«Βαγγέλη, άνοιξε πόρτα»… Πόσες φορές είδες την σκηνή αυτή από την ταινία «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» με τον εκκολαπτόμενο εφευρέτη Χρόνη Εξαρχάκο και δεν γέλασες; Καμία!

Ο υπέροχος τύπος με το σγουρό ατίθασο μαύρο μαλλί στο αεροπλάνο «τράβα μαλλί-άσε μαλλί» του ελληνικού σινεμά, που είχε το ταλέντο να μιλάει γρήγορα μεν, αλλά εξαιρετικά καθαρά, έφυγε από την ζωή μόλις στα 52 του…

Χρόνης Εξαρχάκος – Οι ατάκες και οι ρόλοι που έμειναν

Λένε ότι οι μεγάλοι κωμικοί είναι άνθρωποι θλιμμένοι. Ο Χρόνης Εξαρχάκος ήταν μεγάλος κωμικός, όμως δεν ήταν θλιμμένος, ήταν κυκλοθυμικός, έζησε και πέθανε το 1984 μόνος, έχοντας αφιερώσει τη ζωή του στην υποκριτική και στην ανάπηρη μητέρα του.

Ο Χρόνης Εξαρχάκος ήταν ένα πηγαίο κωμικό ταλέντο, γελούσες μόνο που τον έβλεπες να μπαίνει στο πλάνο. Ήταν άδικο που το ελληνικό σινεμά – και μάλιστα στη χρυσή εποχή του – τον κράτησε μόνο σε χαρακτηριστικούς, αλλά δεύτερους ρόλους, όμως εκείνος μέσα από σπαρταριστές ατάκες και σκηνές, τους έκανε πρώτους, ενσαρκώνοντας έναν τρελούτσικο και γκαφατζή χαρακτήρα, καταφέρνοντας να ξεχωρίσει και να κλέψει την παράσταση.

Ο απένταρος ζωγράφος της «Παριζιάνας», με πρωταγωνίστρια τη Βλαχοπούλου, μας έχει μείνει αξέχαστος ως gay μόδιστρος με το δαντελωτό διάφανο μωβ πουκάμισο. «Αγοράκι, τι φρούτα βγάζει η Καλαμάτα;»,  «μούσμουλα!». 

Το βιογραφικό του είναι γεμάτο από 20 ταινίες και περίπου 60 επιθεωρήσεις. Αριθμός που θα ήταν πολύ μεγαλύτερος, αν το πρόβλημα υγείας αρχικά στο συκώτι δεν τον είχε γονατίσει, για να του δώσει τη χαριστική βολή η μετάσταση καρκίνου στα κόκαλα που τον χτύπησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80.Ο Χρόνης Εξαρχάκος, το όνομα του οποίου πολύ συχνά κάποιοι μπέρδευαν με εκείνο του συνθέτη Σταύρου Ξαρχάκου χωρίς Ε, “είχε τεράστιο ταλέντο” έλεγαν όλοι οι σκηνοθέτες της Φίνος Φίλμ.

Από την πρώτη του ταινία, τον «Καταφερτζή» στον κινηματογράφο του Κώστα Στράντζαλη το 1964 ως την τελευταία του – όχι και τόσο επιτυχημένη – του Δημήτρη Δαδήρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εδώ και τώρα αγγούρια!!! Πόσα φάγατε σήμερα;», υπηρέτησε τους ρόλους του με απίστευτο επαγγελματισμό.

Ο Χρόνης Εξαρχάκος δικαιωματικά θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στην πεντάδα των κορυφαίων Ελλήνων ηθοποιών. Αν και ήταν ο λιγότερο διαφημισμένος, κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσειτο ταλέντο και την ικανότητα του να βγάζει γέλιο ακόμα και χωρίς σενάριο και ατάκες.

