Η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν μία από τις πιο αγαπητές και χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Με το μοναδικό της ταλέντο, το αυθεντικό κωμικό της ύφος και την αφοπλιστική της παρουσία, κατάφερε να κατακτήσει την καρδιά του ελληνικού κοινού και να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Αν και η εξωτερική της εμφάνιση δεν ακολουθούσε τα στερεότυπα της εποχής για τις πρωταγωνίστριες, η ίδια μετέτρεψε αυτό το στοιχείο σε πλεονέκτημα, δημιουργώντας αξέχαστους ρόλους που παραμένουν ζωντανοί μέχρι σήμερα.

Από παιδί στα βάσανα

Μεγάλωσε σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη για την Ελλάδα, όπου οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες δεν ευνοούσαν τις γυναίκες που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν καλλιτεχνική πορεία. Η Γεωργία Βασιλειάδου ήρθε στο φως της ζωής την 1η Ιανουαρίου του 1897 στα Τουρκοβούνια, στην Κυψέλη και ήταν μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας που αριθμούσε 10 παιδιά. Πολύ νωρίς, η Γεωργία Αθανασίου, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της, έχασε τον πατέρα της, που ήταν αξιωματικός του στρατού, σε ένα ατύχημα που είχε με το άλογό του. Ο θάνατος του πατέρα της, του στυλοβάτη της οικογένειας, τους στοίχισε πολύ. Η φτώχεια ήταν προ των πυλών, η μητέρα της οικογένειας έμεινε μόνη και έπρεπε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες των παιδιών της, ενώ τα τελευταία έμειναν ορφανά από πατέρα και αβοήθητα. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει το σχολείο και να βγει στην σκληρή βιοπάλη της ζωής, η – μόλις 7 ετών – Γεωργία για να βοηθήσει την μητέρα της. Έτσι, βρήκε δουλειά στο κορνιζάδικο του θείου της, με μοναδική ασχολία της στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της το τραγούδι. Ίσως το τραγούδι να αποτελούσε ένα είδος «βάλσαμου» στη ψυχή ενός μικρού παιδιού που κλήθηκε να ενηλικιωθεί απότομα.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, χάνει και την μητέρα της. Τότε, η Γεωργία Βασιλειάδου έχασε την γη κάτω από τα πόδια της, καθώς έπρεπε να γίνει μάνα για τα 9 της αδέλφια, υπόθεση διόλου εύκολη. Συνέχισε την σκληρή δουλειά στο μαγαζί του θείου της, κυκλοφορούσε με τρύπια παπούτσια, καθώς έδινε προτεραιότητα στις ανάγκες των αδελφών της και πολλές φορές καβαλούσε λαθραία τον πίσω προφυλακτήρα του τραμ για να πάει στην δουλειά της, επειδή δεν είχε λεφτά για να κόψει εισιτήριο. Το τραγούδι, όμως, παρέμενε ένα βάλσαμο για την ταλαιπωρημένη Γεωργία… Πολλοί λίγοι γνωρίζουν ότι ένας από τους αδερφούς της Γεωργίας Βασιλειάδου, ήταν μοναχός στην σκήτη της Αγίας Άννας στο Άγιο Όρος και η ίδια ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Οι παλαιοί πατέρες της σκήτης έλεγαν πως η μεγάλη κωμικός συχνά τους έστελνε χρήματα για ενίσχυση, ο δε αδερφός της, Μάξιμος μοναχός Αθανασίου, είχε το ίδιο πηγαίο χιούμορ με την αξιαγάπητη αδερφή του, ενώ φυσιογνωμικά της έμοιαζε καταπληκτικά.

