Μια υπόθεση που προκαλεί έντονα ερωτήματα έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος απέρριψε την προσφυγή αρχιφύλακα της ΕΛ.ΑΣ. που είχε καταδικαστεί για κρυφή βιντεοσκόπηση γυναικών συναδέλφων του στην τουαλέτα. Η καταδικαστική απόφαση παραμένει πλέον οριστικά σε ισχύ, με τον αστυνομικό να έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, ποινή που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ιδιαίτερα ήπια σε σχέση με τη σοβαρότητα των πράξεων που περιγράφονται στην υπόθεση.
Το περιστατικό σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 σε Αστυνομικό Τμήμα της Θεσσαλίας, όπου υπηρετούσε ο συγκεκριμένος αρχιφύλακας. Σύμφωνα με όσα δέχθηκαν τα δικαστήρια, ο αστυνομικός χρησιμοποίησε ένα από τα τρία κινητά τηλέφωνα που είχε στην κατοχή του και τοποθέτησε τη συσκευή στο καλοριφέρ απέναντι από την είσοδο της γυναικείας τουαλέτας. Το κινητό είχε την κάμερα ενεργοποιημένη, με στόχο να καταγράφει τις γυναίκες αστυνομικούς κατά τις ιδιωτικές τους στιγμές.
Πώς ο αστυνομικός βιντεοσκοπούσε τις συναδέλφους του
Μάλιστα, η τοποθέτηση της συσκευής κάθε άλλο παρά… τυχαία έμοιαζε. Το κινητό είχε τοποθετηθεί όρθιο μέσα σε διάφανη σακούλα, η οποία χρησιμοποιούνταν για τη συλλογή πλαστικών καπακιών και ήταν κρεμασμένη στο θερμαντικό σώμα. Επιπλέον, είχε καλυφθεί εν μέρει με δεύτερη μπλε σακούλα, ώστε να μην είναι εύκολα αντιληπτό, ενώ ο φακός της κάμερας είχε μείνει ακάλυπτος και η λειτουργία βιντεοσκόπησης παρέμενε ενεργή.

Η συσκευή εντοπίστηκε από γυναίκα αστυνομικό, η οποία βγαίνοντας από την τουαλέτα παρατήρησε το κινητό. Αρχικά θεώρησε ότι ενδεχομένως κάποιος πολίτης είχε τοποθετήσει το τηλέφωνο για να παρακολουθεί τις γυναίκες που χρησιμοποιούσαν τον χώρο. Η αστυνομικός παρέδωσε τη συσκευή στον αρχιφύλακα, ο οποίος αναγνώρισε ότι του ανήκε.
Στη συνέχεια, ο ίδιος παραδέχθηκε στον διοικητή της υπηρεσίας ότι είχε βίντεο από τη γυναικεία τουαλέτα, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι είχε διαγράψει τα σχετικά αρχεία. Η ψηφιακή έρευνα που ακολούθησε, όμως, έδωσε διαφορετική εικόνα. Πραγματογνωμοσύνη στα τρία κινητά τηλέφωνα και σε USB που κατασχέθηκαν από την κατοχή του οδήγησε στην ανάκτηση εικόνων που απεικόνιζαν ημίγυμνες γυναίκες μέσα σε τουαλέτες.

Παράλληλα οι αρχές εντόπισαν εκατοντάδες επιπλέον φωτογραφίες που παρέπεμπαν σε καταγραφές ανθρώπων σε δημόσιους χώρους και τουαλέτες. Τα συγκεκριμένα αρχεία δεν κατέστη δυνατό να συνδεθούν άμεσα με το περιστατικό στο συγκεκριμένο Αστυνομικό Τμήμα, ωστόσο αποτέλεσαν ένα ακόμη εύρημα. Παράλληλα, οι δικαστές έκριναν βάσιμη την εκτίμηση ότι το επίμαχο αρχείο από το περιστατικό είχε διαγραφεί στο διάστημα μεταξύ της παράδοσης του κινητού και της επίσημης κατάσχεσής του.
Η δικαιολογία που δεν έπεισε
Ο αρχιφύλακας επιχείρησε να δώσει μια διαφορετική εκδοχή για το πώς βρέθηκε το κινητό στη συγκεκριμένη θέση. Υποστήριξε ότι δεν το είχε αφήσει σκόπιμα απέναντι από τη γυναικεία τουαλέτα, αλλά ότι το είχε ακουμπήσει πάνω από τον νιπτήρα την ώρα που έπλενε τα χέρια του και στη συνέχεια απλώς… το ξέχασε. Παράλληλα, αμφισβήτησε ότι οι φωτογραφίες που είχαν εκτυπωθεί προέρχονταν από το συγκεκριμένο Αστυνομικό Τμήμα ή ότι τις είχε τραβήξει ο ίδιος εκεί. Οι ισχυρισμοί του, όμως, δεν έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο.

Οι δικαστές στάθηκαν ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο είχε τοποθετηθεί η συσκευή. Η προσεκτική απόκρυψη του κινητού, η χρήση των σακουλών για να μην είναι εύκολα ορατό και το γεγονός ότι ο φακός της κάμερας είχε παραμείνει ελεύθερος κρίθηκαν στοιχεία που δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με την εκδοχή ότι το τηλέφωνο είχε απλώς ξεχαστεί.
Το δικαστήριο έκρινε, αντίθετα, ότι ο τρόπος τοποθέτησης της συσκευής παρέπεμπε σε πρόθεση απόκρυψης και καταγραφής. Επιπλέον, από την εξέταση του χώρου προέκυψε ότι η γυναικεία τουαλέτα ήταν κλειδωμένη και το κλειδί βρισκόταν αποκλειστικά στη διάθεση των γυναικών που υπηρετούσαν στο Τμήμα, γεγονός που ενίσχυσε την εκτίμηση των δικαστών για το πλαίσιο μέσα στο οποίο είχε τοποθετηθεί η κάμερα.
Η ποινή και η απόφαση του Αρείου Πάγου
Το Εφετείο Λάρισας είχε κρίνει τον αρχιφύλακα ένοχο για «αθέμιτη αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιας πράξης άλλου προσώπου» και του είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης έξι μηνών με τριετή αναστολή. Στον αστυνομικό είχε αναγνωριστεί ως ελαφρυντικό ο πρότερος σύννομος βίος. Ο καταδικασθείς προσέφυγε στη συνέχεια στον Άρειο Πάγο, ζητώντας μεταξύ άλλων διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως έργω εξύβριση, καθώς και την ακύρωση της εφετειακής απόφασης.
Το Ε΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτησή του, κρίνοντας αβάσιμους τους λόγους που επικαλέστηκε. Έτσι, η καταδικαστική απόφαση παραμένει οριστικά σε ισχύ, ενώ στον αρχιφύλακα επιβλήθηκαν επιπλέον δικαστικά έξοδα ύψους 800 ευρώ.




">
">
">
">
">
">
">
">