Η τελευταία του συνέντευξη

Ο σπουδαίος ηθοποιός στη ζωή του ταλαιπωρήθηκε πολύ. Είχε την ατυχία να νοσήσει σοβαρά στο συκώτι και το χειρότερο όλων είναι ότι παρά τις εντολές των γιατρών δεν άφησε τη δουλειά. Για να μη χάσουν το μεροκάματο οι συνάδελφοί του εξακολουθούσε να πηγαίνει στο θέατρο και να ταλαιπωρεί τον εαυτό του, ενώ θα έπρεπε να ακολουθεί τη θεραπεία του και να ξεκουράζεται. 

Στην τελευταία του συνέντευξη στην εκπομπή «Σήμερα», λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, ήταν τότε που αποκάλυψε το πρόβλημά του και πως η επιθυμία του να είναι δίπλα στους συναδέλφους του για να μην κλείσει το θέατρο και χάσουν το μεροκάματό τους, τον έκανε να παίζει στη σκηνή με αφόρητους πόνους.

«Κοιτάξτε να δείτε, όταν κάποιος είναι άρρωστος σημαίνει, ότι έχει κάποια σοβαρή ασθένεια. Και δεν είναι κάτι πρόχειρο. Το γεγονός είναι, ότι κάνουμε μία πάρα πολύ σκληρή δουλειά και το ξέρετε πάρα πολύ καλά αυτό. Και εγώ δούλευα επί τρεις σεζόν χωρίς να σταματήσω ούτε μέρα. Και είχα πάθει τελευταία και ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο, κι αυτό με ενόχλησε αρκετά. Με παρακάλεσαν, βέβαια, και οι συνάδελφοι γιατί είναι σκληρή δουλειά το θέατρο, να πάω στο θέατρο. Όπως καταλαβαίνετε δεν μπορεί να κλείσει το θέατρο, επειδή αρρώστησε ένας πρωταγωνιστής, ένας ηθοποιός, ένας μουσικός. Και πήγα βέβαια με μισή διάθεση, με πόνους κι έκανα παράσταση. Τώρα αυτό όλο βέβαια είναι εις βάρος μου, διότι το κοινό δεν μπορεί να ξέρει σε ποια κατάσταση βρίσκομαι εγώ, αν πρέπει να κάνω παράσταση ή όχι», είχε αναφέρει στην εκπομπή «Σήμερα» και τον Ανδρέα Δεληγιάννη.

«Είχα ενοχλήσεις με το συκώτι μου από πολύ παλιά. Τώρα με όλη αυτήν την ταλαιπωρία και το χειμώνα που εργάστηκα τόσο πολύ δυνατά, με ξαναενόχλησε, έκανα μια προσπάθεια και ξαναπήγα στο θέατρο μήπως μπορέσω και βοηθήσω τη δουλειά και εργαστώ. Αλλά μετά με πόνεσε πάλι το συκώτι, πήγα στο γιατρό και πρέπει να μείνω κανα μήνα εκτός», συμπλήρωσε.

Όταν τον ρώτησαν, αν υπάρχει περίπτωση νοσηλείας του σε νοσοκομείο, απάντησε, ότι εκείνη τη στιγμή θα έπρεπε να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις και έδειξε στην κάμερα τα κουτιά με τα φάρμακα της θεραπείας του. Δείτε το βίντεο της συνέντευξής του:

Η σχέση με την μητέρα του: Ποτέ δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο!

Λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή του Χρόνη Εξαρχάκου δεν θα βρούμε πολλές, ο χαρισματικός ηθοποιός, ό,τι είχε να πει το έλεγε μέσα από τους ρόλους του, αποφεύγοντας να δίνει «τροφή» για σχόλια.

Άνθρωπος με πηγαίο χιούμορ, ήταν το όνειρο κάθε σκηνοθέτη, καθώς μπορούσε με μια ατάκα, έναν μορφασμό και τους αυτοσχεδιασμούς του να απογειώσει ακόμη κι έναν μικρό ρόλο. Ο Χρόνης Εξαρχάκος δεν είχε ποτέ ίχνος βεντετισμού και αυτό οφείλεται εν μέρει και στον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του, που για κάποιους διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της ιδιαίτερης σχέσης που είχε με την μητέρα του.