Από το 1922 και μετά, η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν πια μαθήτρια του κλασικού τραγουδιού, άλλωστε ήθελε πάντα να γίνει τραγουδίστρια ή θεατρίνα και χαρακτηριστική είναι μια εξομολόγησή της: «Γεννήθηκα 13 ετών, ημέρα του Αγίου Γεωργίου, όταν πρωτάκουσα για θέατρο από μια συμμαθήτριά μου κι αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό»! Το Σύμπαν φαίνεται να συνωμότησε με τα θέλω της και έτσι όταν η Γεωργία Βασιλειάδου κάποια μέρα, περπατούσε ανέμελα στο δρόμο του θεάτρου Ολύμπια, άκουσε τον θίασο να κάνει πρόβες κάποια τραγούδια, καθώς στο θέατρο στεγαζόταν εκείνη την εποχή η Λυρική Σκηνή.

Με το θράσος της έφηβης και την ελπίδα για διέξοδο από τη μιζέρια, η Γεωργία μπουκάρει κυριολεκτικά μέσα και ζητά να δοκιμαστεί! Αυτό ήταν! Τραγούδησε και τους άρεσε. Το «τσαγανό» της αυτό της χάρισε και το πρώτο πραγματικό της χαμόγελο και τον τίτλο της μαθήτριας του κλασικού τραγουδιού! Ήδη από την τρέχουσα σεζόν του 1922, η Αθανασίου ήταν μέλος της Λυρικής ως χορωδός στην όπερα του Βέρντι «Ο Ερνάνης». “Έπαιρνα μεροκάματο τότε 2,5 δραχμές. Κανένας δεν ήθελε να γίνω ηθοποιός. Ο πατέρας μου δεν ζούσε, αλλά η μητέρα μου και τα αδέρφια μου δεν ήθελαν καθόλου” έχει πει εκείνη στην μια και μοναδική συνέντευξη που είχε δώσει στον δημοσιογράφο Δημήτρη Λυμπερόπουλο στην ΕΡΤ. Η Γεωργία Βασιλειάδου δεν αγαπούσε τις συνεντεύξεις γενικότερα, όχι από σνομπισμό, αλλά γιατί ήταν ντροπαλό άτομο και δεν της άρεσε να μιλάει για τον εαυτό της. Δες απόσπασμα από την συνέντευξη:

Πολλοί λένε πως ήταν μια γοητευτική γυναίκα με βελούδινη φωνή. Και εκείνη το ήξερε, για αυτό προσπάθησε να καλλιεργήσει αυτό το ταλέντο που της χάρισε απλόχερα η φύση. Σπούδασε, λοιπόν, φωνητική και κλασικό τραγούδι στη Γεννάδιο Σχολή, το 1923, ενώ έγινε μέλος στη χορωδία του μελοδράματος. Η φωνή της γοητευτικής κοπέλας μάγευε τους δασκάλους της, οι οποίοι της υπόσχονταν πιο σοβαρούς ρόλους στη Λυρική. Τίποτα και κανείς δεν θα έμπαινε πια εμπόδιο στα όνειρα της και αυτό το απέδειξε όταν αρνήθηκε την απαίτηση της οικογένειας της να σταματήσει το τραγούδι. Έβαλε πια προτεραιότητα τις δικές της ανάγκες, άλλαξε το επίθετο της, διέκοψε τις σχέσεις με την οικογένειά της και ήταν πια ασταμάτητη!

Το ατύχημα που της σημάδεψε το πρόσωπο και την ζωή!

