Υπήρξαν ηθοποιοί που πέρασαν από τον ελληνικό κινηματογράφο και άφησαν πίσω τους επιτυχίες. Υπήρξαν όμως και εκείνοι που κατάφεραν να γίνουν σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Ο Ανδρέας Ντούζος ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ψηλός, κομψός, γοητευτικός, με βλέμμα που «έγραφε» στον φακό και μια φυσική αρχοντιά που δύσκολα συναντούσες, αποτέλεσε έναν από τους πιο αγαπημένους ζεν πρεμιέ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Το όνομά του συνδέθηκε με τις μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες της δεκαετίας του ’60, με λαμπερές συμπρωταγωνίστριες, με ατέλειωτες θεατρικές συνεργασίες και με μια ζωή γεμάτη πάθος, δυσκολίες, αγώνες αλλά και βαθύ έρωτα. Πίσω όμως από το χαμόγελο του γοητευτικού πρωταγωνιστή υπήρχε ένας άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα, αξιοπρέπεια και μια πορεία που μόνο εύκολη δεν ήταν.
Ο Ανδρέας Ντούζος γεννήθηκε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια στις 19 Οκτωβρίου του 1936. “Δύσκολα χρόνια, περάσαμε κατοχή, το να μην έχεις να φας και να ζήσεις δεν είναι εύκολο, αλλά είναι και μια εποχή που την αναπολώ με μεγάλη νοσταλγία” είχε πει για τα παιδικά του χρόνια ο ηθοποιός.
Από μικρός είχε καλλιτεχνικές ανησυχίες και γρήγορα κατάλαβε πως η σκηνή ήταν ο φυσικός του χώρος. Ο θείος του ήταν στον θίασο της Κατερίνας και αναζητούσαν ένα μικρό αγόρι που να μην μιλάει για να κάνει το Κινεζάκι, αυτός ήταν ο πρώτος του ρόλος.
Αργότερα σπούδασε στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και πολύ νωρίς άρχισε να εμφανίζεται στο θέατρο, δίπλα σε σπουδαία ονόματα της εποχής. Η πρώτη ουσιαστική θεατρική του εμφάνιση έγινε στο παιδικό έργο «Ο κακότυχος και η τυχερή» δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη, κάτι που από μόνο του αποτελούσε τεράστια εμπειρία για έναν νέο ηθοποιό, ενώ το 1976 τον βρίσκει στο πλευρό του Μάνου Κατράκη στο περίφημο έργο “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται”. Ο ηθοποιός αργότερα θυμάται για την συνάντησή του με τον Μάνο Κατράκη: “Και στην μέση της σεζόν, ο Κατράκης αρρώστησε, γεμάτο το θέατρο. Πήγα στο θέατρο, νέος εγώ τότε και του είπα: ‘Κύριε Κατράκη να παίξω τον ρόλο σας; ‘Δεν ντρέπεσαι; Πως τολμάς’; μου είπε. ‘Τον ξέρω απέξω’ του απάντησα δειλά αλλά με θάρρος. ‘Βγες και παίξε’ μου είπε και αυτό έκανα. Είχα θράσος αλλά στο τέλος της παράστασης όταν συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, λιποθύμησα”
Οι μεγάλες ευκαιρίες της ζωής του
Από τα πρώτα του κιόλας βήματα φαινόταν πως δεν ήταν ένας συνηθισμένος ηθοποιός. Είχε έναν συνδυασμό θεατρικής παιδείας, κινηματογραφικής άνεσης και προσωπικής λάμψης που τον έκανε να ξεχωρίζει. Η κάμερα τον αγαπούσε και το κοινό επίσης. Δεν άργησε λοιπόν να έρθει και η μεγάλη ευκαιρία στον κινηματογράφο.
