Υπήρξαν άνδρες που δεν χρειάστηκε ποτέ να υψώσουν τη φωνή τους για να επιβληθούν. Άνδρες που κουβαλούσαν στην παρουσία τους μια σπάνια ισορροπία δύναμης, ευγένειας και γοητείας. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης υπήρξε ακριβώς αυτό, ένας ηθοποιός με αριστοκρατική στόφα, ένας καλλιτέχνης που σφράγισε τον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο, αλλά και ένας άνθρωπος που έζησε έντονα, αγάπησε και αγαπήθηκε βαθιά και άφησε πίσω του έναν μύθο που παραμένει ζωντανός.
Από το Πολεμικό Ναυτικό στο σανίδι
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1928 στην Αθήνα. Μεγάλωσε σε οικογένεια με αυστηρές αρχές και υψηλές προσδοκίες. Γιος δικηγόρου από τη Μάνη, φοίτησε στο σχολείο Μπερζάν και μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Το αγαπημένο του άθλημα ήταν η ξιφασκία και στα 15 έγινε μέλος της εθνικής ομάδας. Ένα χρόνο αργότερα μπήκε στη Σχολή Δοκίμων, θέλοντας να γίνει αξιωματικός του Ναυτικού. Επιθυμούσε παράλληλα να σπουδάσει κινηματογραφική σκηνοθεσία στις ΗΠΑ. Αλλά μία παράσταση του Κάρολου Κουν, με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη τού άλλαξε τη ζωή. Παράλληλα ο φίλος του και ηθοποιός Νίκος Καζής, σπουδαστής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, τον παρακινεί να παρακολουθήσει μαθήματα στη Σχολή. Αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στο Βασιλικό Θέατρο και πέρασε πρώτος.
Ο Δημήτρης Χορν ήταν τόσο σίγουρος για το ταλέντο του Αλέκου, που είχε στοιχηματίσει για την επιτυχία του. Για τον θαυμασμό του προς τον Χορν, είχε δηλώσει μάλιστα: «Ο Χορν με πίστεψε πολύ. Εκείνος με ξεκλείδωσε, μου πέρασε το πάθος του για τη σκηνή. Άρχισα να αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου, να μην ντρέπομαι πλέον και να πιστεύω στις υποκριτικές μου ικανότητες. Μεγάλος ηθοποιός, αλλά και δάσκαλος».
“Επιτέλους! Ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο”!
Τον καιρό εκείνο, η Κατερίνα Ανδρεάδη έψαχνε για έναν «ζεν πρεμιέ» για το έργο «Φθινοπωρινή Παλίρροια». Ο νεαρός ηθοποιός την επισκέφτηκε με λουλούδια στο σπίτι της μαζί με την Άννα Συνοδινού και πήρε το ρόλο. Έκανε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι στις 9 Ιουλίου 1949 και άφησε καλές εντυπώσεις σε κριτικούς και κοινό. «Παρουσιάστε όπλα. Επιτέλους ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο”», έγραψε χαρακτηριστικά ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στην «Καθημερινή». Την ίδια κιόλας χρονιά έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Δύο κόσμοι», σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου. Ακολούθησαν αμέτρητες άλλες και όλοι συμφωνούσαν πως επρόκειτο για έναν μεγάλο ηθοποιό και τον μεγαλύτερο γόη της εποχής.
Αυτές οι κριτικές για την πρώτη του εμφάνιση ήταν το πιο σημαντικό διαβατήριο για την εξέλιξή του, αφού μεταξύ άλλων την παράσταση παρακολούθησαν και ο Φίνος με τον Σακελλάριο, οι οποίοι τον παρακίνησαν να παίξει στον κινηματογράφο. Ξαφνικά, άνοιξαν όλες οι πόρτες. Από τα οχτώ θέατρα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα, είχε πρόταση και από τα οχτώ. Πιστός στην κυρία Κατερίνα, αρνήθηκε τις άλλες θεατρικές προτάσεις, και ξεκίνησε μια μεγάλη περιοδεία με τον θίασό της σε Κωνσταντινούπολη, Κύπρο, Αίγυπτο και Σουδάν. Σε αυτή την περιοδεία έμαθε πολλά και είχε την τύχη να συνεργαστεί και με τον σπουδαίο θεατρίνο Αιμίλιο Βεάκη.
