Είκοσι δύο χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Βλάσση Μπονάτσου, του καλλιτέχνη που πέρασε από τη ροκ σκηνή στους «Απαράδεκτους» και έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης. Οι χαρακτηριστικές εκφράσεις του, η βραχνή φωνή και το αυθόρμητο χιούμορ του παραμένουν συνδεδεμένα με μια ολόκληρη εποχή. Το «Φοβερό!», το «Καλά, με συγχωρείς», το «Τρομερό!» και το «Φύγε εσύ, έλα εσύ» πέρασαν από τις τηλεοπτικές οθόνες στις καθημερινές συζητήσεις. Ο δικός του τρόπος να τα λέει, με τις γκριμάτσες και τις απότομες αλλαγές στον τόνο της φωνής, αρκούσε για να προκαλέσει γέλιο.
Ο Βλάσσης Μπονάτσος μπορούσε να μετατρέψει μια απλή ερώτηση σε πείραγμα και μια απρόοπτη αντίδραση σε ολόκληρο τηλεοπτικό στιγμιότυπο. Στις εκπομπές του, ο αυτοσχεδιασμός είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και η διάθεσή του να συμμετέχει ο ίδιος στο αστείο.
Στις 14 Οκτωβρίου 2004, η είδηση ότι έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 54 ετών προκάλεσε θλίψη στους συναδέλφους του και στους τηλεθεατές που τον είχαν αγαπήσει. Είχε προηγηθεί μια διαδρομή στη μουσική, στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, με διαφορετικούς ρόλους αλλά την ίδια αναγνωρίσιμη παρουσία.
Βλάσσης Μπονάτσος: Τα πρώτα βήματα στη μουσική και οι Πελόμα Μποκιού
Γεννημένος στις 30 Νοεμβρίου 1949, ο Βλάσσης Μπονάτσος μεγάλωσε με πατέρα δικαστικό και μητέρα καθηγήτρια πιάνου. Η επαφή του με τη μουσική ξεκίνησε από μικρή ηλικία και, ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, αναζητούσε τη θέση του στα συγκροτήματα της εποχής.

Μπονάτσος: Η πολυτάραχη ζωή του Βλάσση – Οι παθιασμένος έρωτάς του και τα τελευταία του λόγια πριν πεθάνει
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε στη δημιουργία των Πελόμα Μποκιού, ενός σχήματος που απέκτησε ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού ροκ.
Το ασυνήθιστο όνομα του συγκροτήματος σχηματίστηκε από συλλαβές των επωνύμων των αρχικών μελών του: Νίκος Δαπέρης, Νίκος Λογοθέτης, Τάκης Μαρινάκης, Βλάσσης Μπονάτσος και Γιάννης Κιουρκτσόγλου.
Με επιρροές από το ψυχεδελικό ροκ και τραγούδια με ελληνικό στίχο, οι Πελόμα Μποκιού έδωσαν το δικό τους στίγμα σε μια περίοδο κατά την οποία η εγχώρια ροκ σκηνή διαμορφωνόταν.
Ο «Γαρύφαλλος» έγινε η πιο γνωστή επιτυχία τους. Το τραγούδι γράφτηκε από τον Γιάννη Κιουρκτσόγλου, ενώ στην πρώτη ηχογράφηση το ερμήνευσε ο Νίκος Δαπέρης. Ο Μπονάτσος το τραγούδησε αργότερα σε νέα εκδοχή μαζί με τους Goin’ Through, συστήνοντάς το και σε νεότερο κοινό.
Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος συνέχισε να ασχολείται με τη μουσική και ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, διευρύνοντας τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις και προς την υποκριτική. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, βρέθηκε μπροστά σε μια συνεργασία που θα επηρέαζε τόσο την επαγγελματική όσο και την προσωπική του ζωή.
Ο έρωτας του Μπονάτσου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Βλάσσης Μπονάτσος συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στο μιούζικαλ «Εβίτα», το οποίο αφηγείται τη ζωή της Εύας Περόν, συζύγου του προέδρου της Αργεντινής, Χουάν Ντομίνγκο Περόν.
Ο ίδιος ανέλαβε τον ρόλο του Τσε, του αφηγητή και σχολιαστή της ιστορίας. Η συνάντησή τους στο θέατρο εξελίχθηκε σε προσωπική σχέση, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας.

