Ήταν Απρίλιος του 1967 όταν η ατμόσφαιρα στο δάσος του Τατοΐου ήταν βαριά, σαν να προμήνυε το κακό που επρόκειτο να ξεδιπλωθεί μέσα στην απόλυτη ηρεμία της φύσης. Σε έναν απομονωμένο χωματόδρομο, μακριά από τα φώτα και τη βουή της Αθήνας, ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει, μέσα, δύο ψυχές: ένας 36χρονος άνδρας και μια μόλις 19χρονη κοπέλα, είχαν αποφασίσει να δώσουν οριστικό τέλος στη ζωή τους, πιστεύοντας πως η μοίρα τους είχε προδιαγράψει ένα μονοπάτι χωρίς επιστροφή.
Όταν οι αστυνομικοί της Χωροφυλακής πλησίασαν το όχημα, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα θέαμα που θα τους ακολουθούσε για το υπόλοιπο της ζωής τους: τη νεαρή Βασιλική, νεκρή στη θέση του συνοδηγού, και τον Σπύρο, τον άνθρωπο που την παρέσυρε στον θάνατο, να κρατά ακόμα το περίστροφο, έχοντας αυτοπυροβοληθεί δευτερόλεπτα μετά.
Τι συνέβη στο Τατόι το 1967 που «πάγωσε» το πανελλήνιο
Η πρώτη εικόνα που αντικρίσαν οι αρχές ήταν αυτή μιας κλασικής, όσο και αποτρόπαιας, ερωτικής τραγωδίας. Ένα γράμμα που βρέθηκε δίπλα τους εξηγούσε, υποτίθεται, τα πάντα: ο άνδρας έπασχε από ανίατη νόσο, τον καρκίνο, και δεν άντεχε να βλέπει το σώμα του να σβήνει, ενώ η κοπέλα, τυφλωμένη από έναν αρρωστημένο έρωτα, επέλεξε να μην τον αφήσει μόνο του στο «τελευταίο ταξίδι».
Όμως, οι λεπτομέρειες που ακολούθησαν, από τα μετρητά που βρέθηκαν κρυμμένα στον στηθόδεσμο της κοπέλας –τα οποία ο θύτης είχε φροντίσει να αφήσει για τα έξοδα της κηδείας της– μέχρι την ψυχρή οργάνωση του εγκλήματος, αποκάλυπταν μια υπόθεση πολύ πιο βαθιά και σκοτεινή από ό,τι φαινόταν με την πρώτη ματιά. Η διαδρομή προς την αιματηρή νύχτα του Τατοΐου δεν ξεκίνησε στο δάσος, αλλά αρκετούς μήνες νωρίτερα, όταν οι δρόμοι του 36χρονου δημοσιογράφου Σπύρου και της 19χρονης νηπιαγωγού Βασιλικής διασταυρώθηκαν σε μια χριστουγεννιάτικη γιορτή.

Ο Σπύρος, ένας άνθρωπος που απολάμβανε το κύρος της δουλειάς του και ζούσε μια φαινομενικά τακτοποιημένη αστική ζωή, είδε στο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας όχι απλώς έναν άνθρωπο, αλλά ένα «αντικείμενο τέχνης», μια «Αφροδίτη του Μποτιτσέλη», όπως σημείωνε ο ίδιος στο ημερολόγιό του. Χρησιμοποιώντας την ανάγκη της κοπέλας για εργασία ως «δούρειο ίππο», την έπεισε να εργαστεί στο σπίτι του, στήνοντας μια τέλεια μεθοδευμένη παγίδα που δεν άργησε να μετατραπεί σε μια παράνομη ερωτική σχέση, κάτω από τη στέγη της νόμιμης συζύγου του. Η ένταση στο σπίτι έγινε ανυπόφορη, ο χωρισμός με τη σύζυγό του φάνηκε αναπόφευκτος και όλα έδειχναν πως η ιστορία θα έκλεινε με ένα τυπικό διαζύγιο.
Ωστόσο, η ιατρική «καταδίκη» που ήρθε λίγο μετά –μια διάγνωση για όγκο στους πνεύμονες– λειτούργησε ως ο καταλύτης για την απόλυτη κατάρρευση. Ο Σπύρος, εγωιστής και απρόθυμος να υποστεί την εικόνα της αδυναμίας, αποφάσισε να «φύγει» πριν η αρρώστια τον αναγκάσει να γίνει βάρος. Παρασύροντας τη νεαρή Βασιλική, η οποία ήταν πια εξαρτημένη συναισθηματικά από εκείνον, την έπεισε πως ο μόνος τρόπος να παραμείνουν μαζί ήταν ο θάνατος. Η κοπέλα, ανώριμη και τυφλωμένη από το πάθος, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, αγνοώντας πως η απόφαση αυτή βασιζόταν σε ένα ψέμα.

Παραδόθηκε 39 χρόνια μετά τη δολοφονία: «Εγώ το έκανα» – Η ανατριχιαστική ομολογία και ο λόγος που μίλησε τώρα
Η ψυχρή λεπτομέρεια με την οποία ο Σπύρος οργάνωσε την τελευταία τους διαδρομή, από την αγορά των μετρητών μέχρι την επιλογή της απομονωμένης τοποθεσίας, δείχνει έναν άνθρωπο που, παρά την απόγνωσή του, παρέμεινε προσηλωμένος στον εγωκεντρικό του σχεδιασμό μέχρι την τελευταία στιγμή, στερώντας από ένα παιδί το δικαίωμα στη ζωή και το μέλλον. Το πραγματικό σοκ, όμως, δεν ήρθε στο δάσος, αλλά στο μεταλλικό τραπέζι του νεκροτομείου, όταν ο ιατροδικαστής Δημήτριος Καψάσκης προχώρησε στη νεκροψία. Καθώς άνοιγε το σώμα του Σπύρου, ψάχνοντας να επιβεβαιώσει τον όγκο που είχε τρομοκρατήσει τον άντρα και τον είχε οδηγήσει σε μια τέτοια κτηνωδία, ήρθε αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που κατέλυε κάθε λογική: ο άντρας δεν είχε καρκίνο.

Η «σκιά» στην ακτινογραφία ήταν απλώς το απομεινάρι μιας παλιάς φυματίωσης που είχε περάσει στο παρελθόν, χωρίς κανέναν απολύτως κίνδυνο για τη ζωή του. Η είδηση αυτή της λανθασμένης διάγνωσης έσκασε σαν βόμβα στην ελληνική κοινωνία του 1967, μετατρέποντας μια ιστορία πάθους σε μια βιβλική τραγωδία που βασίστηκε σε ένα τραγικό ιατρικό λάθος. Ο άνθρωπος που πίστευε πως πεθαίνει, ο άνθρωπος που είχε «δικαιολογήσει» στον εαυτό του το έγκλημα της δολοφονίας μιας αθώας κοπέλας και της αυτοχειρίας του, ήταν στην πραγματικότητα υγιέστατος.
Πηγή: Athensmagazne.gr




">
">
">
">
">
">
">
">