Η δεκαετία του ’60 ήταν η εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος ζούσε τη μεγαλύτερη ακμή του. Μέσα σε αυτό το λαμπερό περιβάλλον, ο Ανδρέας Ντούζος έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της μεγάλης οθόνης. Συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς όπως ο Δημήτρης Χορν, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Θανάσης Βέγγος, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Μάρθα Καραγιάννη και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Δες βίντεο από την ταινία “Ραντεβού στον αέρα”:
Το 1953 ο Ντούζος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον κινηματογράφο με την κοινωνική ταινία «Οι Κολασμένοι». Ωστόσο, η πρώτη του ξεχωριστή παρουσία στη μεγάλη οθόνη έγινε την επόμενη χρονιά στην υπέροχη νεορεαλιστική ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Μαγική Πόλη», που εκπροσώπησε την Ελλάδα στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας το 1954 με τον αγγλικό τίτλο «Magic City». Σύντομα, τον ανακαλύπτει ο Αλέκος Σακελλάριος και του εμπιστεύεται πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες «Αλίμονο στους Νέους» (1961) και «Όταν λείπει η Γάτα» (1962). Δες βίντεο από την ταινία “Όταν λείπει η Γάτα”:
Δυο χρόνια αργότερα, ο Ντούζος θα περάσει το κατώφλι της Φίνος Φιλμ και θα καθιερωθεί ως ζεν πρεμιε. Η εταιρεία αποφασίζει να επενδύσει πάνω του και τον δοκιμάζει σε δράμα, κωμωδία και μιούζικαλ. Εκείνος, νέος και αποφασισμένος, μέσα σε διάστημα δυο ετών γυρίζει 7 ταινίες με την Φίνος Φιλμ και πετυχαίνει την καθολική αναγνώριση: «Η Βίλλα των Οργίων» (1964), «Φωνάζει ο Κλέφτης» (1965), «Κορίτσια για Φίλημα» (1965), «Οι Εχθροί» (1965), «Ιστορία Μιας Ζωής» (1965), «Υπάρχει και Φιλότιμο» (1966), «Ραντεβού στον Αέρα» (1966). Δες ένα αφιέρωμα της Φίνος Φιλμ για τον ηθοποιό:
“Μεγάλη καριέρα δεν έχω κάνει, όμως υπηρέτησα την δουλειά μου σωστά. Εμείς δουλεύαμε με μέσα μηδέν, εκτός από την Φίνος Φιλμ που ήταν μεγάλη εταιρεία. Παρόλα αυτά υπήρχε η αγάπη, υπήρχε το μεράκι, δεν υπήρχαν μαχαιρώματα. Σεβόταν ο ένας τον άλλον. Σε όλες τις ταινίες υπήρχαν επτά – οκτώ ονόματα, δεν ήθελε να φάει κανένας τον άλλον” έχει πει ο Ανδρέας Ντούζος σε συνέντευξή του. Και ενώ το 1967 ο Ανδρέας Ντούζος είναι ήδη αγαπητός στο ελληνικό κοινό και με εξασφαλισμένη καριέρα, αναχωρεί με την οικογένεια του για την Αμερική, για να επιστρέψει μετά από 13 χρόνια και να αφοσιωθεί κυρίως στο θέατρο. Το 1983 συμμετείχε δίπλα στον Γιώργο Κωσταντίνου στην επιτυχημένη εκπομπή της ΕΡΤ «Τα Καθημερινά», ενώ το 2001 γύρισε την τελευταία ταινία του, «Μια Μέρα τη Νύχτα» του Γιώργου Πανουσόπουλου. Δες σκηνή από την τελευταία του ταινία:
Ο Ανδρέας Ντούζος δεν ήταν απλώς ένας όμορφος άντρας που εμφανιζόταν στις ταινίες. Είχε θεατρική στόφα και παρουσία που γέμιζε το πλάνο. Μπορούσε να κινηθεί με άνεση από την κωμωδία στο δράμα και από το μιούζικαλ στον ρομαντικό ρόλο. Το κοινό τον λάτρευε γιατί εξέπεμπε κάτι σπάνιο: συνδύαζε αρρενωπότητα, ευγένεια και έναν αέρα αληθινού σταρ. Δες βίντεο από συνέντευξή του το 1999 στην εκπομπή από το “Α έως το Ω” με τον Θανάση Αθανασιάδη και τον Κωστή Παρρά:
Εκείνη την εποχή, οι ηθοποιοί του ελληνικού κινηματογράφου αντιμετωπίζονταν σχεδόν σαν μυθικά πρόσωπα. Ο Ανδρέας Ντούζος ήταν από τους άντρες που προκαλούσαν θαυμασμό στις γυναίκες και ζήλια στους άντρες. Παρ’ όλα αυτά, δεν επέτρεψε ποτέ στη δημοσιότητα να αλλοιώσει τον χαρακτήρα του. Παρέμεινε προσγειωμένος, σοβαρός και αφοσιωμένος στη δουλειά του. Μπήκε στο χώρο από τα 19 του, όπου έπαιξε σε μουσικούς θιάσους αλλά και έναν χαρακτηριστικό ρόλο στη Μαγική πόλη του Νίκου Κούνδουρου.