Τον χειμώνα του 1951-52, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, βρίσκεται στο Θέατρο Κοτοπούλη και ανεβάζει τρία έργα, με συμπρωταγωνιστές τους Δημήτρη Μυράτ, Άννα Συνοδινού, Τίτο Βανδή και Ντίνο Ηλιόπουλο. Τον Απρίλιο του 1952, ο Αλεξανδράκης συνεργάζεται για τελευταία φορά με την κυρία Κατερίνα στο Θέατρο Κυβέλης, σε ένα έργο που άφησε εποχή: «Τρομεροί Γονείς» του Ζαν Κοκτό, με την κυρία Κυβέλη, την κυρία Κατερίνα και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Συνέχεια είχε το Εθνικό Θέατρο το 1954, όπου θα έπαιζε για πρώτη φορά σε τραγωδία και μάλιστα στην Επίδαυρο. Το άγχος του ήταν τεράστιο, αλλά όταν τελείωσε η παράσταση ο Αλεξανδράκης αποθεώθηκε όταν καταχειροκροτήθηκε από είκοσι χιλιάδες θεατές και αισθάνθηκε πως έζησε ένα όνειρο. Συνέχεια είχε η «Εκάβη» και ο «Άμλετ» με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή στο Εθνικό Θέατρο, αλλά και πολλά ακόμα έργα που ανέβασε με δικό του θίασο στο Θέατρο “Διάνα” και στο Θέατρο “Άλφα”.
Στην εξαιρετική θεατρική του πορεία, συνεργάστηκε με γνωστούς θιάσους, ενώ το 1971 έγινε συν-θιασάρχης με τη σύντροφό του Νόνικα Γαληνέα, με την οποία συνεργάστηκε για είκοσι χρόνια, ανεβάζοντας κυρίως έργα του ξένου δράματος. Το 1986 οι δυο τους εγκαινίασαν το δικό τους θεατρικό «σπίτι», το Θέατρο “Ιλίσια”, με την παράσταση «Ευαίσθητη Ισορροπία» του Άλμπι. Η τελευταία του παράσταση στο θέατρο ήταν το 1998, στο Εθνικό Θέατρο, μετά από σαράντα χρόνια, στο έργο «Σαλόνικα» της Λουίζ Πέιτζ, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη. Οι κριτικές ήταν όπως πάντα ιδιαίτερα επαινετικές.
Η εκρηκτική είσοδος στον κινηματογράφο
Η δεκαετία του 1950 υπήρξε η εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε άνθηση. Ο Αλεξανδράκης ξεχώρισε αμέσως. Ψηλός, επιβλητικός, με βαθιά φωνή και βλέμμα που συνδύαζε τρυφερότητα και αποφασιστικότητα, έγινε γρήγορα το απόλυτο πρότυπο του γοητευτικού πρωταγωνιστή. Η συμμετοχή του στην εμβληματική ταινία “Στέλλα” δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη τον καθιέρωσε οριστικά. Από εκεί και πέρα, η πορεία του ήταν συνεχώς ανοδική. Δες σκηνή από την ταινία:
Συνεργάστηκε με κορυφαίες μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη, η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν. Ο Αλεξανδράκης συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες που αγαπήθηκαν από το κοινό και παραμένουν διαχρονικές: Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη, Συνοικία το Όνειρο, Δεσποινίς Διευθυντής…Δες σκηνή από την ταινία “Συνοικία το όνειρο” το 1961:
Στην καλλιτεχνική του σταδιοδρομία έλεγαν οι κριτικοί ότι υπάρχουν δύο θαυμάσιες σκηνοθετικές δουλειές: Οι ταινίες «Θρίαμβος» και «Συνοικία το Όνειρο». Στη δεύτερη, είχε αναλάβει με την τότε σύζυγό του, ηθοποιό Αλίκη Γεωργούλη, και το μεγάλο οικονομικό κόστος της παραγωγής. Η ταινία, η οποία περιείχε πολιτικά μηνύματα, λογοκρίθηκε, προβλήθηκε αρκετά αργότερα, αλλοιωμένη από τη αρχική της μορφή, “πετσοκομένη” όπως έλεγε ο Αλεξανδράκης και προκάλεσε οικονομική καταστροφή, ωστόσο, κέρδισε το βραβείο της καλύτερης φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. «… Είτε έπαιζε τραγωδία είτε κλασικό δράμα είτε μοντέρνο θέατρο είτε κωμωδία ηθών είτε φάρσα είτε μπουλβάρ, επέβαλλε τον κωδικό του, τον έξοχο εσωτερικό του ρυθμό, τη λιτότητα των μέσων που η συμπύκνωση της πείρας απέδιδε πολλαπλάσια μιμητικά σήματα, επέβαλλε στους συμπαίκτες του ένα ευγενές γούστο που διέκρινε την εν γένει αγωγή του και προσέδιδε στους ρόλους του ένα βάθος και μια στοχαστική διάσταση» έγραφε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στον πρόλογο του λευκώματος «Αλέκος Αλεξανδράκης. Ευχαριστώ…» (εκδ. «Αγκυρα», 2003).