Η Γεωργία Βασιλειάδου έκανε τα πρώτα της βήματα στο θέατρο σχετικά αργά, σε ηλικία περίπου 30 ετών. Η αρχή έγινε όταν συμμετείχε σε θιάσους επιθεώρησης, ενός ιδιαίτερα δημοφιλούς θεατρικού είδους στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Η επιθεώρηση απαιτούσε ευστροφία, χιούμορ, αυτοσχεδιασμό και έντονη σκηνική παρουσία. Η Βασιλειάδου διέθετε όλα αυτά τα στοιχεία σε υπερθετικό βαθμό. Πολύ γρήγορα ξεχώρισε για την αυθεντικότητά της και για τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να προκαλεί γέλιο χωρίς υπερβολές. Συνεργάστηκε με σπουδαίους ηθοποιούς και θιασάρχες της εποχής, χτίζοντας σταδιακά μια αξιόλογη πορεία στο ελληνικό θέατρο. Η Γεωργία Βασιλειάδου πολλές φορές έλεγε: «Αν γινόντουσαν καλλιστεία για άσχημες τον τίτλο της Σταρ Ελλάς θα τον έπαιρνα εγώ και τον τίτλο της Μις Ελλάς η Ταυγέτη Μπασούρη!».

Ελάχιστοι γνωρίζουν πως η μεγάλη ηθοποιός ήταν πανέμορφη στα νιάτα της. Σύμφωνα με τον Μάκη Δελαπόρτα και τα όσα αναφέρει στην σειρά βιβλίων του «Μεγάλοι Έλληνες Ηθοποιοί, Γεωργία Βασιλειάδου» η Γεωργία Βασιλειάδου είχε ένα ατύχημα στο πρόσωπο που την σημάδεψε για πάντα. Πιο συγκεκριμένα, κάποια μέρα περνώντας έξω από μια παλιά αποθήκη, δεν είδε μια αιχμηρή λαμαρίνα και έσκισε το μάγουλο της. Η λαμαρίνα ήταν σκουριασμένη, το μάγουλο της πρήστηκε, η πληγή δεν έκλεινε και ο γιατρός της είπε πως έπρεπε να γίνει αφαίρεση δέρματος, φοβούμενος μην εξελιχθεί η πληγή σε γάγγραινα. Η επέμβαση αυτή σε συνδυασμό με τις κακουχίες που είχε περάσει στη ζωή της, αλλοίωσαν σε μεγάλο βαθμό το πρόσωπο της.

Γεωργία Βασιλειάδου: Με τρύπια παπούτσια πήγαινε στις πρόβες! Η διαχρονική μάχη με την… φτώχεια και το ατύχημα που της άλλαξε την ζωή!
EUROKINISSI

Αυτό το συμβάν δεν της στοίχισε, καθώς καθιέρωσε την περσόνα της άσχημης στη δουλειά της με μεγάλη επιτυχία. Κάποτε ο Νίκος Τσιφόρος της είχε πει: «Βρε Γεωργία το σκέφτηκες ποτέ να κάνεις πλαστική προσώπου;» Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι;». Χαρακτηριστικό είναι και ένα άλλο γεγονός που διαδραματίστηκε με τον Φίνο, όταν μετά την επιτυχία που γνώρισε η Βασιλειάδου στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948), εκείνος την κάλεσε για να της προτείνει συνεργασία. Η Βασιλειάδου εμφανίστηκε λοιπόν στο γραφείο του μεγαλοπαραγωγού καλοντυμένη, αρωματισμένη και περιποιημένη, μόνο για να συγκεντρώσει την καλοπροαίρετη οργή του Φίνου: «Τι είναι αυτά; Θέλεις να χάσεις το ψωμί σου; Εγώ δεν σε θέλω έτσι. Άσχημη σε θέλω!».

Πρόβες στο θέατρο με τρύπια παπούτσια!

Ο διάλογος αυτός συνοψίζει λίγο πολύ ποια ήταν η ανεπανάληπτη Βασιλειάδου αλλά και τον αντίκτυπο που είχε τόσο στο σινεμά και το θέατρο όσο και τις καρδιές των Ελλήνων. Η συζήτηση για την ομορφιά και την ασχήμια κατείχε πάντα κεντρική θέση στη ζωή της, αν και ήταν σε όλους σαφές ότι η Βασιλειάδου ήταν πολλά περισσότερα από τη χαρακτηριστική εξωτερική της εμφάνιση, με την οποία συνήθιζε εξάλλου να παίζει και η ίδια. Όταν την ρώτησε, για παράδειγμα, ο Σταμάτης Φιλιπούλης τι θα ήθελε να ήταν αν δεν ήταν αυτή που ήταν, εκείνη απάντησε: «Πάλι ηθοποιός και φυσικά πάλι άσχημη!» Μεγάλη καρατερίστας και υποκριτικό ταλέντο από τα λίγα, μοιραία τυποποιήθηκε στα χρόνια του ελληνικού εμπορικού σινεμά που έψαχνε έτοιμες και δοκιμασμένες λύσεις.

