Οι πρώτες τοξικολογικές εξετάσεις του Γιώργου Μαζωνάκη φέρεται να έδειξαν παρουσία βενζοδιαζεπινών στο αίμα του, προσθέτοντας ένα κρίσιμο στοιχείο στην έρευνα για τις συνθήκες του θανάτου του. Η εργαστηριακή διερεύνηση συνεχίζεται, καθώς χρειάζονται εξειδικευμένες αναλύσεις για να προσδιοριστούν η συγκεκριμένη ουσία και η συγκέντρωσή της στον οργανισμό του τραγουδιστή. Το αρχικό αποτέλεσμα αφορά μια κατηγορία φαρμακευτικών ουσιών με αγχολυτική και κατασταλτική δράση. Δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί ποιο ακριβώς σκεύασμα ανιχνεύθηκε ούτε τι ποσότητα υπήρχε στα δείγματα που εξετάστηκαν.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η μιδαζολάμη, η οποία ανήκει στις βενζοδιαζεπίνες και αποτελεί τη δραστική ουσία του Dormicum. Ωστόσο, η ταυτοποίησή της αναμένεται να εξεταστεί στο επόμενο εργαστηριακό στάδιο.

Τα ερωτήματα για την προποφόλη και τη χορήγηση φαρμάκων

Παράλληλα, ερευνάται το ενδεχόμενο χορήγησης προποφόλης, μιας ισχυρής αναισθητικής ουσίας. Η παρουσία της στα δείγματα του καλλιτέχνη δεν παρουσιάζεται ακόμη ως οριστικό εργαστηριακό εύρημα, καθώς αναμένονται τα αποτελέσματα των πιο εξειδικευμένων εξετάσεων.

Η διερεύνηση αφορά και τον πιθανό συνδυασμό προποφόλης και βενζοδιαζεπινών, ώστε να αξιολογηθεί εάν και με ποιον τρόπο συνδέεται με την επιδείνωση της κατάστασής του.

Τα πρώτα ευρήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο τους αρχικούς ισχυρισμούς της 56χρονης προφυλακισμένης γιατρού, η οποία, σύμφωνα με τις πληροφορίες για την υπόθεση, είχε αρνηθεί ότι χορήγησε τέτοιου είδους σκευάσματα στον τραγουδιστή. Η αξιολόγησή τους θα γίνει σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, έχει ζητηθεί νέο δείγμα για ποσοτική ανάλυση, προκειμένου να προσδιοριστεί η συγκέντρωση των ουσιών. Οι εργαστηριακές απαντήσεις αναμένεται να συνεκτιμηθούν με τα δεδομένα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, τις άρσεις απορρήτου και τα ψηφιακά ευρήματα που εξετάζονται για το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Γιώργος Μαζωνάκης: Το εύρημα στην καρδιά και το πόρισμα που αναμένεται

Πέρα από τις τοξικολογικές εξετάσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει η ιστοπαθολογική διερεύνηση. Η πρώτη ιατροδικαστική εικόνα φέρεται να έχει δείξει ισχαιμία του μυοκαρδίου, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ακόμη το τελικό πόρισμα.

Το βασικό ερώτημα παραμένει αν η καρδιακή ανακοπή συνδέθηκε με τις ιατρικές παρεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο Γιώργος Μαζωνάκης ή αν υπήρχε προϋπάρχον καρδιολογικό πρόβλημα. Πρόκειται για ενδεχόμενα που εξακολουθούν να εξετάζονται και αναμένεται να αξιολογηθούν με βάση το σύνολο των εργαστηριακών και ιατροδικαστικών ευρημάτων.

Η έρευνα συνεχίζεται και στα τηλεφωνικά και ψηφιακά ίχνη της γιατρού και του εμπλεκόμενου υπνοθεραπευτή. Οι κινήσεις και οι επικοινωνίες τους εξετάζονται μαζί με τα ιατρικά δεδομένα, ώστε να αποσαφηνιστεί η αλληλουχία των γεγονότων πριν από τη μοιραία ανακοπή.

Βενζοδιαζεπίνες: Πότε τα ηρεμιστικά γίνονται επικίνδυνα – Οι συνδυασμοί που απειλούν την αναπνοή

Οι βενζοδιαζεπίνες είναι φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του άγχους και άλλων καταστάσεων, αλλά και για καταστολή στο πλαίσιο ιατρικών πράξεων. Η δράση τους μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη. Ωστόσο, η λήψη τους απαιτεί ιατρική παρακολούθηση, καθώς συνδέεται με κινδύνους που περιλαμβάνουν την έντονη υπνηλία, τη σωματική εξάρτηση και, σε ορισμένες συνθήκες, τη σοβαρή επιβράδυνση της αναπνοής.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν ουσίες όπως η διαζεπάμη, η λοραζεπάμη και η αλπραζολάμη. Παρότι συχνά αναφέρονται συνολικά ως «ηρεμιστικά», δεν είναι όλες ίδιες και δεν χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο. Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από τον λόγο χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς.