Η προβολή της αρχικά απαγορεύεται από τη λογοκρισία της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, για να κυκλοφορήσει μετά από καιρό μια λογοκριμένη εκδοχή της -όπως έλεγε ο ίδιος μιλώντας για τον βαθμό στον οποίο λογοκρίθηκε η ταινία του «ήταν πετσοκομμένη… πάρα πολύ πετσοκομμένη…. Κατ’ αρχάς προσπάθησαν με τα κοψίματα να μην φανεί ότι αυτή η συνοικία ήταν μέσα στην Αθήνα. Ύστερα ότι αυτά πράγματα δεν τα κάνουν οι Έλληνες…».
“Κόψτε το όνομά του από παντού!” Τα πέτρινα χρόνια στον κινηματογράφο
Ο Αλεξανδράκης είχε ήδη μπει στο στόχαστρο των Αρχών. Άλλωστε είχε «παρελθόν». «Στην Αριστερά μπήκα λόγω συνθηκών» είχε πει σε συνέντευξη του. «Στην Κατοχή ήμουν παιδί, 12 χρονών και τότε βεβαίως, κυριαρχούσε το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ. Και είχα τρομερή δράση…. Κάποια στιγμή έφυγα για το βουνό. Ο διευθυντής του σχολείου μου είχε ειδοποιήσει τους γονείς μου ότι έπρεπε να εξαφανιστώ, γιατί με έψαχναν οι Γερμανοί… Ανέβηκα στο βουνό και έμεινα μερικούς μήνες, μέχρι την Απελευθέρωση…»
Τα χρόνια της χούντας ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τον Αλεξανδράκη, αφού λόγω των πολιτικών του φρονημάτων, οι συνταγματάρχες είχαν απαγορεύσει στους θεατρικούς και κινηματογραφικούς επιχειρηματίες να μην προβάλλουν πουθενά το όνομά του. Έτσι, ο Αλέκος αναγκάστηκε να δουλεύει κρυφά σε δουλειές που δεν είχαν ιδιαίτερη προβολή. Παραμένει έντονα πολιτικοποιημένος και μετά τον Πόλεμο. Παραμονές Χριστουγέννων του 1961, κάνει μια δήλωση, που γίνεται πρώτη είδηση. Όταν ερωτάται από εφημερίδα με ποιον θα ήθελε να περάσει τις γιορτές, ο δημοφιλής πρωταγωνιστής απαντά: «Θα ήθελα να έκανα Χριστούγεννα μαζί με τον Μανώλη Γλέζο. Και αναφέρω αυτόν, γιατί για μένα ο Γλέζος είναι ένα σύμβολο». Ο Μανώλης Γλέζος βρισκόταν τότε στη φυλακή, καταδικασμένος για κατασκοπεία. Ακόμη και ο Γλέζος μένει έκπληκτος με τη δήλωση, που έγινε η αρχή, όπως γράφει η «Μηχανή του Χρόνου» μιας ειλικρινούς φιλίας.
