχολή δεν ήταν αναγνωρισμένη, χρειάστηκε να περάσει εξετάσεις στην Αθήνα για να αποκτήσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Τα πρώτα του βήματα δεν είχαν τίποτα από τη λάμψη που θα ακολουθούσε, με τα «μπουλούκια», ταξίδεψε στην ελληνική επαρχία και γνώρισε από πρώτο χέρι τη σκληρή πλευρά του θεάτρου. Και κάπου εκεί άρχισε να δημιουργείται ο Βουτσάς που θα αγαπούσε ο κόσμος.
Η Φίνος Φιλμ και η απογείωση
Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σε ηλικία 22 ετών, έγινε το 1953 στην ταινία «Ο Μπαμπάς Εκπαιδεύεται», σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζαρίδη (την ταινία αυτή είχε αρχίσει να σκηνοθετεί ο Νίκος Τσιφόρος αλλά την ολοκλήρωσε ο σεναριογράφος της Γιώργος Λαζαρίδης). Δες ένα σπάνιο ντοκουμέντο της ταινίας:
Το 1958 μπήκε στον κόσμο της Φίνος Φιλμ με την «Κυρά μας τη Μαμή». Η μεγάλη αλλαγή, όμως, ήρθε το 1961, όταν ο Γιάννης Δαλιανίδης του εμπιστεύτηκε έναν απαιτητικό ρόλο στον «Κατήφορο». Από εκεί και μετά η πορεία του ήταν σχεδόν εκρηκτική. Δες σκηνή από την ταινία “Ο κατήφορος”:
Στη δεκαετία του ’60 έγινε ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου. «Η Αλίκη στο Ναυτικό», «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για Φίλημα», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Νύχτα Γάμου», «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», «Ο Γόης», «Το Ανθρωπάκι», «Για Ποιον Χτυπά η Κουδούνα» και δεκάδες ακόμη ταινίες έγιναν κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Δες σκηνή από την ταινία “Νύχτα Γάμου” το 1967 με την Μάρθα Καραγιάννη, τον Φαίδωνα Γεωργίτση, την Μπέτυ Αρβανίτη:
Η Φίνος Φιλμ καταγράφει συνολικά 30 ταινίες του Βουτσά, αριθμός που τον τοποθετεί ανάμεσα στους ηθοποιούς με τη σημαντικότερη παρουσία στην ιστορία της. Και φυσικά υπήρχαν οι ατάκες. «Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» «Κατίνα, σαλαμάκι!» «Φσσστ, μπόϊνγκ!».
Δες σκηνή από την θρυλική ατάκα “Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα” από την ταινία “Κορίτσια για φίλημα”:
“Η Σχολή Καρπαζιάς” του Βουτσά
Οι καρπαζιές που έριχνε στον Τζανετάκο και στον Τζεβελέκο δημιούργησαν … «σχολή καρπαζιάς», και η σκηνή που τραγουδάει το περίφημο «Φσστ μπόινγκ» στο μιούζικαλ «Κάτι να Καίει» προκαλούσαν πανζουρλισμό στις αίθουσες. Υποδυόταν διάφορους τύπους ρόλων με την ίδια ερμηνευτική ικανότητα και έγινε ο μεγάλος σταρ του Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ. Κάποιοι από τους ρόλους του, που μένουν αξέχαστοι είναι ο μικροαστός φουκαράς στο «Ανθρωπάκι», ο Κωνσταντινοπολίτης μαμάκιας στη «Νύχτα Γάμου», ο τεμπέλης γιος στη «Χαρτοπαίχτρα» ο λαϊκός ποδοσφαιριστής στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», ο μικροαπατεώνας στον «Γόη», ο Άραβας γιαλαντζί στον «Ξυπόλητο Πρίγκηψ», και φυσικά ο γιός Ράμογλου με το κότερο στο «Κορίτσια για Φίλημα».
Η ταινία «Το Ανθρωπάκι» με τον Κώστα Βουτσά συνδυάζει χιούμορ και κοινωνικό προβληματισμό. Μέσα από την απλή αλλά συγκινητική ιστορία ενός καθημερινού ανθρώπου, καταφέρνει να σατιρίσει τις δομές εξουσίας, τη γραφειοκρατία και την κοινωνική ανισότητα. Ο Βουτσάς δίνει μια από τις πιο ώριμες και ανθρώπινες ερμηνείες του, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να ξεπεράσει τον καθαρά κωμικό ρόλο και να μεταδώσει και συγκίνηση. Η ταινία ήρθε στη 10η θέση ανάμεσα σε 99 ελληνικές ταινίες της σαιζόν κόβοντας συνολικά 368.680 εισιτήρια.
