Πέθανε σε ηλικία 69 ετών ο Τζον Σουίνι, ένας από τους πλέον διαβόητους δολοφόνους της Βρετανίας, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης για τη δολοφονία και τον τεμαχισμό δύο πρώην συντρόφων του.

Ο άνδρας που είχε αποκαλέσει τον εαυτό του «Κυνηγό του Κρανίου» άφησε την τελευταία του πνοή στις 14 Αυγούστου στη φυλακή υψίστης ασφαλείας HMP Whitemoor, στο Κέιμπριτζσιρ. Η επίσημη αιτία του θανάτου του δεν έχει ανακοινωθεί, ωστόσο, σύμφωνα με τους Times, έπασχε από καρκίνο. Ο Σουίνι πέθανε παίρνοντας μαζί του μυστικά που οι Αρχές προσπαθούσαν επί δεκαετίες να αποκαλύψουν. Δεν αποκάλυψε ποτέ πού βρίσκονται τα κεφάλια και άλλα μέλη των δύο γυναικών που δολοφόνησε, ενώ η αστυνομία θεωρούσε πιθανό να υπήρχαν και άλλα θύματα.

Εκπρόσωπος της βρετανικής Υπηρεσίας Φυλακών ανέφερε: «Πρόκειται για φρικιαστικά εγκλήματα και οι σκέψεις μας παραμένουν στα θύματα και στους αγαπημένους τους. Όπως συμβαίνει με όλους τους θανάτους υπό κράτηση, η υπηρεσία Prison and Probation Ombudsman διεξάγει έρευνα και θα ήταν ακατάλληλο να σχολιάσουμε περαιτέρω πριν από την ολοκλήρωση των ευρημάτων της».

Οι δύο γυναίκες που δολοφόνησε και τεμάχισε

Σουίνι
Ο serial killer πέταξε τις σορούς της Μελίσα Χάλστεντ και τις Πόλα Φιλντς σε κανάλια στο Ρότερνταμ και το Λονδίνο

Ο Τζον Σουίνι καταδικάστηκε το 2011 στο Old Bailey για τις δολοφονίες δύο πρώην συντρόφων του, της 33χρονης Αμερικανίδας Μελίσα Χάλστεντ και της 31χρονης Πόλα Φιλντς. Μετά τις δολοφονίες, τεμάχισε τις σορούς τους και πέταξε τα λείψανά τους σε κανάλια στην Ολλανδία και στο Λονδίνο. Πρώτο γνωστό θύμα του ήταν η Μελίσα Χάλστεντ, μοντέλο από τις ΗΠΑ, η οποία δολοφονήθηκε το 1990. Το διαμελισμένο σώμα της βρέθηκε σε κανάλι στο Ρότερνταμ, όμως παρέμεινε χωρίς ταυτότητα για 18 ολόκληρα χρόνια. Μόλις το 2008, χάρη στην εξέλιξη των εξετάσεων DNA, οι Αρχές κατάφεραν να επιβεβαιώσουν ότι τα λείψανα ανήκαν στην 33χρονη. Το κεφάλι και τα χέρια της δεν εντοπίστηκαν ποτέ.

Περισσότερα από δέκα χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2001, έξι σάκοι εντοπίστηκαν να επιπλέουν στο Regent’s Canal, στην περιοχή Κάμντεν του βόρειου Λονδίνου. Στο εσωτερικό τους υπήρχαν τα τεμαχισμένα λείψανα της Πόλα Φιλντς. Και σε αυτήν την περίπτωση έλειπαν το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια του θύματος. Οι εισαγγελείς υποστήριξαν στη δίκη ότι ο τεμαχισμός των γυναικών δεν αποτελούσε μόνο έκφραση της ακραίας βιαιότητάς του, αλλά και συνειδητή προσπάθεια να εμποδίσει την ταυτοποίησή τους. Ο Σουίνι δεν αποκάλυψε ποτέ τι απέγιναν τα μέλη των δύο γυναικών που δεν βρέθηκαν, αφήνοντας τις οικογένειές τους χωρίς ολοκληρωμένες απαντήσεις ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Τα «δαιμονικά» έργα που αποκάλυπταν την εμμονή του

Ο Σουίνι εργαζόταν ως ξυλουργός, αλλά πίσω από την καθημερινή του εικόνα έκρυβε μια έντονα βίαιη και σκοτεινή προσωπικότητα. Στο σπίτι του οι αστυνομικοί εντόπισαν μακάβρια σχέδια, πίνακες και ποιήματα, μέσα από τα οποία καυχιόταν για τη δράση του και εξέφραζε το μίσος του απέναντι στις γυναίκες. Σε έναν από τους πίνακές του είχε ζωγραφίσει ένα ματωμένο τσεκούρι και είχε αποκαλέσει τον εαυτό του «Scalp Hunter», δηλαδή «Κυνηγό του Κρανίου». Άλλα έργα του περιείχαν αναφορές σε τεμαχισμούς και ανθρώπινα μέλη, με τους εισαγγελείς να θεωρούν ότι αποτύπωναν τις εμμονές του και πιθανόν στοιχεία από τα εγκλήματά του.

Ο εισαγγελέας Μπράιαν Άλτμαν είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της δίκης: «Η αστυνομία ανακάλυψε στην κατοχή του συχνά μακάβρια και δαιμονικά σχέδια, πίνακες ζωγραφικής, καθώς και σελίδες με ποιήματα, τα οποία αποκαλύπτουν ένα εμμονικό και έντονο μίσος για τις γυναίκες και μια εμμονή με τον τεμαχισμό. Πρόκειται για έναν άνθρωπο γεμάτο μίσος, ελεγκτικό και κτητικό. Ήταν επιρρεπής σε εκρήξεις οργής και δολοφονικά ξεσπάσματα».