Ο Αλεξανδράκης συμμετείχε στην A’ Μαραθώνια πορεία πίσω από τα βήματα του Γρηγόρη Λαμπράκη και μετά τη δολοφονία του συνυπέγραψε την Ιδρυτική Διακήρυξη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, ενώ παρά το γεγονός ότι, κατά καιρούς άσκησε κριτική στην Αριστερά, αντιμετώπισε μεγάλα προβλήματα και στη Χούντα, κατά τη διάρκεια της οποίας μπήκε στη μαύρη λίστα. Οι θιασάρχες δέχονταν απειλές προκειμένου να μείνει μακριά από το θέατρο- με αποτέλεσμα τα οικονομικά προβλήματα να είναι τόσο μεγάλα ώστε να αντιμετωπίζει ζήτημα επιβίωσης. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της Μάρως Κοντού, η οποία αναφερόμενη στην κωμωδία «Μια Ιταλίδα από τη Κυψέλη», είπε σε συνέντευξη της, ότι το 1968 του απαγόρευσαν την έξοδο από τη χώρα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να κάνει τα κινηματογραφικά γυρίσματα στη Ρώμη. Δες βίντεο από την ταινία: “Μια ιταλίδα από την Κυψέλη”:
Δύο πρόσωπα τόλμησαν να σπάσουν το «εμπάργκο» που είχε επιβάλλει η Χούντα και να του δώσουν δουλειά, ο Φίνος και η Κατερίνα Ανδρεάδη. Πάνω στην πιο κρίσιμη καμπή για την πορεία του, ο Φιλοποίμην Φίνος αποφασίζει το 1968, να σπάσει τον αποκλεισμό του Αλεξανδράκη και να τον βάλει πρωταγωνιστή στην ταινία «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη» με την Μάρω Κοντού. Συνέχεια είχαν άλλες τέσσερις σημαντικές ταινίες με την Φίνος Φιλμ, με τελευταία την «Μαρία της Σιωπής» το 1973. Δες σκηνή από την ταινία:
Στην δεκαετία του ’70, ο Αλέκος Αλεξανδράκης συμμετείχε και σε τρεις τηλεοπτικές σειρές, «Ο Παράξενος Ταξιδιώτης», «Γιούγκερμαν» και «Μυστικοί Αρραβώνες», ενώ ακολούθησαν και άλλες την δεκαετία του ’80 με μικρότερη επιτυχία. Δες βίντεο από τον “Γιούγκερμαν”:
Η τελευταία ταινία του Αλεξανδράκη ήταν το 2000, «Το Φως που Σβήνει» του Βασίλη Ντούρου. Την ίδια επιτυχία είχε και στην τηλεόραση. Ο «Παράξενος Ταξιδιώτης», που προβλήθηκε από την ΕΙΡΤ το 1972-73, γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία σε βαθμό ώστε να οδηγήσει την αντίπαλη σειρά «Ο Άγνωστος Πόλεμος» σε πρόωρο φινάλε. Το 1976, μετά τη Μεταπολίτευση επιστρέφει στην τηλεόραση για τη μεταφορά του μυθιστορήματος «Γιούγκερμαν» του Μ. Καραγάτση στην ΥΕΝΕΔ. Το 1979 προβάλλονται οι «Μυστικοί Αρραβώνες» του Γρηγόριου Ξενόπουλου επίσης, με πολύ μεγάλη επιτυχία. Δες βίντεο από τον “Παράξενο ταξιδιώτη”:
Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Όσοι τον γνώρισαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο καλλιεργημένο, ευγενικό και βαθιά αξιοπρεπή. Δεν επεδίωκε τη δημοσιότητα ούτε τα κοσμικά φώτα. Ήταν τελειομανής, αυστηρός με τον εαυτό του και απόλυτα αφοσιωμένος στην τέχνη του. Διέθετε χιούμορ, ευαισθησία και έντονη κοινωνική συνείδηση. Δεν περιορίστηκε στον ρόλο του γοητευτικού πρωταγωνιστή, αλλά αναζητούσε έργα με ουσία και κοινωνικό προβληματισμό. Εκτός από καταπληκτικός ηθοποιός, ήταν μαχητικός, ανθρωπιστής και είχε τον αέρα ενός κοσμοπολίτη, άλλα έμπειρου και σκληρού άντρα, όπως και μια παιδικότητα, που μπορούσε να γοητεύσει και να κεντρίσει το ενδιαφέρων των πάντων. Ο Αλέκος Σακελλάριος έλεγε, πως αυτός ο ηθοποιός είχε μια ιδιαίτερη λάμψη και μια φυσικότητα, που μπορεί να πεινούσε ας πούμε, αλλά εκείνος μπορούσε άνετα να δείχνει σαν να μην τον νοιάζει και σαν να αδιαφορούσε γι’ αυτήν του την κατάσταση. Ενσάρκωνε δηλαδή οποιοδήποτε ρόλο του έδιναν με μεγάλη επιτυχία.
Τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό; Ίσως η σπάνια ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη και την τρυφερότητα. Ίσως η φωνή του, που μπορούσε να γίνει αυστηρή και την ίδια στιγμή βαθιά ανθρώπινη. Ίσως το γεγονός ότι δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει μύθος, απλώς έζησε με αξιοπρέπεια και αφοσίωση. Είχε αριστερές πεποιθήσεις και έδινε δυναμικούς αγώνες για να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Παρόλο όμως τις πεποιθήσεις του, οι μεγαλύτεροι του θαυμαστές ήταν το βασιλικό ζεύγος Παύλου και Φρειδερίκης και ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης παραμένει ένα διαχρονικό σύμβολο ήθους, γοητείας και καλλιτεχνικής συνέπειας. Ένας αληθινός κύριος της τέχνης και της ζωής, που απέδειξε ότι η μεγαλύτερη λάμψη δεν βρίσκεται στην επιφάνεια, αλλά στην ουσία.
Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τόσα χρόνια μετά, το βλέμμα του εξακολουθεί να μας καθηλώνει και η παρουσία του να μοιάζει ακόμα τόσο ζωντανή.
Ποιος Μπάρκουλης; Ο Αλεξανδράκης ήταν μεγάλος γόης
“Κορίτσια ο Μπάρκουλης”! Η γοητεία του Μπάρκουλη που έκανε τα κορίτσια να τον κυνηγάνε με τρέλα, έσβηνε μπροστά στην γοητεία του Αλεξανδράκη που ήταν πια θρυλική και όσοι τον ήξεραν από κοντά έλεγαν, πως δεν υπήρχε γυναίκα που θα πήγαινε να τον δει στο θέατρο και δεν θα έκανε ακραία πράγματα, για να μπορέσει να αποκτήσει κάτι δικό του. Του έκλεβαν το κασκόλ, μάζευαν τις γόπες από τα τσιγάρα που πετούσε, του πέταγαν χαρτάκια με το τηλέφωνο τους την ώρα που εκείνος ερμήνευε τον ρόλο του και διάφορα άλλα πολύ πιο τολμηρά. Κάποια ιστορία από τις πολλές για την γοητεία του, που δεν επιβεβαιώνονται αν είναι αληθινές ή υπερβολικές, είναι σε κάποιο γύρισμα που γινόταν σε μια βίλα στην Κηφισιά, την ώρα που πήγε ο Αλεξανδράκης στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί σε κάποιο διάλειμμα, λέγεται ότι πέρασαν από το δωμάτιο του, όλες οι γυναίκες που συμμετείχαν σ’ αυτό το φιλμ. Κάποια στιγμή του λέει ο Παντελής Παλιεράκης ‘’Αμάν ρε Αλέκο και αυτή? Δεν είναι πια και τόσο νόστιμη’’ και εκείνος του απάντησε με απλότητα “Ψυχή έχει και αυτή, ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει. Γιατί όχι?”.
