Δεν έχει σημασία μόνο το τι βάζουμε στο πιάτο μας, αλλά πότε το τρώμε. Αυτό εξετάζει νέα έρευνα που εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στις ώρες των γευμάτων και στο προσδόκιμο ζωής, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πρωινό και το βραδινό.

Όταν μιλάμε για μακροζωία, η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από τις τροφές που καταναλώνουμε, την άσκηση, τον ύπνο και γενικότερα έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι επιστήμονες στρέφουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους και σε έναν ακόμη παράγοντα: την ώρα που τρώμε. Σε αυτή τη λογική μια νέα μελέτη έρχεται να ενισχύσει το ενδιαφέρον γύρω από το λεγόμενο «meal timing» υποδεικνύοντας ότι το πότε καταναλώνουμε το πρώτο και το τελευταίο γεύμα της ημέρας μπορεί να συνδέεται με τη μακροζωία.

Οι ώρες του πρωινού μπήκαν στο μικροσκόπιο

Στη συγκεκριμένη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο European Journal of Clinical Nutrition συμμετείχαν περίπου 31.000 ενήλικες ηλικίας άνω των 40 ετών. Οι ερευνητές κατέγραψαν τις ώρες κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες κατανάλωναν το πρώτο και το τελευταίο γεύμα τους μέσα στην ημέρα και στη συνέχεια εξέτασαν τα δεδομένα σε βάθος περίπου εννέα ετών.

Ένα από τα ευρήματα που ξεχώρισαν αφορούσε το πρωινό. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όσοι κατανάλωναν το πρώτο γεύμα τους μεταξύ 7 και 8 το πρωί παρουσίασαν καλύτερη εικόνα ως προς τη μακροζωία σε σύγκριση με όσους έτρωγαν πριν από τις 7 ή μετά τις 8.

Μάλιστα, για κάθε ώρα καθυστέρησης του πρώτου γεύματος μετά τις 8 π.μ., οι ερευνητές παρατήρησαν συσχέτιση με αύξηση κατά 3% του κινδύνου θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και κατά 5% του κινδύνου θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο κατά την περίοδο παρακολούθησης. Πρόκειται, ωστόσο, για συσχέτιση και όχι απόδειξη ότι η ώρα του πρωινού αποτελεί από μόνη της την αιτία.

βραδινό

Τι έδειξε η έρευνα για το βραδινό

Ενδιαφέρον παρουσίασαν και τα στοιχεία σχετικά με το τελευταίο γεύμα της ημέρας. Η συγκεκριμένη έρευνα εντόπισε αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου μεταξύ εκείνων που έτρωγαν το βραδινό τους πριν από τις 7 μ.μ. ή μετά τα μεσάνυχτα.

Οι ειδικοί, ωστόσο, αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το εύρημα που αφορά το βραδινό πριν από τις 7 το απόγευμα. Και αυτό γιατί προηγούμενες έρευνες έχουν συσχετίσει το πολύ αργό φαγητό με δυσμενείς επιπτώσεις στη μεταβολική υγεία. Επομένως, οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες προτού εξαχθεί ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα για την «ιδανική» ώρα του βραδινού.

Ένα ακόμη εύρημα της μελέτης αφορούσε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών που συνήθιζαν να καταναλώνουν πολύ αργά το πρώτο τους γεύμα. Όσοι έτρωγαν για πρώτη φορά μετά τις 12 το μεσημέρι και κατανάλωναν το τελευταίο γεύμα τους είτε πριν από τις 7 μ.μ. είτε μετά τα μεσάνυχτα εμφάνισαν τη μεγαλύτερη διαφορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το προσδόκιμο ζωής τους ήταν κατά περίπου 2,5 χρόνια μικρότερο σε σύγκριση με εκείνους που έτρωγαν πρωινό μεταξύ 7 και 8 π.μ. και βραδινό μεταξύ 7 και 8 μ.μ.

Γιατί μπορεί να έχει σημασία η ώρα που τρώμε;

Μια πιθανή εξήγηση βρίσκεται στον κιρκάδιο ρυθμό, το εσωτερικό «ρολόι» του οργανισμού που ρυθμίζει μεταξύ άλλων τον κύκλο ύπνου και εγρήγορσης. Οι ώρες των γευμάτων λειτουργούν ως ένα από τα σήματα που λαμβάνει καθημερινά ο οργανισμός. Όταν το πρόγραμμα διατροφής βρίσκεται συστηματικά σε ασυμφωνία με τον φυσικό κιρκάδιο ρυθμό, ενδέχεται να επηρεάζονται μεταβολικές λειτουργίες.

Η μεταβολική υγεία με τη σειρά της συνδέεται με παράγοντες όπως: το σωματικό βάρος, η ρύθμιση της γλυκόζης και ο κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η επιστημονική κοινότητα εξετάζει πλέον όχι μόνο τι τρώμε, αλλά και το πώς κατανέμουμε τα γεύματά μας μέσα στην ημέρα.

Υπάρχει τελικά «ιδανική» ώρα για να τρώμε;

Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι πρέπει να βάλουμε χρονόμετρο στα γεύματά μας. Η συγκεκριμένη έρευνα ήταν παρατηρητική και επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι μια συγκεκριμένη ώρα πρωινού ή βραδινού είναι εκείνη που προκαλεί μεγαλύτερη ή μικρότερη διάρκεια ζωής.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάζουν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, άνθρωποι με πιο σταθερό πρόγραμμα γευμάτων μπορεί παράλληλα να έχουν διαφορετικό ωράριο εργασίας, κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο ή άλλες καθημερινές συνήθειες που σχετίζονται με την υγεία.

Τα ευρήματα, ωστόσο, προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της σχέσης ανάμεσα στον κιρκάδιο ρυθμό, τον μεταβολισμό και τη μακροζωία. Η ώρα του φαγητού είναι μόνο ένας από τους πολλούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την υγεία σε βάθος χρόνου. Η ποιότητα της διατροφής, η τακτική σωματική δραστηριότητα, ο επαρκής ύπνος και συνολικά ο τρόπος ζωής εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Παρόλα αυτά, η νέα μελέτη δείχνει ότι ένα σχετικά σταθερό πρόγραμμα γευμάτων και ένα πρωινό νωρίς μέσα στην ημέρα ίσως αξίζουν περισσότερη προσοχή. Όσο για το βραδινό, οι ειδικοί θεωρούν ότι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα προτού μπορέσουμε να μιλήσουμε για μία συγκεκριμένη «ιδανική» ώρα. Ένα πράγμα, πάντως, φαίνεται να συγκεντρώνει μεγαλύτερη επιστημονική υποστήριξη: το φαγητό ειδικά κοντά στην ώρα του ύπνου, δεν αποτελεί την καλύτερη συνήθεια για τη μεταβολική υγεία.