Δες βίντεο από την ταινία το 1969:
Σε συνέντευξή του το 2015 ο Κώστας Βουτσάς αποκάλυψε αν σκέφτηκε ποτέ να κάνει καριέρα στο εξωτερικό. Όπως είχε πει, τον είχαν καλέσει στη Μεγάλη Βρετανία για να περάσει οντισιόν για τον ρόλο ενός οδηγού σε μία ταινία με την Jane Fonda. Παρόλο που άρεσε στον σκηνοθέτη και που θα ήθελε πολύ να προχωρήσει η συνεργασία τους, έχασε τον ρόλο γιατί δεν ήξερε να μιλά αγγλικά. Και κάπως έτσι, η καριέρα του Κώστα Βουτσά στο εξωτερικό τέλειωσε πριν καν αρχίσει.
Το εύκολο θα ήταν να τον θυμόμαστε μόνο ως τον γοητευτικό, πονηρούλη, αθεράπευτα γυναικά τύπο των ελληνικών κωμωδιών. Όμως ο Βουτσάς είχε πολύ μεγαλύτερο εύρος. Δες σκηνή από την “Χαρτοπαίκτρα” με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, την Ρένα Βλαχοπούλου, την Σαπφώ Νοταρά:
Ο ηθοποιός με το πιο ακριβοπληρωμένο μεροκάματο!
Η ενασχόλησή του με το θέατρο ξεκίνησε ύστερα από εφήμερες συμμετοχές σε περιπλανώμενους θιάσους. Εκείνος πέρασε ακρόαση για τον θίασο της Καλής Καλό που οι φήμες έλεγαν ότι εκείνη ήταν ερωτευμένη μαζί του για αυτό και τον επέλεξε. Όμως εκείνη παράλληλα με την τσαχπινιά του και την γοητεία του, αναγνώρισε και το κωμικό του ταλέντο και τον ξεχώρισε μαζί με μια κοπέλα, την Κική Παπαδοπούλου, τη μετέπειτα σπουδαία τραγουδίστρια Μαρινέλλα. Έτσι, πήρε τον δρόμο για την Αθήνα, συμμετέχοντας στο θέατρο “Περοκέ”, αποκτώντας γρήγορα τους πρώτους του θαυμαστές.
Η ηθοποιός Καλή Καλό είχε μιλήσει στην εκπομπή του Open “Μεσημέρι yes” για το πως ανακάλυψε τον Κώστα Βουτσά, ενώ όπως δήλωσε ένιωθε σαν να έχασε ένα παιδί που γέννησε, με τον θάνατο του μεγάλου κωμικού.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε σε όλα τα είδη θεάτρου αλλά κυρίως κωμωδία, από πρόζα και Αριστοφάνη έως επιθεώρηση και έργα κλασσικού ρεπερτορίου. Μερικές από τις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες ήταν η “Αγάπη μου Παλιόγρια” του Νίκου Τσιφόρου, “Ο Νονός μου ο Διάβολος του Κώστα Πρετεντέρη και “Μπαμπά, ποιος είναι ο Μπαμπάς μου” του Ασημάκη Γιαλαμά. Το 1986 ανέβασε στο θέατρο Γκλόρια την θεατρική μεταφορά της μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας «Τούτσι», ερμηνεύοντας γυναικείο ρόλο.
Δες σκηνή από την ταινία “Αγάπη μου παλιόγρια” που γνώρισε επιτυχία στο θέατρο και στην συνέχεια έγινε και κινηματογραφική ταινία με την Ξένια Καλογεροπούλου:
Όσο ωρίμαζε ο Βουτσάς, τόσο τολμούσε. Έτσι, το 1992 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μετά από πρόταση του ΚΘΒΕ να πρωταγωνιστήσει στον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου. Έπαιξε και σε έργα του μεγάλου κωμωδιογράφου της αρχαιότητας, Αριστοφάνη, στις «Θεσμοφοριάζουσες», στους «Σφήκες» και στους «Όρνιθες», σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία στην Επίδαυρο, όπου σημειώθηκε κοσμοσυρροή.