Ο Πολυχρόνης Έξαρχος γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1932 στην Ερμούπολη της Σύρου μέσα σε φτωχή νησιώτικη οικογένεια, αν και θα μεγαλώσει τελικά στην αθηναϊκή Πλάκα. Ήδη από παιδί πρέπει να φροντίζει την ανάπηρη μητέρα του, αναπτύσσοντας μια σχέση που θα τον σημαδέψει. Ο ηθοποιός έζησε όλη του τη ζωή μαζί της και ήταν πολύ δεμένοι, αν και οι φίλοι και συνεργάτες ισχυρίζονταν διαρκώς και συνήθιζαν να τον πειράζουν γι’ αυτό, ότι ο Χρόνης Εξαρχάκος όπως ήταν το καλλιτεχνικό όνομα, φοβόταν τη μητέρα του όσο τίποτα! Η μητέρα του τον καταδυνάστευε ενδεχομένως, αν πιστέψουμε τα κουτσομπολιά, και δεν ενέκρινε ποτέ τις προσωπικές του επιλογές. Έτσι μάνα και γιος μεγάλωσαν και έζησαν μαζί, καθώς ο Χρόνης δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε απέκτησε απογόνους.

Η μητέρα του πολυτάλαντου ηθοποιού λόγω της μεγάλης αδυναμίας που του είχε, δεν τον άφηνε να παντρευτεί, ήταν αυστηρή με τις προσωπικές του επιλογές, καθώς δεν ήθελε να τον δει να ανοίγει τα φτερά του και να πετάει μακριά της. 

Η αγάπη που έδωσε και εισέπραξε μπορεί να ήταν μεγάλη, όμως τον εγκλώβισε σε ένα περιβάλλον όπου τα δικά του «θέλω» είχαν πνιγεί απ’ τις ενοχές που γεννούσε η επιθυμία του να ανασάνει απ’ την μητρική αγάπη που τον έπνιγε.

Του είχαν δώσει και το παρατσούκλι «μαμάκιας» – ήταν ένα από τα θεατρικά κουτσομπολιά της εποχής, ενώ οι φίλοι του τον πείραζαν ότι την φοβόταν. Έλεγαν επίσης ότι η μητέρα του Άννα, λειτουργούσε χειριστικά πάνω του και δεν ενέκρινε ποτέ τις επιλογές του, κυρίως για την προσωπική του ζωή. Η μητέρα του, έλεγαν, ότι ήταν ο λόγος που ο Εξαρχάκος δεν παντρεύτηκε ποτέ, το μόνο που είχαν ήταν ο ένας τον άλλον. Αυτό δεν άλλαξε, ούτε όταν ήρθε η επιτυχία για τον νεαρό, ακόμη, ηθοποιό όταν έπαιξε τον πρώτο ρόλο του στο θεατρικό «Βίλα των Opγίων».

Με την μητέρα του να αντιμετωπίζει τα δικά της σοβαρά προβλήματα, μοιραία αυτός ο σπουδαίος ηθοποιός, βρέθηκε ολομόναχος απέναντι στην ασθένεια που του «έτρωγε» τα σωθικά. Ο Κώστας Βουτσάς τον θυμάται να πειράζει τις νοσοκόμες και να μην χάνει το κουράγιο του, όμως όταν η κατάστασή του επιδεινώθηκε, αναγκάστηκε να μεταβεί στο Λονδίνο προκειμένου να υποβληθεί σε επέμβαση.

Και κάπως έτσι, απλά, ήσυχα, σιωπηλά, δίχως κάμερες, φωτογράφους, συγγενείς ή φίλους, ο Χρόνης Εξαρχάκος πάλεψε ολομόναχος, αλλά νικήθηκε από την αρρώστια αφήνοντας την τελευταία πνοή του σε νοσοκομείο στις 27 Σεπτεμβρίου 1984.