Η ιστορία της ζωής της μεγάλης μας ηθοποιού ήταν ένας διαρκής αγώνας για επιβίωση και μια διαχρονική μάχη με τη φτώχεια και την ανέχεια, τόσο τη δική της όσο και των άλλων, για τους οποίους νοιαζόταν η σπουδαία Βασιλειάδου όσο κανείς ίσως άλλος. Η νεαρή και γοητευτική κοπέλα που τραγουδούσε μέτζο σοπράνο στη Λυρική Σκηνή αλλά πήγαινε στο θέατρο με τα τρύπια παπούτσια και το άδειο στομάχι «ανακαλύφθηκε» συμπτωματικά από τη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1925: «Εδώ είσαι ένα διαμάντι κρυμμένο στα κάρβουνα. Θα σε πάρω εγώ, να σε βγάλω όξω», της είπε και σύντομα η περσόνα της Βασιλειάδου θα κοσμούσε σανίδι και πανί, με την υποκριτική να την κλέβει τελικά από το κλασικό τραγούδι. Η πορεία της από κει κι έπειτα γνωστή και συνοψίζεται καλύτερα στην κλασική ατάκα του Χατζηχρήστου για κείνη: «Η κωμικιά των κωμικών, ω κωμικιά!»… Η κινηματογραφική της καριέρα απογειώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε σημαντική άνθηση. Η Βασιλειάδου έγινε μία από τις πιο περιζήτητες κωμικές ηθοποιούς.

Η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία ήρθε με την ταινία “Η Κυρά μας η Μαμή”, σε σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου. Στην ταινία αυτή υποδύθηκε μια παραδοσιακή μαμή που αναστατώνει ένα χωριό με τις παρεμβάσεις της. Ο ρόλος αυτός έγινε θρυλικός και ταυτίστηκε όσο λίγοι με το όνομά της. Ακολούθησαν πολλές ακόμη επιτυχημένες ταινίες, όπως: “Η Θεία από το Σικάγο”, “Η Καφετζού”, “Ο Θησαυρός του Μακαρίτη”, “Της Κακομοίρας” και άλλοι πολλοί. Δες ένα αφιερωματικό βίντεο με ταινίες της από την “Μηχανή του χρόνου” στην ΕΡΤ:

Μετά τον πόλεμο, θα έρχονταν οι μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες που θα την καθιέρωναν πια σε όλη την Ελλάδα. «Παπούτσι από τον τόπο σου» (1946), «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» (1948) που θα αποκτούσε η Βασιλειάδου καθολική αναγνώριση και θα εγκαθιδρυόταν στα θεατρικά και κινηματογραφικά πράγματα της χώρας, καθώς ο Σακελλάριος έπινε πια νερό στο όνομά της. Οι κορυφαίες επιτυχίες της θα έρχονταν βέβαια στη δεκαετία του 1950, όταν η πενηντάρα πια Βασιλειάδου ξεκίνησε την περίφημη συνεργασία της με τον Φίνο. Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, οι ρόλοι πέφτουν βροχή και η Βασιλειάδου είναι από τις πιο περιζήτητες καρατερίστες της μεγάλης οθόνης! “let me Χαρίλαε, let me please!”… Η Γεωργία Βασιλειάδου δίνει πραγματικά ρεσιτάλ στην ταινία “Η θεία από το Σικάγο”. Δες το βίνετο:

