Επτά χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 9 Σεπτεμβρίου, από τον αιφνίδιο θάνατο του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Του αντισυμβατικού τραγουδοποιού που έκανε ολόκληρες γενιές να τραγουδήσουν τον «Νότο», το «Διδυμότειχο Blues» και το «Πόσο σε θέλω», ενώ πίσω από τη σκηνή έδινε τις δικές του μάχες. Η περιπετειώδης ζωή του, η αποκάλυψη για τα ναρκωτικά, ο κρυφός γάμος, η αδυναμία στη μοναχοκόρη του και το ξαφνικό τέλος στον Πτελεό Μαγνησίας.
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: Ένας «ανήσυχος» καλλιτέχνης γεννιέται στον Βόλο
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1956, στη Νέα Ιωνία Μαγνησίας. Η μουσική υπήρχε μέσα στο σπίτι του από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ο πατέρας του ήταν μαέστρος και πιανίστας, αλλά και διευθυντής της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά.
Σπούδασε στο Ελληνικό Ωδείο, χωρίς όμως να ακολουθήσει την ασφαλή και προβλέψιμη διαδρομή ενός μουσικού με ακαδημαϊκές περγαμηνές. Πριν καταφέρει να βιοποριστεί από την τέχνη του, έκανε διάφορες δουλειές, αναζητώντας τον δικό του δρόμο. Μετά τη στρατιωτική του θητεία τραγούδησε αντάρτικα δίπλα στον Πάνο Τζαβέλα, στη «Συντροφιά», μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε ότι η ζωή του δεν μπορούσε να βρίσκεται μακριά από τη μουσική.
Στα 20 του χρόνια δημιούργησε μαζί με τον Παύλο Κικριλή και τον Δημήτρη Βασαλάκη τους P.L.J. Band. Αργότερα προστέθηκε στο συγκρότημα ο Αντώνης Μιτζέλος, μία από τις καθοριστικές μουσικές παρουσίες στην πορεία του.
Το ταξίδι στο Παρίσι και το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε
Η φιλοδοξία τους ξεπερνούσε από την αρχή τα ελληνικά σύνορα. Τα μέλη των P.L.J. επιβιβάστηκαν σε ένα ταλαιπωρημένο αυτοκίνητο και ταξίδεψαν έως το Παρίσι, πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τα βήματα των Aphrodite’s Child και να χτίσουν μια διεθνή καριέρα.
Το μεγάλο ευρωπαϊκό όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Το πρώτο τους άλμπουμ, το αγγλόφωνο «Armageddon», κυκλοφόρησε το 1982 και βασίστηκε στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Παρότι δεν γνώρισε τότε την επιτυχία που περίμεναν, εξελίχθηκε με τα χρόνια σε έναν δυσεύρετο και σχεδόν συλλεκτικό δίσκο της ελληνικής προοδευτικής ροκ σκηνής.
Το 1983 το συγκρότημα πήρε το όνομα Τερμίτες, μια έμμεση αναφορά στους Beatles, και στράφηκε στον ελληνικό στίχο. Η αλλαγή αποδείχθηκε καθοριστική. Η «Αμαρτωλή Μαρία», η «Σκόνη», τα «Τσιμεντένια τρένα» και, λίγο αργότερα, το «Πόσο σε θέλω» έφεραν το συγκρότημα πιο κοντά στο ευρύ κοινό.
Ο κύκλος των Τερμιτών έκλεισε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αλλά για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα άνοιγε ήδη ένα νέο και ακόμη μεγαλύτερο κεφάλαιο.
Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: Τα τραγούδια που έγιναν κομμάτι της ζωής μας
Από το 1989 ακολούθησε προσωπική πορεία ως συνθέτης και ερμηνευτής. Δεν διέθετε μια «γυαλισμένη» σκηνική εικόνα και δεν προσπάθησε ποτέ να αποκτήσει. Με την κιθάρα, τη βαθιά και ελαφρώς βραχνή φωνή του και έναν σχεδόν εξομολογητικό τρόπο ερμηνείας, μπορούσε να μετατρέψει κάθε συναυλία σε συνάντηση φίλων.