Αθόρυβη ζωή χωρίς σκάνδαλα…

Ο Χρόνης Εξαρχάκος και στην πραγματική του ζωή είχε πολύ χιούμορ, ήταν η ψυχή της παρέας, όμως, είχε και αρκετές συναισθηματικές μεταπτώσεις. Ποιος δεν έχει… Όμως, λέγεται ότι οι κυκλοθυμίες του ηθοποιού ήταν παροιμιώδεις. Και αρκετοί τις απέδιδαν στη στενάχωρη οικογενειακή του ιστορία. Ο Γιάννης Δαλιανίδης απέδιδε τις κυκλοθυμίες του ηθοποιού, στην καταπίεση που ένιωθε από τη μητέρα του, που όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν όλο και πιο έντονη. Ο Χρόνης από τη μία ήταν η ψυχή της παρέας και από την άλλη ένας άνθρωπος μοναχικός, χαμηλών τόνων, που του άρεσε να ζει διακριτικά μακριά από σκάνδαλα. Παρά το γεγονός ότι ταυτίστηκε με την κινηματογραφική κωμωδία, ο Εξαρχάκος ήταν μοναδικός στο δράμα, όπως πρόλαβε να μας δείξει στο φιλμ «Γυμνοί στο δρόμο», όπου υποδύεται τον τρελό της γειτονιάς, αλλά και στην ταινία του 1970 «Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο», με τη σκηνή της αυτοκτονίας του.

Σε ένα άγνωστο περιστατικό της καριέρας του, ο Εξαρχάκος πήρε μέρος στην ανολοκλήρωτη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Forminx Story» το 1965, αν και την ερμηνεία του αυτή δεν θα την απολάμβανε ποτέ το κοινό. Όσο για τη μικρή οθόνη, πρωταγωνίστησε στην τηλεοπτική σειρά του Αλέξη Τριανταφύλλου «Ένας απίθανος ντετέκτιβ», που προβλήθηκε το 1973 από την ΥΕΝΕΔ, ενσαρκώνοντας έναν ιδιωτικό ερευνητή που έμπλεκε διαρκώς σε απίθανες καταστάσεις. Ολοκληρώνοντας το 1982 την παράσταση που έμελλε να είναι η τελευταία του, «Το παραμύθι πάει σύννεφο» στο Θέατρο Ακροπόλ, αλλά και την κινηματογραφική ταινία «Εδώ και τώρα αγγούρια! Πόσα φάγατε σήμερα;» του Δαδήρα, ο Εξαρχάκος νόσησε σοβαρά και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τον καρκίνο που τον κατέτρωγε στο Λονδίνο.

Ποια πρωταγωνίστρια τον βοήθησε οικονομικά

Ανάμεσα στους λίγους, αλλά καλούς φίλους του Εξαρχάκου, ήταν και η Ρένα Βλαχοπούλου. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο, και είχαν γίνει δυο πολύ καλοί φίλοι. Η μεγάλη ηθοποιός ήταν για εκείνον στην πραγματική ζωή, η αδελφή που δεν είχε. Πριν μερικά χρόνια, ο αδελφός της Ρένας Βλαχοπούλου, Σπύρος αποκάλυψε μια άγνωστη ιστορία για την αδερφή του και τον Χρόνη Εξαρχάκο. Σε συνέντευξή του, είπε πως η Βλαχοπούλου είχε βοηθήσει πολύ τον Εξαρχάκο, όταν εκείνος αρρώστησε με καρκίνο.

Εκείνη του έδινε όλα τα νοσήλια, πλήρωνε τα πάντα. Όταν πέθανε ο ηθοποιός, έμεινε πίσω η υπερήλικη και άρρωστη μητέρα του, η οποία ήταν πολύ φτωχή. Η Ρένα Βλαχοπούλου την πήρε υπό την προστασία της μέχρι που έκλεισε τα μάτια της και εκείνη. Ο θάνατός του ακούστηκε στον καλλιτεχνικό χώρο σαν ένα κακόγουστο αστείο, με τους λιγοστούς φίλους του μοναχικού Χρόνη να διαμαρτύρονται ότι τους είχε ξεχάσει, ενόσω εκείνος έλιωνε στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας». Η κηδεία του έγινε την επομένη στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Όσο για τη μητέρα του, δεν άντεξε τον χαμό του και έφυγε και η ίδια από τη ζωή την επόμενη χρονιά μαραζωμένη…