Ο ζεν πρεμιέ που τρέλαινε τις γυναίκες!
Άρχισε την πορεία του με όπλο το ταλέντο αλλά και την εμφάνισή του. Ναι, ο Ανδρέας Ντούζος ήταν από τους ωραίους της εποχής. Μόνο που ο ίδιος δεν επένδυσε σε αυτό. Ίσα-ίσα, πολλές φορές αισθανόταν αμήχανα. Όπως είχε διηγηθεί, το 1966 έπαιζε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στο έργο “Του φτωχού το αρνί” στο Rex, στην Πανεπιστημίου. Τελειώνοντας από την πρόβα κατέβαινε προς την Ομόνοια για να πάρει το τρένο για το σπίτι του. Όμως έπεσε πάνω σε μαθήτριες Γυμνασίου που μόλις τον είδανε, του έσκισαν τα ρούχα. Ούτως ή άλλως, το ρόλο του ωραίου ο Ντούζος τον κράτησε μόνο για τη δουλειά του. Γιατί τις προσωπικές του επιλογές τις είχε κάνει από πολύ νωρίς.
Έρωτας και γάμος μέχρι τα βαθιά γεράματα
Η προσωπική του ζωή είχε πάντως το ίδιο ενδιαφέρον με τις κινηματογραφικές του επιτυχίες. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η Αναστασία Ντούζου. Η γνωριμία τους έγινε όταν εκείνη ήταν μόλις 17 ετών και εργαζόταν ως χορεύτρια ελληνικών παραδοσιακών χορών σε παράσταση της Δόρας Στράτου. Ο νεαρός τότε Ανδρέας Ντούζος γοητεύτηκε αμέσως από την ομορφιά, την αξιοπρέπεια και τον χαρακτήρα της. Δεν άργησε να της ζητήσει να παντρευτούν. Σπάνια περίπτωση ανθρώπου για εκείνη την εποχή που οι γυναίκες τον κυνηγούσαν σαν τρελές, του έγραφαν γράμματα και του ζητούσαν να τις παντρευτεί. Ο γάμος του με την Αναστασία, έγινε όταν ήταν και οι δύο πολύ νέοι. Εκείνος μόλις 18 και εκείνη 17. Κι όμως, αυτός ο γάμος άντεξε δεκαετίες. Σε έναν χώρο γεμάτο πειρασμούς, δημοσιότητα και έντονες προσωπικότητες, ο Ανδρέας Ντούζος έμεινε πιστός στη γυναίκα που αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Εκείνος σε συνέντευξή του όταν τον ρώτησαν αν γίνεται να “παντρεύεται” το θέατρο με την οικογένεια είχε απαντήσει: “Πως δεν παντρεύεται, γιατί το ένα είναι αγάπη επιβίωσης και το άλλο οικογενειακής ευτυχίας”
Η σχέση τους χαρακτηριζόταν από βαθιά αγάπη αλλά και αλληλοσεβασμό. Η Αναστασία στάθηκε δίπλα του σε όλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του, στη δόξα, στις δυσκολίες, στις οικονομικές κρίσεις αλλά και στα προβλήματα υγείας που ήρθαν αργότερα. Στην πορεία της ζωής της, η Αναστασία Ντούζου έγραψε βιβλία μαγειρικής. Μάλιστα, λίγο πριν από το τέλος της ζωής της, είχε αρχίσει τη μετάφραση του βιβλίου της με τίτλο: “Τι θα μαγειρέψουμε σήμερα” στα αγγλικά. Όμως δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει, αφού έφυγε τρία χρόνια μετά τον αγαπημένο της σύζυγο, και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2016. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Στηβ και την Τέτα Ντούζου, που αργότερα ακολούθησαν επίσης τον χώρο της υποκριτικής, η Τέτα τα παράτησε νωρίς για να κάνει οικογένεια.”Δεν γινόταν αλλιώς” έχει πει ο Ανδρέας Ντούζος “Πως θα γινόταν μαμά και θα έκανε οικογένεια;”. Η οικογένεια ήταν πάντα το καταφύγιο του Ανδρέα Ντούζου. Παρότι ζούσε μέσα στη λάμψη της δημοσιότητας, δεν έπαψε ποτέ να είναι οικογενειάρχης.