Το «Διδυμότειχο Blues», ο «Νότος», ο «Μικρός Τιτανικός», το «Έλα ψυχούλα μου», το «Και τι ζητάω», τα «Τερατάκια τσέπης», η «Σκόνη», το «Να δεις τι σου ’χω για μετά» και το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι» είναι μόνο μερικά από τα τραγούδια που φέρουν τη μουσική σφραγίδα του.
Κατά τη διάρκεια της μακράς διαδρομής του συνεργάστηκε με ορισμένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού τραγουδιού: τον Γιώργο Νταλάρα, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, την Ελευθερία Αρβανιτάκη, τον Αντώνη Βαρδή, τον Διονύση Τσακνή, τον Νίκο Πορτοκάλογλου, τον Γιάννη Κότσιρα και τον Μίλτο Πασχαλίδη, μεταξύ πολλών άλλων.
Για τον ίδιο, ωστόσο, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν μετριόταν με πωλήσεις ή χρυσούς δίσκους. Εκείνο που θεωρούσε πραγματική ευλογία ήταν να επηρεάσει έστω έναν νεότερο άνθρωπο, ώστε να πάρει κάτι από τη μουσική του και να το εξελίξει.
Η αφοπλιστική εξομολόγηση για τα ναρκωτικά
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν έκρυψε τις σκοτεινότερες πτυχές της νεότητάς του. Είχε παραδεχτεί ότι είχε κάνει χρήση ουσιών, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είχε φτάσει στο σημείο της εξάρτησης. Συναναστρεφόταν ανθρώπους της ροκ σκηνής, μεταξύ των οποίων και τον Παύλο Σιδηρόπουλο, σε μια εποχή κατά την οποία τα ναρκωτικά βρίσκονταν έντονα μέσα στις μουσικές παρέες.
Η απόφαση να σταματήσει συνδέθηκε με τη γνωριμία του με τη γυναίκα που έμελλε να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή του. Πριν από το πρώτο τους ραντεβού είχε καπνίσει με έναν φίλο του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρακολουθήσει όσα του έλεγε εκείνη. Το περιστατικό τον έκανε να πει στον εαυτό του «τέρμα».
Δεν παρουσίαζε, πάντως, την απόφασή του ως μια εύκολη, ρομαντική μεταμόρφωση. Εξηγούσε ότι είχε κουραστεί από αυτόν τον τρόπο ζωής και ότι οι φόβοι του τον προστάτευσαν από περισσότερο επικίνδυνες ουσίες. Ως πατέρας πλέον, η συμβουλή του προς την κόρη του και τους νέους ήταν ξεκάθαρη: «Μακριά».
Ο μυστικός γάμος και η γυναίκα που του άλλαξε τη ζωή
Η Ελένη Μαχαιρίτσα υπήρξε ο άνθρωπος που τον έκανε να αφήσει πίσω του την άστατη ζωή και να θελήσει για πρώτη φορά να δημιουργήσει οικογένεια. Παντρεύτηκαν το 1992, στο Μοναστήρι της Πεντέλης, σε μια τελετή που παρέμεινε απολύτως μυστική.
Παρόντες ήταν μόνο τέσσερις άνθρωποι: το ζευγάρι και οι δύο κουμπάροι. Παρότι εκείνη την περίοδο ο καλλιτέχνης βρισκόταν διαρκώς στη δημοσιότητα, ο γάμος του δεν έγινε γνωστός.
Ο Λαυρέντης δεν χρησιμοποιούσε βαρύγδουπες εκφράσεις όταν μιλούσε για τη σχέση τους. Με την αμεσότητα που τον χαρακτήριζε, είχε εξηγήσει ότι κάποια στιγμή κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα με την οποία ήθελε να μείνει. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή του απέκτησε ένα σταθερό κέντρο.

