Πρεμιέρα απόψε 23/9 στον ΑΝΤ1 κάνει η νέα σειρά Κρίνο και Αγκάθι και το περιοδικό Tv24 έχει στην διάθεσή του ένα από τα πιο σοκαριστικά επεισόδια που θα δούμε! Κόντρα σε όλους, η Λευκή και ο Μάρκος καταφέρνουν να παντρευτούν, αλλά η κοπέλα έχει άλλα σχέδια. Μετά την αποτυχημένη απόπειρά της να τον σκοτώσει στο νυφικό κρεβάτι, οδηγείται στη φυλακή, όπου αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της.
Αρκαδία, 1959. Ο Μάρκος Αρβανίτης, από τις φυλακές Τριπόλεως, επιστρέφει σπίτι του, στην Πλατανιά Αρκαδίας. Βρισκόταν στη φυλακή εδώ και δεκαπέντε χρόνια για έναν φόνο που διέπραξε ο αδελφός του και σημάδεψε για πάντα τόσο τη δική του ζωή όσο και των δύο οικογενειών: Του «φονιά» και του δολοφονημένου. Μέσα στη φυλακή είχε μόνο μία παρηγοριά, τα γράμματα που αντάλλασσε με τη Λευκή, μια γυναίκα που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Ο Μάρκος την έχει ήδη ερωτευτεί από όσα έλεγαν μέσω των γραμμάτων τους και ανυπομονεί για την αποφυλάκισή του προκειμένου να τη συναντήσει. Πράγματι, τη μέρα εκείνη η Λευκή είναι εκεί για να τον υποδεχτεί.
«Περίμενα πώς και πώς να σε συναντήσω. Είσαι ακόμη πιο όμορφη από κοντά!», της λέει και αγκαλιάζονται. Εκείνη παλεύει να κρατήσει το μίσος της για εκείνον, μια και στην πραγματικότητα είναι η αδελφή του άνδρα που ο Μάρκος κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε. Την ίδια ώρα, οι γονείς του Μάρκου, ο Παναγής και η Μαριγώ, πετάνε από ευτυχία που επιτέλους ο γιος τους αποφυλακίζεται και κάνουν προετοιμασίες στο σπίτι τους για την υποδοχή του. «Ο γιος μου αποφυλακίζεται, ακούστε το όλοι!», λέει σε όλους η Μαριγώ, ενώ στο καφενείο ο πατέρας του κερνάει όλο το μαγαζί για τα ευχάριστα νέα. Ομως εκεί βρίσκεται και η μητέρα του νεκρού Ηλία και μητέρα της Λευκής, η Δέσποινα, που σαν το ακούει νιώθει τον πόνο να την κυριεύει. Ο φονιάς του παιδιού της επιστρέφει, αλλά το δικό της παιδί δεν θα γυρίσει ποτέ… Καταρρακωμένη, γυρίζει στο σπίτι της και λέει στη μικρή κόρη της, τη Χρυσούλα: «Αφήσανε τον Μάρκο, τον φονιά». Η ίδια μαζί με τον Στέλιο ζουν ακόμη στη σκιά της τραγωδίας που βρήκε το σπιτικό τους, που δεν έπαψε ποτέ να ζητά δικαίωση. Μετά τον θάνατο του γιου τους, η οικογένεια Δρογούτη πλήρωσε βαρύ τίμημα, καθώς οι Αρβανιταίοι κατηγόρησαν τον Ηλία για κλοπή και ισχυρίστηκαν πως ο Μάρκος τον σκότωσε σε άμυνα. Ολοι τούς γύρισαν την πλάτη και, για να επιβιώσουν, αναγκάστηκαν να στείλουν την κόρη τους, τη Λευκή, σε ορφανοτροφείο.
Η γνωριμία με τους Αρβανιταίους
Η Λευκή με τον Μάρκο περνάνε τις πρώτες ώρες τους μαζί και προσπαθούν να γνωριστούν. «Γιατί σκότωσες εκείνον τον άνδρα;», τον ρωτάει κι εκείνος αρνείται να της απαντήσει: «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό. Τιμωρήθηκα για το έγκλημά μου και ήρθε ο καιρός να φτιάξω μια νέα ζωή». Ο Μάρκος με τη Λευκή κάνουν έρωτα για πρώτη φορά κι εκείνος τη ζητά σε γάμο: «Δεν θέλω να μείνω άλλη μέρα μακριά σου! Θέλω να παντρευτούμε, να γίνεις γυναίκα μου», της λέει κι εκείνη προς έκπληξή του δέχεται. Ο Μάρκος, τρελαμένος από έρωτα για τη Λευκή, δεν μπορεί να το πιστέψει ότι εκείνη δέχτηκε να τον παντρευτεί και της ζητάει να πάνε μαζί στο σπίτι του, να γνωρίσει την οικογένειά του και για να κάνουν τις προετοιμασίες του γάμου τους. Οταν ο Μάρκος φτάνει στο σπίτι, οι δικοί του άνθρωποι τρέχουν έξω να τον υποδεχτούν και να τον αγκαλιάσουν.