Σε κάθε της εμφάνιση η Βασιλειάδου, κατάφερνε να κλέβει την παράσταση, ακόμα και όταν δεν είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αηδιασμένη από τη θεατρική κοινότητα, εμμένει στην απόφασή της να παραμείνει μακριά από τον χώρο του θεάματος και αυτό θα ήταν πιθανότατα το τέλος της καριέρας της αν δεν ερχόταν από σπόντα στη ζωή της δύο άνθρωποι, δυο άνθρωποι που θα άλλαζαν εξ ολοκλήρου τη μοίρα της ηθοποιού. Ο πρώτος ήταν η Σοφία Βέμπο! Αυτή ήταν που θα την έπειθε να επιστρέψει στο σανίδι, έπειτα από 4 χρόνια απουσίας, καθώς η ηθοποιός και η τραγουδίστρια συνδέονταν με βαθιά φιλία εδώ και πολλά χρόνια. Ο δεύτερος ήταν ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Σακελλάριος! Αναζητώντας μια λαϊκή γυναικεία φιγούρα για τον ρόλο της κουτσομπόλας στο έργο του «Τα κορίτσια της παντρειάς», που επρόκειτο να ανέβει στο θέατρο «Ιντεάλ» το 1939, ο Σακελλάριος τα έχασε μόλις την είδε και της έκανε επιτόπου την πρόταση μέσα στον καφενέ και στέκι των ηθοποιών «Στέμμα». Η ίδια βέβαια ούτε να ακούσει δεν ήθελε, άκου να παίξει την κουτσομπόλα της γειτονιάς! Κι όμως, είπε τελικά το «ναι», κέρδισε αμέσως το κοινό και η καριέρα της ξανάρχισε λες και δεν είχε ποτέ σταματήσει.

Ταυτοχρόνως, στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο του ’40 ψυχαγωγούσε τους φαντάρους στο μέτωπο και κατόπιν, στα χρόνια της Κατοχής, έκρυβε Άγγλους στο υπόγειο του σπιτιού της βοηθώντας την Αντίσταση. Φτωχή μέχρι δακρύων, περιφερόταν ακόμα και ξυπόλητη, καθώς τα λιγοστά που έβγαζε από τον μισθό της θεατρίνας τα έδινε στα συσσίτια για τους άνεργους ηθοποιούς που έφτιαχνε από το υστέρημά της. Δες βίντεο από την ταινία “Η καφετζού”:

Προστατευόμενη της Βέμπο, συνέχισε τις εμφανίσεις της στο θέατρο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στεκόταν πάντα στο πλευρό των αδυνάτων παρά την τραγική οικονομική της κατάσταση. Με την Βέμπο οργάνωσαν συσσίτιο για τους άπορους ηθοποιούς, στον κινηματογράφο «Ριάλτο» της Κυψέλης και οι δύο μεγάλες κυρίες μαγείρευαν καθημερινά φασολάδα και τη μοίραζαν στους πεινασμένους. Αν και οι φιλανθρωπίες της Βασιλειάδου δεν σταματούσαν εκεί, καθώς όταν είχε δυο δεκάρες στην τσέπη μαγείρευε στο σπίτι της και μοίραζε το φαγητό στα υποσιτισμένα παιδιά της γειτονιάς : «Εγώ δίνω κι ο Θεός μου τα δίνει απ’ αλλού», συνήθιζε να λέει. Πέρα από τις εμφανίσεις στον Στρατό για την εμψύχωση του ηθικού των φαντάρων, η μεγάλη μας κωμικός επισκεπτόταν ανελλιπώς και τις κλινικές όπου νοσηλεύονταν οι τραυματίες.

