Μια επέμβαση που πραγματοποιείται καθημερινά σε νοσοκομεία όλου του κόσμου εξελίχθηκε σε έναν αδιανόητο εφιάλτη για μια μητέρα έξι παιδιών στις ΗΠΑ. Η γυναίκα μπήκε στο χειρουργείο περιμένοντας ότι σύντομα θα επέστρεφε στην οικογένειά της και στην καθημερινότητά της. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε να δίνει μάχη για τη ζωή της, με τις επιπλοκές να της στερούν τα δύο πόδια, το ένα χέρι, τμήματα του άλλου, αλλά και μέρος των χειλιών και της γλώσσας της.
Η ιστορία της 46χρονης Τρίσα Στίβενς από το Όρεγκον προκαλεί σοκ, όχι μόνο εξαιτίας των μόνιμων αναπηριών που απέκτησε, αλλά και λόγω όσων καταγγέλλει για την αντιμετώπισή της από τους γιατρούς. Σύμφωνα με την αγωγή που έχει καταθέσει, υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ωστόσο η σοβαρότητα της κατάστασής της δεν αναγνωρίστηκε εγκαίρως. Πλέον, η ίδια και η οικογένειά της διεκδικούν αποζημίωση 68,5 εκατομμυρίων δολαρίων, στρεφόμενοι εναντίον τριών γιατρών και δύο νοσοκομείων στην περιοχή του Πόρτλαντ.
Η επέμβαση που στάθηκε η αρχή του εφιάλτη
Όλα ξεκίνησαν στις 4 Οκτωβρίου 2024, όταν η Τρίσα Στίβενς υποβλήθηκε σε υστερεκτομή, δηλαδή χειρουργική αφαίρεση της μήτρας, καθώς και σε αφαίρεση των σαλπίγγων της. Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε σε ιατρικό κέντρο της Bridgetown Medical Group. Τις πρώτες ημέρες μετά το χειρουργείο, τίποτα δεν προμήνυε την έκταση της τραγωδίας που θα ακολουθούσε. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη δικαστική προσφυγή της, υπήρχε ήδη ένα στοιχείο που θα μπορούσε να είχε κινητοποιήσει τους θεράποντες γιατρούς. Τέσσερις ημέρες μετά την επέμβαση, η ιστοπαθολογική εξέταση έδειξε την παρουσία φλεγμονής. Η 46χρονη υποστηρίζει ότι ο χειρουργός της, δρ Άλβιν Νακαμούρα, δεν εξέτασε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Στο διάστημα που ακολούθησε, οι πόνοι στην κοιλιά της γίνονταν ολοένα και πιο έντονοι. Η ίδια θυμάται μια ιδιαίτερα ανησυχητική στιγμή, όταν βρισκόταν σε αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου του γιου της. Καθώς κατέβαινε τις κερκίδες, αισθάνθηκε ξαφνικά μια έντονη αίσθηση σαν κάτι να είχε σκιστεί στο εσωτερικό του σώματός της. Η κατάστασή της, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τα συμπτώματα που, σύμφωνα με την αγωγή, δεν αξιολογήθηκαν εγκαίρως. Στις 22 Οκτωβρίου, σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά το χειρουργείο, η μητέρα των έξι παιδιών επικοινώνησε τηλεφωνικά με το ιατρείο του χειρουργού της. Τα όσα περιέγραψε ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά. Είχε συνεχιζόμενη αιμορραγία, είχε αποβάλει έναν μεγάλο θρόμβο αίματος, περίπου στο μέγεθος μπάλας του μπέιζμπολ, ενώ ταυτόχρονα παρουσίαζε πυρετό, διάρροια και έντονες κοιλιακές κράμπες. Παρά την εικόνα αυτή, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, η νοσηλεύτρια που συνομίλησε μαζί της τη συμβούλευσε να ξεκουραστεί και να καταναλώνει αρκετά υγρά.
Ο γιατρός φέρεται να συνέστησε να συνεχίσει να παρακολουθεί την αιμορραγία στο σπίτι και να αναζητήσει νοσοκομειακή βοήθεια εφόσον απέβαλλε ακόμη έναν θρόμβο. Αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της αγωγής, καθώς η οικογένεια υποστηρίζει ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της λοίμωξης. Λίγες ώρες αργότερα, η γυναίκα θα μεταφερόταν εσπευσμένα στο νοσοκομείο.
Από τους αφόρητους πόνους στο σηπτικό σοκ
Περίπου 13 ώρες μετά την επικοινωνία της με το ιατρείο, η Τρίσα Στίβενς εισήχθη στα επείγοντα του νοσοκομείου Legacy Mount Hood, με την κατάσταση της υγείας της να έχει επιδεινωθεί δραματικά. Η αρτηριακή της πίεση ήταν χαμηλή, οι καρδιακοί παλμοί της εξαιρετικά αυξημένοι και η αναπνοή της γρήγορη. Παράλληλα, η αιμορραγία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε χρειαζόταν να αλλάζει τρεις πλήρως εμποτισμένες σερβιέτες μέσα σε μία ώρα. Οι εξετάσεις αποκάλυψαν μια ιδιαίτερα σοβαρή κλινική εικόνα. Οι γιατροί διαπίστωσαν περιτονίτιδα, γαλακτική οξέωση και οξεία νεφρική βλάβη, ενώ εντοπίστηκαν βακτήρια στο αίμα της.