4 γάμοι και ένας μεγάλος έρωτας 20 χρόνια
Η απήχηση του στον γυναικείο πληθυσμό ήταν άνευ προηγουμένου. Στη γοητεία του είχε υποκύψει πρώτη η Έλλη Λαμπέτη με την οποία διατηρούσαν δεσμό στα ξεκινήματά του για περίπου έξι μήνες. Ο δεσμός τους δεν κράτησε πολύ, καθώς ο Αλεξανδράκης προτίμησε να ακολουθήσει την Κατερίνα Ανδρεάδη σε μία περιοδεία. Η σχέση του με την Λαμπέτη τελειώνει με έναν καυγά και πικρά λόγια. Η Έλλη, χάνεται από τη ζωή του, αρνείται να του ξαναμιλήσει. Τον επόμενο χρόνο, όταν εκείνος θα πάει στο καμαρίνι της με μια θεατρική συντροφιά, για να την συγχαρεί για την «Πεγκ», η Έλλη θα τους φιλήσει όλους γλυκά. Ύστερα, όταν θα φτάσει σε κείνον, θα τον προσπεράσει, παριστάνοντας πως δεν τον είδε – όπως προσπερνάμε ένα έπιπλο, μια καρέκλα, ένα άδειο βάζο.
Στο Σουδάν γνώρισε την πρώτη του γυναίκα Μάρτζ Βάλβη, με την οποία παντρεύτηκε λίγο αργότερα στην Αθήνα. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια, όσο κι ο δεύτερος με την Κλοντ Σαμπαντού, μια πανέμορφη Γαλλίδα. Το 1956 παντρεύτηκε την ηθοποιό Αλίκη Γεωργούλη. Μαζί ανέβασαν το «Πικνίκ» στο θέατρο «Γκλόρια» της Πλατείας Αμερικής ενώ συμμετείχαν από κοινού σε πορείες ειρήνης και δημοκρατικά συλλαλητήρια. Ύστερα από τέσσερα χρόνια χώρισαν. Ο τέταρτος γάμος του ήταν με την Ελβετή Βερένα Γκάουερ. Στα πέντε χρόνια που κράτησε ο γάμος τους απέκτησαν δύο παιδιά, τον Βάσια και τη Γιοχάννα, αλλά χώρισαν το 1969, όταν ο Αλεξανδράκης γνώρισε τη Νόνικα Γαληνέα στην παράσταση «Τα μεγάλα χρόνια» όπου συμπρωταγωνιστούσαν και την ερωτεύτηκε βαθιά. Παρότι η σχέση κράτησε 21 ολόκληρα χρόνια, δεν παντρεύτηκαν ποτέ.
Την αρχή της σχέσης τους, την περιέγραψε η ίδια η ηθοποιός, στη βιογραφία της («Η ζωή μου», εκδόσεις Λιβάνη): «Με τον Αλέκο, πρωτοδουλέψαμε μαζί στο θέατρο Μετροπόλιταν της λεωφόρου Αλεξάνδρας, στα “Μεγάλα Χρόνια” του Γεωργίου Ρούσσου, ένα έργο για τη ζωή του Διονυσίου Σολωμού, που το σκηνοθετούσε ο Αλέξης Μινωτής. Πολύ μεγάλος θίασος. Πρωταγωνίστρια στον ρόλο της Φαρμακωμένης η Νίκη Τριανταφυλλίδη. Εγώ έπαιζα την Κοντέσα Σολωμού. Μοιραζόμουν το ίδιο καμαρίνι με την Τριανταφυλλίδη. Ένα βράδυ, στις 29 Ιουνίου 1969, μέρα Σάββατο, βγαίνοντας απ’ το καμαρίνι μας με κλείδωσε μέσα και έφυγε, ίσως επειδή είχε καταλάβει ότι μου αρέσει ο Αλεξανδράκης».
«Άρχισα να φωνάζω. Ο φύλακας δεν υπήρχε περίπτωση να με ακούσει. Αν και φορούσε διπλά ακουστικά, ήταν θεόκουφος. Και με άκουσε ο Αλεξανδράκης από τη μάντρα – δυο τετράγωνα πιο κάτω – όπου είχε πάει να πάρει το αυτοκίνητό του. Γύρισε πίσω και μου άνοιξε μαζί με το φύλακα, γιατί η άλλη είχε βάλει λουκέτο».