Δες βίντεο από τον “Αρχοντοχωριάτη” του Μολιέρου:
Τα τελευταία χρόνια συμμετείχε σε μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Μπαμπά, μην ξαναπεθάνεις Παρασκευή» του Αλέξανδρου Ρήγα, ή σε υπερπαραγωγές όπως το «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση, αλλά και σε παιδικές παραστάσεις. Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε την πρώτη σεζόν στην “Σμύρνη μου αγαπημένη” και την επόμενη σεζόν αποχώρησε από την παράσταση για οικονομικούς λόγους.
Ο ίδιος μάλιστα σε ερώτηση των δημοσιογράφων είχε απαντήσει για αυτό:
Το 1984 τιμήθηκε με ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον «Έρωτα του Οδυσσέα» του Βασίλη Βαφέα.
Δες τι έλεγε εκείνος για τον ρόλο του στην ταινία: “Ο Βουτσάς που θα δείτε σε αυτόν τον ρόλο είναι διαφορετικός από τον Βουτσά που ξέρατε”:
Ο δημοφιλής ηθοποιός μέχρι τα βαθιά του γεράματα δεν έβαλε τον εαυτό του σε «σύνταξη». Έπαιζε, εμφανιζόταν, μιλούσε, αστειευόταν, ερωτευόταν. Για εκείνον η σκηνή δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν τρόπος ζωής.
«Ήμασταν τα τρία πιο καλοπληρωμένα «βήτα»: Βουγιουκλάκη – Βουτσάς – Βλαχοπούλου! Έτσι γίναμε όλοι και επιχειρηματίες», είχε πει στη Lifo ο Κώστας Βουτσάς. Ο ηθοποιός τις χρυσές εποχές του ελληνικού κινηματογράφου όπως είχε δηλώσει έπαιρνε 6.000 δραχμές μεροκάματο. Περισσότερο από εκείνον πληρωνόταν μόνο η Αλίκη Βουγιουκλάκη που έπαιρνε 9.000 δραχμές. Ωστόσο κι εκείνα τα χρόνια, ο Κώστας Βουτσάς παρέμενε προσγειωμένος.
Ο αγαπημένος κωμικός, σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει στο VICE και τον Αντώνη Ντινιακό, το 2018 αφηγείται περιστατικά από τη ζωή του με το μοναδικό χιούμορ που τον διέκρινε.
Δες το βίντεο:
Ο Βουτσάς και οι γυναίκες – «Η γυναίκα είναι αποστολή»
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο gossip κομμάτι της ζωής του. Ο ίδιος ουδέποτε έκρυψε ότι ήταν λάτρης των γυναικών, το αντίθετο. Μιλούσε γι’ αυτό με έναν τρόπο σχεδόν αφοπλιστικά ειλικρινή.
Σε συνέντευξή του είχε περιγράψει το φλερτ σαν παιχνίδι κυνηγιού: ήθελε να διεκδικήσει, να φάει μια απόρριψη, να επιστρέψει και να ξαναπροσπαθήσει.
Σε άλλη συνέντευξη είχε πει πως οι γυναίκες ήταν για εκείνον «το Α και το Ω της ζωής».
“Εγώ με τις γυναίκες ήμουνα σκλάβος τους. Σκεφτόμουνα πως να τις ευχαριστήσω…Όλες με αγαπάνε γιατί τις πρόσεχα πάρα πολύ. Δεν τις είχα εκθέσει ποτέ. Είχα γυναίκες παντρεμένες που ήταν μαζί μου και δεν ήθελα να τις εκθέτω, ήμουνα πολύ προσεκτικός” έχει πει σε συνέντευξή του στην διαδικτυακή εκπομπή Celebrity Life Game με τον δημοσιογράφο Κεν Αλεξανδράτο.
Δες βίντεο:
Αυτός ήταν ο Βουτσάς, ένας άνθρωπος που δεν προσπάθησε ποτέ να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άγιο. Παραδεχόταν τις αδυναμίες του, ακόμη και τα λάθη του. «Έχω πληγώσει τις γυναίκες μου, τα παιδιά μου», είχε αναγνωρίσει χρόνια αργότερα, κοιτάζοντας τη ζωή του με περισσότερη αυτογνωσία.