Η γυναίκα που επέζησε από την επίθεσή του

Καθοριστικό ρόλο στην αποκάλυψη της δράσης του έπαιξε η Ντέλια Μπάλμερ, νοσηλεύτρια και πρώην σύντροφός του, η οποία επέζησε από μία εξαιρετικά βίαιη επίθεση. Λίγο μετά την έναρξη της σχέσης τους, η συμπεριφορά του άρχισε να αλλάζει. Έγινε κτητικός, ελεγκτικός και βίαιος, με αποτέλεσμα η Μπάλμερ να αποφασίσει να τον εγκαταλείψει. Εκείνος, όμως, εισέβαλε στο σπίτι της και την κράτησε δεμένη στο κρεβάτι για ημέρες, απειλώντας την με μαχαίρι και όπλο. Κατά τη διάρκεια της ομηρίας της, ο Σουίνι φέρεται να της είπε ότι είχε διαπράξει τρεις δολοφονίες στο Άμστερνταμ. Η συγκεκριμένη αποκάλυψη ενίσχυσε αργότερα τις υποψίες των αστυνομικών ότι οι δύο γυναίκες για τις οποίες καταδικάστηκε ενδέχεται να μην ήταν τα μοναδικά του θύματα.

Η Μπάλμερ είχε επίσης ανακαλύψει στην κατοχή του μία πράσινη τσάντα που περιείχε μονωτική ταινία, πριόνι, πλαστικό κάλυμμα, λαστιχένια γάντια και σχοινί. Χρόνια αργότερα περιέγραψε το περιεχόμενό της ως «ένα κιτ για την εξαφάνιση μιας σορού, προορισμένο για μένα». Όταν κατάφερε να ξεφύγει από την ομηρία, κατήγγειλε τον Σουίνι στην αστυνομία. Εκείνος συνελήφθη, αλλά στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Ενώ βρισκόταν ελεύθερος, επέστρεψε και της επιτέθηκε με τσεκούρι και μαχαίρι. Η γυναίκα σώθηκε χάρη στην επέμβαση ενός γείτονα, ο οποίος άκουσε τη φασαρία, έσπευσε στο σημείο κρατώντας ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ και ανάγκασε τον δράστη να απομακρυνθεί. Η Μπάλμερ τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, έχασε ένα δάχτυλο και έφερε μόνιμες ουλές από την επίθεση.

Έμεινε φυγάς για έξι χρόνια

Μετά την επίθεση στη Ντέλια Μπάλμερ, ο Σουίνι κατάφερε να εξαφανιστεί. Παρέμεινε φυγάς για περίπου έξι χρόνια, μέχρι τη σύλληψή του το 2001. Αρχικά καταδικάστηκε για την απόπειρα δολοφονίας της Μπάλμερ και για αδικήματα που αφορούσαν όπλα. Η επιμονή της ίδιας να μιλήσει και να καταθέσει, παρά το τραύμα που είχε υποστεί, συνέβαλε καθοριστικά ώστε οι αστυνομικοί να εξετάσουν βαθύτερα το παρελθόν του. Η έρευνα οδήγησε τελικά στη σύνδεσή του με τις δολοφονίες της Μελίσα Χάλστεντ και της Πόλα Φιλντς. Το 2011 κρίθηκε ένοχος και για τα δύο εγκλήματα, με το δικαστήριο να του επιβάλλει ισόβια κάθειρξη χωρίς καμία δυνατότητα αποφυλάκισης.

Παρότι ο Σουίνι καταδικάστηκε για δύο δολοφονίες, οι αστυνομικοί εξέταζαν για χρόνια το ενδεχόμενο να είχε σκοτώσει και άλλες γυναίκες με τις οποίες διατηρούσε σχέσεις και οι οποίες είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Οι δικές του αναφορές σε περισσότερους φόνους, τα μακάβρια έργα που βρέθηκαν στην κατοχή του και τα μεγάλα χρονικά διαστήματα για τα οποία οι Αρχές δεν γνώριζαν τη δράση του δημιούργησαν την υποψία ότι η πλήρης έκταση των εγκλημάτων του δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Ωστόσο, δεν συγκεντρώθηκαν επαρκή στοιχεία για να του απαγγελθούν πρόσθετες κατηγορίες. Ο θάνατός του σημαίνει ότι αρκετά ερωτήματα, τόσο για πιθανά άγνωστα θύματα όσο και για τα μέλη των δύο γυναικών που δεν εντοπίστηκαν, ενδέχεται να μείνουν για πάντα αναπάντητα.

Η υπόθεση που έγινε τηλεοπτική σειρά

Η εφιαλτική ιστορία της Ντέλια Μπάλμερ μεταφέρθηκε και στη μικρή οθόνη. Η ίδια κατέγραψε όσα έζησε στα απομνημονεύματά της «Living with a Serial Killer», τα οποία κυκλοφόρησαν το 2017. Το βιβλίο αποτέλεσε τη βάση για τη μίνι σειρά του ITV «Until I Kill You», που προβλήθηκε το 2024. Τον ρόλο της Μπάλμερ υποδύθηκε η Άννα Μάξγουελ Μάρτιν, ενώ τον Τζον Σουίνι ενσάρκωσε ο Σον Έβανς. Η σειρά επικεντρώθηκε όχι μόνο στην εγκληματική δράση του Σουίνι, αλλά κυρίως στον αγώνα της γυναίκας που επέζησε, στη δύναμή της να τον καταγγείλει και στις αποτυχίες του συστήματος να την προστατεύσει εγκαίρως.