Η τεράστια αδυναμία του Λαυρέντη στη Μαρία Κλάρα
Από τον γάμο τους γεννήθηκε η μοναχοκόρη τους, Μαρία Κλάρα Μαχαιρίτσα, η οποία σπούδασε κινηματογράφο και Καλές Τέχνες στην Αγγλία. Ο καλλιτέχνης δεν έκρυβε ποτέ ότι της είχε τεράστια αδυναμία. Έλεγε χαρακτηριστικά πως, αν η μισή του ζωή ήταν το τραγούδι, η άλλη μισή ήταν η κόρη του.
Στη σύζυγο και την κόρη του είχε αφιερώσει το «Τόσα χρόνια μια ανάσα», ένα τραγούδι που λειτούργησε ως το δικό του βαθύ «ευχαριστώ» προς τις δύο γυναίκες που τον βοήθησαν να αλλάξει και να βρει την ισορροπία που του έλειπε.
Χρόνια μετά τον θάνατό του, η Μαρία Κλάρα παραδέχτηκε πως η απουσία του δεν συνηθίζεται. Τον περιέγραψε ως έναν πολύ καλό πατέρα, με τον οποίο τσακωνόταν συχνά επειδή ήταν και οι δύο εκρηκτικοί χαρακτήρες. «Ήταν ο πρώτος και μεγαλύτερος έρωτάς μου», είχε εξομολογηθεί, αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι εκείνος δεν τη νανούριζε με τραγούδια, αλλά με αστεία.
Η τελευταία νύχτα στον Πτελεό
Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου 2019, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας βρισκόταν στο σπίτι του στον Πτελεό Μαγνησίας, όπου περνούσε τις τελευταίες ημέρες του καλοκαιριού. Κατά τη διάρκεια της νύχτας υπέστη σοβαρό καρδιακό επεισόδιο.
Το ΕΚΑΒ δέχθηκε την κλήση στις 04:27. Παρά τις προσπάθειες που ακολούθησαν, ο τραγουδοποιός δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή. Είχε ιστορικό καρδιολογικών προβλημάτων και στο παρελθόν είχε υποβληθεί σε επέμβαση μπάι πας.
Ο θάνατός του προκάλεσε σοκ, καθώς την αμέσως επόμενη ημέρα επρόκειτο να εμφανιστεί μαζί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου στο Ηρώδειο, σε συναυλία για το «Μαζί για το Παιδί». Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δώσει στον Βόλο αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο του μουσικό «αντίο».

Επτά χρόνια μετά, ο «Νότος» δείχνει ακόμη τον δρόμο
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν υπήρξε ποτέ ένας αποστειρωμένος καλλιτέχνης. Ήταν αυθόρμητος, εκρηκτικός, ευάλωτος και βαθιά ανθρώπινος. Μίλησε για τα λάθη του, παραδέχτηκε τις σκοτεινές περιόδους του και δεν προσπάθησε να παρουσιάσει τη ζωή του πιο όμορφη από όσο πραγματικά ήταν.
Έζησε έντονα, έπεσε, σηκώθηκε και βρήκε τελικά το δικό του καταφύγιο στην Ελένη, στη Μαρία Κλάρα και στη μουσική. Επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, η φωνή του εξακολουθεί να ακούγεται στις παρέες, στα ραδιόφωνα και στις συναυλίες των φίλων του.
Γιατί υπάρχουν δημιουργοί που δεν φεύγουν όταν σταματά η καρδιά τους. Μένουν μέσα σε μια μελωδία, σε έναν στίχο και σε εκείνο το τραγούδι που κάποιος θα βάλει ξανά απόψε, ψάχνοντας τον δικό του «Νότο».





">
">
">
">
">
">
">
">