Δεν είναι μόνο ο Γιώργος Μαζωνάκης: 10 επώνυμοι Έλληνες που ο θάνατός τους σόκαρε το πανελλήνιο
Η Αλίκη, με την τεράστια διαδρομή στο ελληνικό θέαμα, και ο νεότερός της Μπονάτσος, με το ροκ παρελθόν και την αντισυμβατική παρουσία, αποτέλεσαν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζευγάρια εκείνων των χρόνων.
Ο δεσμός τους διήρκεσε από το 1982 έως το 1987, ενώ οι κοινές εμφανίσεις τους απασχολούσαν συχνά τα περιοδικά. Συναντήθηκαν ξανά επαγγελματικά στην παράσταση «Βίκτωρ Βικτώρια», τη θεατρική περίοδο 1983-1984.
Μετά τον χωρισμό τους, ο Μπονάτσος συνέχισε την καλλιτεχνική του πορεία, με την τηλεόραση να του προσφέρει τα επόμενα χρόνια τους ρόλους που θα τον έφερναν ακόμη πιο κοντά στο ευρύ κοινό.
Οι «Απαράδεκτοι» και το αξέχαστο «Καλά, με συγχωρείς»
Το 1991, οι «Απαράδεκτοι» ξεκίνησαν να προβάλλονται στο Mega και εξελίχθηκαν σε μία από τις μεγαλύτερες κωμικές επιτυχίες της ελληνικής τηλεόρασης.
Η σειρά της Δήμητρας Παπαδοπούλου, με την ίδια, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τον Γιάννη Μπέζο και τον Βλάσση Μπονάτσο, δημιούργησε μια τηλεοπτική παρέα που εξακολουθεί να έχει φανατικούς θεατές.
@vagelis_vasko Ποια Ελένη; 🤣 #απαραδεκτοι #μπονατσος #aparadektoi #bonatsos #greekcomedy #ελληνικεςατακες #ελληνικεςσειρες #ελληνικητηλεοραση ♬ πρωτότυπος ήχος – Vagelis Skopelitis
Ο χαρακτήρας του Βλάσση είχε πολλά από τα στοιχεία της δημόσιας εικόνας του: αυθορμητισμό, έντονες αντιδράσεις, απρόβλεπτες παρεμβάσεις και μια διαρκή διάθεση για πείραγμα. Μέσα στη σειρά, αυτά τα χαρακτηριστικά έγιναν μέρος της κωμωδίας και των σχέσεων ανάμεσα στους τέσσερις φίλους.
Το «Καλά, με συγχωρείς» απέκτησε τη δική του θέση στις ατάκες της σειράς, μαζί με το «Φοβερό!» και το «Φοβερή περίπτωση!». Η εκφορά του Μπονάτσου, οι παύσεις και οι εκφράσεις του προσώπου του έδιναν στις λέξεις την κωμική τους δύναμη.
Οι επαναλήψεις και τα αποσπάσματα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο διατηρούν τη σειρά στην καθημερινότητα των θεατών. Σε μεταγενέστερη τηλεοπτική επανένωση, οι παλιοί συμπρωταγωνιστές του μίλησαν με συγκίνηση για τον φίλο και συνεργάτη τους.
Οι «Κόντρες», τα «Άλλα κόλπα» και οι τηλεοπτικές φάρσες
Η επιτυχία στους «Απαράδεκτους» ακολουθήθηκε από μια έντονη παρουσία στην ψυχαγωγία και στα τηλεπαιχνίδια.
Στις «Κόντρες», την ελληνική εκδοχή του αμερικανικού «Family Feud», δύο ομάδες προσπαθούσαν να εντοπίσουν τις δημοφιλέστερες απαντήσεις σε ερωτήσεις. Ο Μπονάτσος έδινε τον δικό του ρυθμό στο παιχνίδι, με πειράγματα, επιφωνήματα και απρόβλεπτες αντιδράσεις απέναντι στις απαντήσεις των παικτών.
Στα «Άλλα κόλπα», οι φάρσες και οι εκπλήξεις του επέτρεπαν να αξιοποιεί ακόμη περισσότερο τον αυθορμητισμό του. Στην τηλεοπτική του διαδρομή περιλαμβάνονται επίσης τα «Βλας Μπακ», «Με φόρα», «Πάμε για άλλα» και «Με το κλειδί στο χέρι».
Το «Φύγε εσύ, έλα εσύ», με τις γνώριμες κινήσεις των χεριών, και το παρατεταμένο «Πάρα πολύ ωραίο!» έγιναν χαρακτηριστικά της παρουσίας του. Ακόμη και η αντίδρασή του σε ένα περιστατικό μπορούσε να κερδίσει περισσότερο γέλιο από το ίδιο το περιστατικό.
Παρά την τηλεοπτική επιτυχία, η μουσική παρέμεινε μέρος της δουλειάς του. Στο ρεπερτόριό του συμπεριλήφθηκαν διασκευές όπως «Το χειροκρότημα», «Ο Γουίλι, ο μαύρος θερμαστής», «Αν σ’ αρνηθώ, αγάπη μου» και «Λαός και Κολωνάκι». Ερμήνευσε επίσης το «There Is No One Like Me», που συνδέθηκε με τη σειρά «Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη».
Η Μάρθα Κουτουμάνου και η κόρη τους, Ζένια
Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην προσωπική του ζωή ήταν η σχέση με τη Μάρθα Κουτουμάνου, κόρη της Ζωής Λάσκαρη.
Οι δυο τους ήρθαν κοντά το 1995 και παντρεύτηκαν το 1996, στο Καβούρι. Το 1997 απέκτησαν την κόρη τους, Ζένια, δημιουργώντας τη δική τους οικογένεια.
Η πατρότητα πρόσθεσε έναν νέο ρόλο στη ζωή του Μπονάτσου. Το κοινό συνέχισε να τον βλέπει γεμάτο ενέργεια στις εκπομπές και στις εμφανίσεις του, ενώ οι οικογενειακές στιγμές αποτελούσαν ένα πιο προσωπικό κομμάτι της καθημερινότητάς του.
Το ξαφνικό τέλος στις 14 Οκτωβρίου 2004 που γέμισε θλίψη όλη την Ελλάδα
Τα ξημερώματα της Πέμπτης 14 Οκτωβρίου 2004, ο Βλάσσης Μπονάτσος έφυγε αιφνιδίως από τη ζωή.
Στις 05:10 το πρωί μεταφέρθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου της Αθήνας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ τον είχε παραλάβει ήδη νεκρό από το σπίτι του.
Η αιτία θανάτου, σύμφωνα με το ιατροδικαστικό πόρισμα, ήταν αποφρακτική οιδηματώδης λαρυγγίτιδα, η οποία προκάλεσε ασφυξία. Την ιατροδικαστική εξέταση πραγματοποίησε η καθηγήτρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χαρά Σπηλιωπούλου.




">
">
">
">
">
">
">
">