Και σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αυτοκριτικές του, είχε περιγράψει τον εαυτό του ως άνθρωπο με «τρύπια χέρια», εξηγώντας πως δεν μπορούσε να κρατήσει χρήματα και ότι είχε φροντίσει οικονομικά τις γυναίκες της ζωής του. Ο Βουτσάς δεν παράτησε ποτέ την υποκριτική, μέχρι το τέλος της ζωής του έπαιζε και γυρνούσε ταινίες και βιντεοκασέτες με το ίδιο κέφι και την ίδια διάθεση όπως όταν ξεκίνησε. Δες βίντεο από την ταινία του “Στις γυναίκες λέμε ναι” το 1986:
Στέλλα Στρατηγού και Σπεράντζα Βρανά: Οι έρωτες πριν από τους γάμους
Πριν περάσει την πόρτα του πρώτου του γάμου, ο νεαρός Βουτσάς είχε ήδη ζήσει έντονους έρωτες.
Μία από τις πρώτες γνωστές σχέσεις του ήταν με τη Στέλλα Στρατηγού.
Αργότερα ήρθε στη ζωή του η Σπεράντζα Βρανά. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στα παρασκήνια του θεάτρου Ακροπόλ και η σχέση τους υπήρξε έντονη, θυελλώδης και πολυσυζητημένη.
Έφτασαν μάλιστα κοντά στον γάμο, όμως τελικά δεν παντρεύτηκαν. Η Βρανά δεν ήθελε να εγκαταλείψει το θέατρο για να ακολουθήσει τη ζωή που της ζητούσε ο Βουτσάς. Ήταν ένας έρωτας που άφησε εποχή, αλλά όχι γάμο.
Έρρικα Μπρόγιερ: Η πρώτη σύζυγος και η γυναίκα που αγάπησε μέχρι το τέλος!

Το 1964 γνώρισε την Έρρικα Μπρόγιερ.
Η ηθοποιός και χορεύτρια έγινε έναν χρόνο αργότερα η πρώτη σύζυγός του. Μαζί απέκτησαν την κόρη τους, Σάντρα.
Ο γάμος δεν κράτησε για πάντα – όμως η σχέση τους μεταμορφώθηκε σε κάτι που άντεξε πολύ περισσότερο: βαθιά αγάπη και φιλία. Χώρισαν, αλλά δεν έγιναν εχθροί.
Και ίσως αυτό αποδεικνύεται καλύτερα από τα λόγια της ίδιας της Μπρόγιερ χρόνια αργότερα. Όταν ο Βουτσάς παντρεύτηκε την Αλίκη Κατσαβού, η πρώην σύζυγός του βρισκόταν εκεί. Μάλιστα είχε συγκινηθεί τόσο πολύ ώστε, όπως είχε πει η ίδια, έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια του γάμου.
«Τον αγαπώ πάρα πολύ τον Κώστα», είχε πει τότε. Και λίγο πριν από τον δικό της θάνατο είχε μιλήσει ξανά με τρυφερότητα για εκείνον, λέγοντας πως τον αγαπούσε ακόμη περισσότερο.

Μπρόγιερ: Το λαμπερό παραμύθι της Έρρικας – Ο μεγάλος έρωτας με τον Κώστα Βουτσά, οι δυο γάμοι και το δραματικό τέλος της!
Η μοίρα, βέβαια, τους έφερε ξανά πολύ κοντά μέσα από μια τραγική συγκυρία: ο Βουτσάς έφυγε από τη ζωή μόλις λίγες εβδομάδες μετά την Έρρικα.
Δες μια από τις πιο συγκινητικές συνεντεύξεις του ηθοποιού και την τηλεοπτική συνάντηση για πρώτη φορά με την αδερφή του Νίτσα Βουτσά που μίλησε για τις δικές τους αναμνήσεις στην εκπομπή «Με το Νι & με το Σίγμα» το 2019 στο OPEN:
Θεανώ Παπασπύρου: Ο δεύτερος γάμος και οι δύο κόρες
Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Θεανώ Παπασπύρου. Παντρεύτηκαν το 1975 και απέκτησαν δύο κόρες, τη Θεοδώρα και τη Νικολέτα.

Η σχέση τους κράτησε πολλά χρόνια και ο χωρισμός τους ήρθε περίπου το 1988.