«Του είπα πως δεν είχα αυτοκίνητο, παρόλο που είχα, ένα κάμπριο Triumph διθέσιο, το οποίο μόλις είχα πάρει. Το είχα στην ίδια μάντρα που είχε κι εκείνος το δικό του, αλλά μια και ο Αλέκος έμενε στη Γλυφάδα κι εγώ στον Αστέρα της Γλυφάδας με πήγε εκείνος. Στη διαδρομή έτρεμα ολόκληρη από τρακ και νόμιζα πως θα τρελαινόμουν. Όταν βγήκε απ’ το αυτοκίνητο για να με καληνυχτίσει, του είπα (πώς το τόλμησα ούτε ξέρω): “Φίλησέ με”. Εκείνος μου είπε: “Ασ’ το καλύτερα”, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι βρεθήκαμε κάτω από ένα δέντρο ενώ τ’ αυτοκίνητα περνούσαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο ρίχνοντας τα φώτα τους πάνω μας…». «Αυτό, για τον Αλέκο σήμαινε μόνο ένα πράγμα: πως ο γάμος του με τη Βερένα είχε τελειώσει. Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε πως είχε έρθει το τέλος αυτού του γάμου. Αλλά, ήταν και πάρα πολύ δύσκολο να αποχωριστεί τα παιδιά του. Όλα όμως έγιναν με αξιοπρέπεια…»
Με τη Νόνικα θα μείνουν μαζί ως το 1991 – μια χρυσή εικοσαετία. Με έρωτα, με χαρές και συγκινήσεις, με πολλά ταξίδια και συνεργασίες επί σκηνής, αφού υπήρξαν λαμπρό θιασαρχικό ζευγάρι, τις δεκαετίες ’70 και ‘80. Ο κύκλος ωστόσο έκλεισε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. “Χωρίσαμε με τον Αλέκο με πολύ κόπο, διατηρώντας πάντα μια πολύ ουσιαστική σχέση και αντιμετωπίζοντας το χωρισμό μας με αλήθεια και σεβασμό. Αυτό έσωσε τη σχέση μας”.
Στα απομνημονεύματά της με τίτλο “Επέστρεφε” (ΙΑΝΟΣ) η μεγάλη ηθοποιός έγραψε για το χαμό του Αλέκου Αλεξανδράκη: “Πόνεσα τόσο πολύ όταν έφυγε. Νόμιζα πως αυτός ο πόνος δε θα περάσει ποτέ…”. Δες συνέντευξη της Νόνικας Γαληνέα στην Λένα Αρώνη που μιλάει για τον έρωτά της με τον Αλεξανδράκη στην ΕΡΤ:
Η αυλαία της ζωής και η μοναξιά
Πως γίνεται ένας άντρας που αγάπησαν όλες οι γυναίκες προς το τέλος της ζωής του να μείνει μόνος; Και όμως γίνεται! Όταν η σχέση τους τελείωσε – ήρεμα, χωρίς σκάνδαλα ή δράματα – ο Αλέκος Αλεξανδράκης αποφάσισε να μείνει χωρίς άλλη σύντροφο. «Αισθάνθηκα πως είχα μεγαλώσει αρκετά για να συνεχίσω με κάποια άλλη γυναίκα στο πλευρό μου» έλεγε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δίδασκε υποκριτική στο Εργαστήρι του Διαμαντόπουλου. Το 2001 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής για την προσφορά του στην τέχνη. Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2005 έπειτα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο λίγο πριν συμπληρώσει τα 77 του χρόνια. Παρά τις δυσκολίες, διατήρησε την αξιοπρέπειά του και την εσωτερική του δύναμη.
Ο θάνατός του συγκίνησε βαθιά τον καλλιτεχνικό κόσμο και το κοινό που τον είχε αγαπήσει. Δες βίντεο από την κηδεία του:
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ήταν απλώς ένας σταρ. Ήταν ένας καλλιτέχνης που συνδύασε τη λαϊκή αποδοχή με την καλλιτεχνική ποιότητα. Κατάφερε να είναι ταυτόχρονα εμπορικός και ουσιαστικός, αγαπητός και σεβαστός. Οι ταινίες του εξακολουθούν να προβάλλονται, οι ερμηνείες του να συγκινούν και η προσωπικότητά του να γοητεύει νέες γενιές θεατών. Δες βίντεο με κοινή συνέντευξη του χωρισμένου πλέον ζευγαριού στην Λιάνα Κανέλλη και στην εκπομπή “Ψηλά τα χέρια” στο MEGA το 1990:




">
">
">
">
">
">
">
">