Η 46χρονη είχε υποστεί σηπτικό σοκ, μια απειλητική για τη ζωή επιπλοκή της λοίμωξης, κατά την οποία η κυκλοφορία του αίματος και η λειτουργία ζωτικών οργάνων μπορεί να επηρεαστούν σοβαρά. Σύμφωνα με τη δικαστική προσφυγή, ο εφημερεύων γιατρός Γκρέγκορι Άιλερς διαπίστωσε ότι το χειρουργικό τραύμα παρουσίαζε διάσπαση και αλλοιώσεις, ενώ αναγνώρισε την ύπαρξη λοίμωξης. Ωστόσο, η οικογένεια υποστηρίζει ότι δεν πραγματοποιήθηκε τότε ο απαραίτητος έλεγχος για πιθανή ενδοκοιλιακή λοίμωξη, ούτε προτάθηκε άμεση χειρουργική αντιμετώπιση. Αργότερα, ο γενικός χειρουργός Ρόμπερτ Αζάρ συνέστησε αντιβιοτική αγωγή, χωρίς, σύμφωνα με την αγωγή, να εισηγηθεί επέμβαση για την αντιμετώπιση της εστίας της λοίμωξης. Στο μεταξύ, ο οργανισμός της γυναίκας κατέρρεε, καθώς η λοίμωξη είχε προκαλέσει σοβαρές βλάβες σε πολλαπλά όργανα.
Έχασε τα πόδια, το χέρι και τμήματα του προσώπου της
Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Στις 6 Νοεμβρίου 2024, οι γιατροί αναγκάστηκαν να ακρωτηριάσουν και τα δύο πόδια της πάνω από το γόνατο. Ακολούθησε ο ακρωτηριασμός του δεξιού χεριού, του αντίχειρα του αριστερού χεριού και τμημάτων των υπόλοιπων δακτύλων. Η νέκρωση των ιστών επηρέασε ακόμη και το πρόσωπό της, με αποτέλεσμα να χάσει τμήματα των χειλιών και της γλώσσας της. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπέστη βλάβη στον νωτιαίο μυελό, η οποία της προκάλεσε παράλυση από τη μέση και κάτω. Η γυναίκα που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες φρόντιζε τα έξι παιδιά της, οδηγούσε, μαγείρευε και συμμετείχε ενεργά σε κάθε οικογενειακή δραστηριότητα, βρέθηκε πλέον αντιμέτωπη με μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
«Υπάρχουν ημέρες που ακόμη δεν ξέρω τι ήταν πιο δύσκολο: το ότι παραλίγο να πεθάνω ή το ότι ξύπνησα και συνειδητοποίησα όλα όσα μου είχαν στερηθεί», εξομολογήθηκε η ίδια στο τηλεοπτικό δίκτυο KGW8, έχοντας δίπλα της τον σύζυγό της, Μπράιαν, ο οποίος εργάζεται ως πυροσβέστης.
Η ζωή της σήμερα και η αποζημίωση των 68,5 εκατομμυρίων

Ο δικηγόρος της, Ρετ Φρέιζερ, περιέγραψε στο Oregon Live πόσο δραματικά έχει αλλάξει η καθημερινότητα της οικογένειας. Πριν από την περιπέτεια της υγείας της, η Τρίσα ήταν μια δραστήρια μητέρα που είχε αναλάβει σε μεγάλο βαθμό τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών της. Σήμερα, όμως, χρειάζεται βοήθεια ακόμη και για βασικές καθημερινές ανάγκες. Δεν μπορεί να φάει μόνη της, αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ομιλία εξαιτίας των βλαβών που υπέστη και χρειάζεται συνεχή περιποίηση των τραυμάτων της. Τα έξι παιδιά της ήταν ηλικίας από 7 έως 21 ετών όταν ξεκίνησε η περιπέτειά της, γεγονός που αποτυπώνει και το μέγεθος της αλλαγής που βίωσε ολόκληρη η οικογένεια. Η ίδια υποστηρίζει ότι η έγκαιρη αναγνώριση της λοίμωξης και η κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει τις τόσο σοβαρές συνέπειες. Για τον λόγο αυτό έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον των εμπλεκόμενων γιατρών και νοσοκομείων, διεκδικώντας 68,5 εκατομμύρια δολάρια.
Η υπόθεση, την οποία έφερε στη δημοσιότητα το The Oregonian, παραμένει ανοιχτή, καθώς οι καταγγελίες περί ιατρικής αμέλειας δεν έχουν ακόμη κριθεί οριστικά από τη Δικαιοσύνη.




">
">
">
">
">
">
">
">