Για ποιους λόγους χορηγούνται

Οι βενζοδιαζεπίνες έχουν διαφορετικές εφαρμογές, ανάλογα με τη δραστική ουσία. Η διαζεπάμη, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται για το άγχος, ορισμένους μυϊκούς σπασμούς και την αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων. Μπορεί επίσης να χορηγηθεί πριν από μια επέμβαση ή άλλη ιατρική διαδικασία, ώστε να βοηθήσει τον ασθενή να χαλαρώσει.

Ορισμένα φάρμακα της κατηγορίας χρησιμοποιούνται και στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων από τη στέρηση αλκοόλ, υπό ιατρική επίβλεψη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούν να συνδυάζονται με την κατανάλωση αλκοόλ.

Οι παρενέργειες που χρειάζονται προσοχή

Η υπνηλία, η ζάλη και η αδυναμία είναι μεταξύ των γνωστών ανεπιθύμητων ενεργειών. Η κατασταλτική δράση μπορεί να επηρεάσει την εγρήγορση και να δυσκολέψει δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή.

Όποιος εμφανίζει υπνηλία ή μειωμένη εγρήγορση μετά τη λήψη τους δεν πρέπει να οδηγεί ή να χειρίζεται επικίνδυνα μηχανήματα. Παράλληλα, ο γιατρός χρειάζεται να γνωρίζει όλα τα υπόλοιπα φάρμακα και τις ουσίες που λαμβάνει ο ασθενής, ώστε να αξιολογήσει πιθανές αλληλεπιδράσεις.

Ο επικίνδυνος συνδυασμός με αλκοόλ και οπιοειδή

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν οι βενζοδιαζεπίνες συνδυάζονται με οπιοειδή, όπως ορισμένα ισχυρά παυσίπονα, ή με άλλα φάρμακα που καταστέλλουν το κεντρικό νευρικό σύστημα.

Η ταυτόχρονη χρήση μπορεί να προκαλέσει βαθιά καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Το αλκοόλ μπορεί επίσης να ενισχύσει την κατασταλτική τους δράση και πρέπει να αποφεύγεται.

Η αναπνευστική καταστολή σημαίνει ότι η αναπνοή γίνεται ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η οξυγόνωση του οργανισμού. Πολύ αργή ή δύσκολη αναπνοή, ακραία υπνηλία και αδυναμία αφύπνισης απαιτούν άμεση επείγουσα βοήθεια, με κλήση στο 166.

Γιατί δεν πρέπει να διακόπτονται απότομα

Ένας ακόμη σημαντικός κίνδυνος είναι η σωματική εξάρτηση, η οποία μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και όταν το φάρμακο λαμβάνεται σύμφωνα με τη συνταγή. Η σωματική εξάρτηση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον εθισμό αλλά σημαίνει ότι ο οργανισμός έχει προσαρμοστεί στη συστηματική παρουσία της ουσίας.

Η απότομη διακοπή ή η γρήγορη μείωση της δόσης μπορεί να προκαλέσει στερητικές αντιδράσεις, ακόμη και σοβαρές, όπως σπασμούς. Για αυτό, η διακοπή χρειάζεται εξατομικευμένο σχέδιο σταδιακής μείωσης από τον θεράποντα γιατρό. Ο ασθενής δεν πρέπει να αυξάνει, να μειώνει ή να σταματά μόνος του την αγωγή.

Τι σημαίνει η ανίχνευσή τους σε τοξικολογικές εξετάσεις

Η αναφορά σε θετικό αποτέλεσμα για βενζοδιαζεπίνες χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Ένα αρχικό τεστ ανίχνευσης δεν παρέχει απαραίτητα όλες τις πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ουσία ή την ποσότητά της. Ανάλογα με τη μέθοδο και το ερώτημα που εξετάζεται, μπορεί να απαιτηθεί επιβεβαιωτικός ή ποσοτικός έλεγχος.

Ο χρόνος κατά τον οποίο ένα φάρμακο παραμένει ανιχνεύσιμο επηρεάζεται από τη δραστική ουσία, τη δόση, τη συχνότητα λήψης, τον μεταβολισμό και το είδος του δείγματος. Επομένως, η ανίχνευση από μόνη της δεν αρκεί για να τεκμηριώσει υπερδοσολογία ή αιτία θανάτου. Τέτοια συμπεράσματα απαιτούν συνεκτίμηση των εργαστηριακών αποτελεσμάτων, του ιστορικού και των υπόλοιπων κλινικών ή ιατροδικαστικών ευρημάτων.