Ο ίδιος είχε παραδεχθεί πως η ζωή μαζί του δεν ήταν πάντα εύκολη. Οι απιστίες και η αδυναμία του να ζήσει χωρίς ελευθερία είχαν δημιουργήσει προβλήματα στον γάμο.
«Με πνίγει λίγο η δέσμευση», είχε πει σε συνέντευξή του, περιγράφοντας έναν χαρακτήρα που ήθελε διαρκώς χώρο, κίνηση και ελευθερία.
Παρά τον χωρισμό, η σχέση με τα παιδιά του παρέμεινε σημαντική.
Εύη Καραγιάννη: Ο γάμος και ο Άνθιμος που έγινε «παιδί του»

Η τρίτη σύζυγός του ήταν η ηθοποιός και πρώην μοντέλο Εύη Καραγιάννη.
Ο γάμος τους έγινε το 1993 και η κοινή τους ζωή είχε μια ακόμη σημαντική διάσταση, ο Βουτσάς ανέλαβε ουσιαστικά τον ρόλο του πατέρα απέναντι στον γιο της Εύης, τον Άνθιμο Ανανιάδη.
Δεν ήταν βιολογικό του παιδί, όμως ο ίδιος τον θεωρούσε δικό του.
Η Καραγιάννη είχε μιλήσει με συγκίνηση για τη σχέση τους, λέγοντας πως ο Κώστας τον αγκάλιασε σαν παιδί του και δεν τον ξεχώρισε ποτέ.
Και αυτό είναι ένα κομμάτι της ζωής του που συχνά χάνεται πίσω από την εικόνα του «μεγάλου γόη». Γιατί ο Βουτσάς δεν ήταν μόνο ο άνδρας των πολλών γυναικών. Ήταν και ένας άνθρωπος που ήθελε να προστατεύει τους ανθρώπους του.
Αλίκη Κατσαβού: Ο τελευταίος μεγάλος έρωτας

Και μετά ήρθε η Αλίκη Κατσαβού. Το 2015 γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν. Εκείνος ήταν 84 ετών και εκείνη αρκετά νεότερή του.
Για πολλούς η διαφορά ηλικίας έγινε θέμα συζήτησης. Για τον ίδιο, όμως, δεν υπήρχε κανένα δίλημμα. Το 2016 παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο.
Μάλιστα, λίγο πριν από τον γάμο τους, ο Βουτσάς είχε μιλήσει με τον χαρακτηριστικό του χιούμορ για τη σχέση τους, λέγοντας ότι μαζί της «μίκραινε» και παίζοντας με το όνομά της και την έννοια της νεότητας.
Ο γάμος τους ήταν η αρχή μιας τελευταίας, συγκινητικής σελίδας.
“Θέλω να κάνω ένα παιδί έχω κάνει συμφωνία με τον Χάρο ότι θα φύγω το 2044” έλεγε σε συνέντευξή του στο “Πρωινό” του ΑΝΤ1. Δες το βίντεο:
Μπορεί ο Χάρος να μην υπολόγισε την συμφωνία τους, όμως η Αλίκη του χάρισε το τέταρτο βιολογικό του παιδί, τον Φοίβο. Δες μια κοινή συνέντευξη του Κώστα Βουτσά και της κατά 50 χρόνια μικρότερης τελευταίας του γυναίκας Αλίκης Κατσαβού, στην Ζήνα Κουτσελίνη στο Star στην εκπομπή “Αλήθειες με την Ζήνα” το 2015 και τι έλεγε για τις γυναίκες:
Ο Φοίβος: Πατέρας στα 84
Τον Ιούλιο του 2016 ο Κώστας Βουτσάς έγινε για ακόμη μία φορά πατέρας.

Ο Φοίβος γεννήθηκε όταν ο ηθοποιός ήταν ήδη 84 ετών. Και εκείνος αντιμετώπισε την πατρότητα σαν μια δεύτερη νεότητα.
«Το παιδί είναι υγεία, είναι ζωή», είχε πει, εξηγώντας πως τα παιδιά σε κάνουν να ξανανιώνεις. Ο μικρός Φοίβος έγινε το επίκεντρο της ζωής του.
Ο Βουτσάς έλεγε ότι ήθελε να είναι κοντά του, να τον βλέπει να μεγαλώνει και να του δίνει όσα μπορούσε. Ήταν ίσως η πιο τρυφερή πλευρά του ανθρώπου που για δεκαετίες είχε ταυτιστεί με τον ρόλο του αθεράπευτου γόη.