Οι ανήθικες προτάσεις και η φυγή στην Αμερική
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ενώ η καριέρα του βρισκόταν στο απόγειο, πήρε μια απόφαση που ξάφνιασε πολλούς, έφυγε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αμερική με την οικογένειά του. Για πολλούς αυτό έμοιαζε παράλογο. Πώς ένας τόσο δημοφιλής ηθοποιός άφηνε πίσω του τη δόξα και την επιτυχία; Ο ίδιος αργότερα αποκάλυψε πως ο λόγος είχε να κάνει με το παρασκήνιο του χώρου και με καταστάσεις που δεν δεχόταν να ανεχτεί. Σε παλαιότερη τηλεοπτική συνέντευξή του είχε μιλήσει ανοιχτά για ανήθικες προτάσεις που δέχτηκε από άνθρωπο του κινηματογράφου, επιλέγοντας τελικά να φύγει για την Αμερική αντί να συμβιβαστεί. Η στάση του αυτή έδειχνε έναν άνθρωπο με ισχυρές αρχές και αξιοπρέπεια.
Στην Αμερική έμεινε για περίπου δεκατρία χρόνια. Εκεί συνέχισε να ασχολείται με το θέατρο, σπούδασε σκηνοθεσία και προσπάθησε να χτίσει μια νέα ζωή μακριά από τη δημοσιότητα της Ελλάδας. Η περίοδος αυτή τον ωρίμασε καλλιτεχνικά και προσωπικά. Δεν ήταν εύκολη, αλλά του έδωσε εμπειρίες που σημάδεψαν την πορεία του. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, η εποχή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πια τελειώσει, οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Η τηλεόραση είχε μπει δυναμικά στη ζωή των Ελλήνων και οι μεγάλοι σταρ του σινεμά προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Το 1980 επιστρέφουν οικογενειακώς στην Ελλάδα. Φυσικά, τα πάντα έχουν αλλάξει. Ο Ανδρέας Ντούζος δραστηριοποιείται πλέον και ως παραγωγός. Στην αρχή ανεβάζει στο θέατρο «Καλουτά» το μιούζικαλ “Παίζουν το τραγούδι μας”, δίπλα στη Μαίρη Χρονοπούλου. Η παράσταση πάει συμπαθητικά, αλλά μετά τους σεισμούς του Φεβρουαρίου του 1981, σχεδόν όλο το θέατρο καταρρέει.

Ο Ανδρέας Ντούζος δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει. Συνέχισε στο θέατρο, ενώ για αρκετό διάστημα υπήρξε και επιχειρηματίας του θεάτρου Μπρόντγουαιη στην Κυψέλη. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν τη δουλειά και πάλευε πάντα να παραμένει ενεργός στον καλλιτεχνικό χώρο. Ωστόσο, οι οικονομικές δυσκολίες δεν έλειψαν. Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να παραχωρήσει το θέατρο λόγω χρεών, γεγονός που τον στενοχώρησε βαθιά. Η ενασχόλησή του με την υποκριτική περιορίζεται σε ταινίες και σειρές. Μια από αυτές είναι τα «Καθημερινά», σε σκηνοθεσία του παλιού του συνεργάτη, Γιάννη Δαλιανίδη. Η είσοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης αλλάζει και τις θεατρικές ισορροπίες. Ο Ντούζος αναγκάζεται να παραχωρήσει το θέατρό του στην Κάτια Δανδουλάκη. Την σεζόν 1999-2000 εμφανίζεται για τελευταία φορά στη Στοά Μπρόντγουαιη, στο “Αρσενικό και παλιά δαντέλα”, στο ρόλο του ιερέα. Στην παράσταση, στο ρόλο μίας από τις δυο γριούλες, ήταν η παλαιά του παρτενέρ στον Φίνο, η Μάρθα Καραγιάννη.