Ο νεαρός πέφτει στην αγκαλιά των γονιών του και των δικών του ανθρώπων, που τον υποδέχονται με συγκίνηση. «Γύρισες, παλικάρι μου, επιτέλους!», του λέει η μάνα του όταν παρατηρεί μια κοπέλα να περιμένει πιο πίσω. «Ποια είναι αυτή η κοπέλα;», τον ρωτάει κι εκείνος ανακοινώνει σε όλους: «Είναι η Λευκή, η μέλλουσα γυναίκα μου». Το σοκ είναι τεράστιο για όλους. Ιδιαίτερα η μητέρα του δεν βλέπει με καλό μάτι την κοπέλα και το ένστικτό της της λέει ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Είναι αποφασισμένη να ψάξει και να μάθει την αλήθεια με τη βοήθεια του χωροφύλακα. Παράλληλα, κάνει ξεκάθαρο στη Λευκή ότι «Δεν πρόκειται ποτέ να σε δεχτώ στη ζωή του γιου μου. Μην περιμένεις λοιπόν να σου δώσω την ευχή μου» και η Λευκή με θράσος της απαντάει: «Δεν σας τη ζήτησα». Ο Μάρκος γίνεται έξαλλος με τη μητέρα του, αλλά ξεκαθαρίζει σε όλη του την οικογένεια ότι όσο κι αν το προσπαθήσουν, κανείς δεν πρόκειται να τους χωρίσει με τη Λευκή.
Καρέ-καρέ η επίθεση
Η μέρα του γάμου ξημερώνει και ο Μάρκος ανακαλύπτει τυχαία την τραγική αλήθεια: Η Λευκή είναι η αδελφή του Ηλία. Τότε καταλαβαίνει ότι εκείνη τον πλησίασε με σχέδιο να τον εκδικηθεί για τον χαμό του αδελφού της. Παρά το γεγονός ότι γνωρίζει την αλήθεια, δεν της λέει τίποτε και ο γάμος τους πραγματοποιείται κανονικά. Την ίδια ώρα, η Χρυσούλα ανακαλύπτει πως η αδελφή της παντρεύεται τον φονιά του αδελφού τους και το λέει στη μάνα της: «Η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρκος, μάνα, είναι η αδελφή μου!». Τεράστιο σοκ βρίσκει την οικογένεια. Στο νυφικό κρεβάτι η Λευκή είναι αποφασισμένη να πάρει τον νόμο στα χέρια της: «Ξέρεις ποια έχεις μπροστά σου», του λέει κι εκείνος την πλησιάζει όλο και περισσότερο. «Το ξέρω», της απαντάει κι εκείνη τον διώχνει, καθώς δεν θέλει να τον μαχαιρώσει μια και έχει αρχίσει να αποκτά συναισθήματα για εκείνον. Αλλά εκείνος φτάνει μια ανάσα μακριά της κι εκείνη του μπήγει το μαχαίρι στη κοιλιά!
Η μοιραία απόφαση της Λευκής
Ο Μάρκος πέφτει στο έδαφος γεμάτος αίματα και η Λευκή κάνει να το σκάσει. Ομως το μετανιώνει. Λυγίζει μπροστά στη θέα του ετοιμοθάνατου Μάρκου. Αρχίζει να φωνάζει για βοήθεια. Ολοι βρίσκονται σε σοκ, ενώ η Μαριγώ ρίχνει τα βέλη της στη Λευκή: «Παλιοθήλυκο! Φίδι, σε είχα καταλάβει από την αρχή! Να σαπίσεις στη φυλακή. Αν πάθει κάτι ο γιος μου, βρες πέτρα να κρυφτείς!», της φωνάζει και η Λευκή οδηγείται στη χωροφυλακή. «Γιατί τον μαχαίρωσες;», ρωτάει επίμονα ο διοικητής Λουκάς Γεροδήμος, αλλά εκείνη επιλέγει τη σιωπή, απλώς ρωτάει με αγωνία αν είναι καλά ο Μάρκος. Την ίδια ώρα, ο Μάρκος καταφέρνει να ξεπεράσει τον κίνδυνο.
Οι Αρβανιταίοι ψάχνουν εξηγήσεις για την επίθεση, ενώ οι φόβοι πως το μαχαίρωμα μπορεί να συνδέεται με το παρελθόν τους ήδη ξυπνούν. Από την άλλη, η Δέσποινα απελπισμένη προσπαθεί να βρει τρόπο να δει τη Λευκή στη φυλακή όπου έχει οδηγηθεί, ενώ οι υπόλοιποι Δρογούτηδες, μη γνωρίζοντας για την επιστροφή της, κλείνονται στο σπίτι φοβούμενοι πως η επίθεση στον Μάρκο θα τους βάλει και πάλι στο στόχαστρο. «Θα πιστέψουν ότι το κάναμε για αντίποινα. Καλό είναι να περιορίσουμε τις μετακινήσεις μας μέχρι να μάθουμε τι έχει γίνει…», λέει ο Στέλιος. Την ίδια ώρα, ο Στάθης, γιος του δολοφονημένου από τον ξυλέμπορα Τριαντάφυλλο, ανακαλύπτει νεκρό τον πατέρα του και μαθαίνει για τις απειλές που δέχτηκε από τους Αρβανιταίους. Την ώρα, ωστόσο, που πάει να το καταγγείλει, ο Μάρκος ξυπνάει και λέει ότι δεν τον μαχαίρωσε η Λευκή και ότι πρόκειται για ατύχημα: «Πώς άφησες τη γυναίκα μου να πάει στη φυλακή; Ηταν ατύχημα», λέει στον Μήτρο, αλλά ο αδελφός του του απαντάει: «Πήγε να σε σκοτώσει κι εσύ τη δικαιολογείς;». Ο Μάρκος δραπετεύει από τον ασφυκτικό κλοιό της οικογένειάς του για να πάει να σώσει τη Λευκή, αλλά εκείνη, συντετριμμένη που δεν κατάφερε να εκπληρώσει το χρέος προς τον αδελφό της, αποπειράται να βάλει τέλος στη ζωή της.




">
">
">
">
">
">
">
">