Δείτε τι έλεγε σε συνέντευξή του για τον Φοίβο σε μια κοινή εμφάνιση μπαμπά και γιου το 2019, στην εκπομπή του Open “Καλοκαίρι not”:
Η σχέση του με την Μάρθα Καραγιάννη
Είναι αδύνατο να γίνει αφιέρωμα στον Βουτσά και να μη φτάσουμε στη Μάρθα Καραγιάννη.
Οι δυο τους υπήρξαν ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα. Έπαιξαν μαζί σε πολλές ταινίες και η χημεία τους ήταν τόσο έντονη, ώστε επί χρόνια κυκλοφορούσαν φήμες ότι υπήρξαν ζευγάρι και στην πραγματική ζωή. Η αλήθεια όμως είναι ότι ανάμεσά τους πέρα από φιλία δεν υπήρξε τίποτα περισσότερο γιατί και οι δυο ήταν μόνιμα “πιασμένοι” με άλλους συντρόφους και δεν κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν ερωτικά…
Ο Βουτσάς, μιλούσε με τεράστια τρυφερότητα για εκείνη και τη θεωρούσε έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής του, το ίδιο και εκείνη. Η Μάρθα Καραγιάννη ήταν μάλιστα κουμπάρα στον γάμο του με την Αλίκη Κατσαβού.
Και κάπως έτσι, δύο άνθρωποι που είχαν συνδεθεί στη συνείδηση του κοινού με τον έρωτα, το φλερτ και το ελληνικό σινεμά, κατέληξαν να έχουν μια βαθιά φιλία που άντεξε δεκαετίες. Δες τι έλεγε σε συνέντευξή της η Μάρθα Καραγιάννη σε αφιέρωμα για τον Κώστα Βουτσά στην εκπομπή “Αλήθειες με την Ζήνα” στο STAR:
Η σχέση του με την ζωή και τον θάνατο
Αν υπάρχει κάτι που κάνει τον Κώστα Βουτσά ξεχωριστό, είναι ότι στις συνεντεύξεις του σπάνια προσπαθούσε να «φιλτράρει» τον εαυτό του. Μιλούσε για τις γυναίκες, για τα λάθη του, για τα χρήματα, για τα παιδιά, για το θέατρο, για τον θάνατο, για την πολιτική, για το σεξ, για τη γήρανση. Και σχεδόν πάντα με χιούμορ.
Ακόμη και σε μεγάλη ηλικία δεν μιλούσε σαν άνθρωπος που θεωρούσε πως «έχει τελειώσει».
Μιλούσε σαν να είχε μπροστά του κι άλλα χρόνια, και άλλα έργα και άλλες γυναίκες και άλλες ιστορίες.
Ίσως ένα από τα πιο συγκλονιστικά στοιχεία της προσωπικότητάς του ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τον θάνατο.
Ο άνθρωπος που λάτρευε τη ζωή δεν μπορούσε εύκολα να διαχειριστεί τις κηδείες. Δεν ήταν ότι πήγαινε σε αυτές για να «συμφιλιωθεί» με τον θάνατο, το αντίθετο, τις απέφευγε.
Σε μία περίπτωση είχε διηγηθεί ότι βρέθηκε σε κηδεία, άρχισε να τρέμει και χρειάστηκε ο Γιάννης Δαλιανίδης μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη να τον πάρουν και να πάνε σε ένα καφενείο για να συνέλθει.
Αργότερα, όταν πέθανε η Έρρικα Μπρόγιερ, το είπε ξεκάθαρα: «Δεν πάω σε κηδείες. Μόνο σε μία θα πάω. Στη δική μου».
Ο άνθρωπος που επί χρόνια αντιμετώπιζε τον θάνατο με χιούμορ δεν ήθελε να τον κοιτάζει κατάματα, ήθελε να κοιτάζει τη ζωή. Και ίσως γι’ αυτό μέχρι το τέλος επέμενε να ζει σαν να ήταν ακόμη νέος.