Οι συνθήκες μπορεί να άλλαξαν, αλλά ο Ντούζος συνέχισε τις θεατρικές του εμφανίσεις, ενώ δεν δίστασε να τολμήσει να κάνει και θέατρο για παιδιά, όπως την «Παναγία των Παρισίων» στο θέατρο Τριανόν. Μάλιστα σε συνέντευξη του είχε πει: «Πρέπει να ‘χεις γίνει παππούς για να καταλάβεις αυτήν τη γλυκιά εμπειρία».
Η μάχη με το Αλτσχάιμερ και το τέλος
Παρά τα προβλήματα, ο κόσμος δεν τον ξέχασε ποτέ. Για τις παλιότερες γενιές ήταν πάντα ο γοητευτικός πρωταγωνιστής των ασπρόμαυρων ταινιών και για τους νεότερους ένας αυθεντικός εκπρόσωπος μιας εποχής που πέρασε αλλά δεν έσβησε ποτέ από τη συλλογική μνήμη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολα. Αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ έπασχε και από Αλτσχάιμερ. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι που τον γνώριζαν μιλούσαν πάντα για έναν ευγενικό και αξιοπρεπή άνθρωπο.
Το 2013 συνέβη το τραγικό γεγονός που οδήγησε στο τέλος της ζωής του. Ένα ατύχημα στο σπίτι του, ύστερα από πτώση και χτύπημα στο κεφάλι, επιδείνωσε την ήδη εύθραυστη κατάσταση της υγείας του. Νοσηλεύτηκε για μεγάλο διάστημα σε κώμα, όμως τελικά δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή. Έφυγε στις 29 Απριλίου 2013, σκορπίζοντας θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στους ανθρώπους που τον είχαν αγαπήσει μέσα από τις ταινίες του. Δες βίντεο από την κηδεία του:
«Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έχασα τον πιο σημαντικό άντρα της ζωής μου. Το πρότυπό μου. Τον πατέρα μου Ανδρέα Ντούζο. Μετά από επτά χρόνια μάχη με το Αλτσχάιμερ, τον Ιανουάριο είχε ένα ατύχημα όπου από τότε έδωσε μια μεγάλη μάχη στην εντατική. Πάλεψε γερά, του δώσαμε ό,τι ήταν δυνατό από πλευράς μας και ό,τι καλύτερο από ιατρική φροντίδα. Δυστυχώς, δεν ήτανε αρκετό για να τον κρατήσει κοντά μας. Καλό ταξίδι Ντούζο… Οι αρχές σου, οι ιδέες σου, το ήθος σου, θα συνεχίσουν από εμένα και στη συνέχεια στον γιο μου. Οι ρίζες και οι δεσμοί οικογένειας που μας έδωσες είναι βαθιές, ακριβώς εκεί που τις έχεις βάλει. Άρχοντά μου, Καλό Ταξίδι». Αυτή ήταν η ανάρτηση του Στηβ Ντούζου στα social media, πριν από ακριβώς δεκατρία χρόνια. Ο Ανδρέας Ντούζος έφυγε στα 79 του. Η κηδεία του έγινε μέσα σε βαρύ κλίμα συγκίνησης. Παλιοί φίλοι, συνάδελφοι και άνθρωποι του θεάτρου βρέθηκαν εκεί για να τον αποχαιρετήσουν. Ο Ανδρέας Ντούζος δεν ήταν ένας ακόμη όμορφος ηθοποιός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Ήταν ένας άνθρωπος που έζησε με ένταση, πάθος και αξιοπρέπεια. Ένας καλλιτέχνης που προτίμησε να χάσει ευκαιρίες παρά να χάσει τον αυτοσεβασμό του. Ένας οικογενειάρχης που έμεινε πιστός στον μεγάλο έρωτα της ζωής του μέχρι το τέλος. Ένας ηθοποιός που κουβάλησε τη λάμψη του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ακόμα και όταν τα φώτα είχαν σβήσει.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, οι ταινίες του εξακολουθούν να παίζονται στην τηλεόραση και να αγαπιούνται από το κοινό. Κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, θυμίζει μια εποχή πιο ρομαντική, πιο αθώα και πιο κινηματογραφική. Θυμίζει την εποχή που οι ζεν πρεμιέ δεν ήταν απλώς διάσημοι αλλά αληθινά είδωλα. Και ο Ανδρέας Ντούζος υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα της γενιάς του.




">
">
">
">
">
">
">
">