Κώστας Βουτσάς: Τοποθέτησαν φωτογραφία στο μνήμα του – Η οργισμένη ανάρτηση της κόρης του, Σάντρας
Μια ζωή χωρίς φρένο
Ο Βουτσάς δεν έκρυψε ποτέ ότι είχε κάνει λάθη, το αντίθετο. Έλεγε ότι είχε πληγώσει ανθρώπους, ότι οι γάμοι του δεν ήταν πάντα εύκολοι, ότι οι γυναίκες του είχαν ταλαιπωρηθεί από τον χαρακτήρα του.
Αλλά δεν έμενε εκεί. «Από τα λάθη μου μαθαίνω, αλλά δεν μένω σε αυτά», είχε πει. Αυτή ήταν ίσως η φιλοσοφία ολόκληρης της ζωής του. Έκανε λάθος και προχωρούσε. Χώριζε και ξαναερωτευόταν. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Γερνούσε και συμπεριφερόταν σαν να ήταν ακόμη είκοσι. Και, πάνω απ’ όλα, δούλευε. Δες τι έλεγε σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ένα μήνα πριν φύγει από την ζωή στην εκπομπή της Κατερίνας Καινούργιου “Ευτυχείτε”:
Ο τελευταίος «έφηβος» του ελληνικού σινεμά
Ο Κώστας Βουτσάς έφυγε στις 26 Φεβρουαρίου 2020. Η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών και η κηδεία του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Δες βίντεο από την κηδεία του:
Και κάπως ειρωνικά, ο άνθρωπος που έλεγε πως δεν ήθελε να πηγαίνει σε κηδείες και ότι θα παραστεί μόνο στη δική του, τελικά απέκτησε ακριβώς εκείνο το «τελευταίο κοινό» που πάντα αγαπούσε: χιλιάδες ανθρώπους που πήγαν να τον αποχαιρετήσουν. Ήταν 88 ετών. Είχε προλάβει να κάνει τέσσερις γάμους. Να αποκτήσει τέσσερα βιολογικά παιδιά. Να μεγαλώσει ένα ακόμη παιδί σαν δικό του. Να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Να κάνει δεκάδες ταινίες. Να γεμίσει θέατρα. Να χαρίσει ατάκες που έγιναν συνώνυμες μιας ολόκληρης εποχής. Να γίνει πατέρας στα 84. Να συνεχίσει να δουλεύει σε ηλικία που άλλοι είχαν προ πολλού αποσυρθεί. Και κυρίως, να παραμείνει ο αειθαλής γόης. Ο άνθρωπος που λάτρευε τις γυναίκες, αλλά ακόμη περισσότερο λάτρευε τη ζωή. Ο κωμικός που έκανε γενιές Ελλήνων να γελούν. Ο «αιώνιος έφηβος» που δεν ήθελε να σκέφτεται το τέλος. Και ίσως τελικά αυτή να ήταν η μεγαλύτερη κληρονομιά του: να μη φοβάσαι τόσο πολύ το τέλος, ώστε να ξεχνάς να ζήσεις.
Και ο Κώστας Βουτσάς έζησε. Με τα λάθη του, τους έρωτές του, τους γάμους του, τα παιδιά του, τις επιτυχίες του, τις αδυναμίες του και –πάνω απ’ όλα– με το γέλιο του.
Η κόρη του Θεοδώρα Βουτσά σαν αποχαιρετισμό, ανέβασε ένα βίντεο με τον μπαμπά της και έγραψε: Αυτό το βίντεο το γύρισα με τον μπαμπά το 2018, στο σπίτι του στο Κολωνάκι. Ήταν πάντα χαμογελαστός και ευτυχισμένος όταν μιλούσε για την ΑΕΚ. Ήταν μεγάλη του αγάπη! Στο γραφείο του είχε πάντα κρεμασμένο, από πίσω του, το κασκόλ της ΑΕΚ στα αριστερά και στα δεξιά μια κίτρινη μπάλα που του είχαν υπογράψει όλοι οι παίχτες. Της ήταν πάντα πιστός, της ΑΕΚ! Και η ΑΕΚ όμως τον αγάπησε πολύ! Τα μηνύματα φιλάθλων της ΑΕΚ που έχω δεχτεί είναι βαθιάς αγάπης για τον μπαμπά. Να ευχαριστήσω και πάλι τον Πρόεδρο που τον τίμησε στην τελευταία του «παράσταση» και μίλησε για τον μπαμπά στην Μητρόπολη στις 28.02.2020.




">
">
">
">
">
">
">
">