Η ωραία “άσχημη” με το υποκριτικό χάρισμα

Η Γεωργία Βασιλειάδου διέθετε ένα σπάνιο υποκριτικό χάρισμα. Δεν βασιζόταν μόνο στους διαλόγους, αλλά κυρίως στις εκφράσεις του προσώπου της, στις κινήσεις του σώματός της και στον μοναδικό τρόπο ομιλίας της. Το χιούμορ της ήταν αυθεντικό, ανθρώπινο και γεμάτο ζεστασιά. Υποδυόταν συνήθως λαϊκές γυναίκες, θείες, γειτόνισσες, πεθερές, μαμές και προξενήτρες. Οι χαρακτήρες της ήταν συχνά αυστηροί αλλά καλοπροαίρετοι, αστείοι αλλά βαθιά ανθρώπινοι. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της ήταν ότι ανέτρεψε τα στερεότυπα της εποχής σχετικά με την εμφάνιση των γυναικών στον κινηματογράφο. Με αυτοπεποίθηση και αυθεντικότητα απέδειξε ότι το πραγματικό αστέρι είναι το ταλέντο και όχι η εξωτερική εμφάνιση. Δες ένα αφιερωματικό βίντεο στην εκπομπή “Μηχανή του χρόνου” στην ΕΡΤ για την Γεωργία Βασιλειάδου:

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, Παντρεύτηκε τον Δημήτρη Βασιλειάδη και απέκτησαν μία κόρη, τη Φωτεινή. Παρά τις οικογενειακές υποχρεώσεις και τις δυσκολίες της εποχής, δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της να ανέβει στη σκηνή. Ο γάμος τους διαλύθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Το 1945, μετά από μια παράσταση με τον θίασο της Άννας Καλουτά και του Ορέστη Μακρή, γνωρίζει τον αρκετά νεότερό της Κώστα Γαμπάρο, τον οποίο και παντρεύτηκε λίγους μήνες μετά. Έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό της το 1980. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, η Βασιλειάδου θα γινόταν σύντομα γιαγιά. Ζήτησε τότε από τον Φίνο να της δώσει μια αύξηση για να μπορέσει να χτίσει ένα σπίτι για την κόρη της. Ο Φίνος, όμως, αντί για αύξηση, της έχτισε το σπίτι. Όπως έχει δηλώσει η κόρη της, κ. Φωτεινή Αποστολίδου στον Μάκη Δελαπόρτα: «Πράγματι το σπίτι, όπου κατοικήσαμε το 1958, μας το έχτισε ο Φίνος. Ήταν πολύ ανοιχτοχέρης άνθρωπος, αλλά έβλεπε πως η μητέρα μου τότε, ήταν η πιο εμπορική ηθοποιός της εταιρείας του».

Ο συλλέκτης, Άρης Λουπάσης δημοσίευσε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram, μια σπάνια φωτογραφία με τη Γεωργία Βασιλειάδου, στο σπίτι της στο Μαρούσι, το 1962. Σε αυτή, η Γεωργία Βασιλειάδου κρατά ένα τσιγάρο, ενώ έχει τα χέρια της στη μέση της και ποζάρει στο σαλόνι του σπιτιού της.

Όπως αναφέρει στη λεζάντα της ανάρτησής του ο Άρης Λουπάσης, η συγκεκριμένη φωτογραφία τραβήχτηκε με τον φακό του γνωστού φωτογράφου, Κλεισθένη. Στη συνέχεια, προσθέτει: «Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 διαμένει μαζί με την κόρη της και τον δεύτερο σύζυγό της Κώστα Γάμπαρο στην περιοχή του Νέου Ηρακλείου και συγκεκριμένα στην οδό Ζεφύρου όπου οι πρώτες καλλιτεχνικές επιτυχίες της επιτρέπουν να ανακαινίσει το σπίτι της και να αγοράσει ένα αυτοκίνητο Opel με το οποίο την μετέφερε ο σύζυγός της στο θέατρο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν και σοφέρ του Βραζιλιάνου Πρέσβη στην Ελλάδα. Κατά την διαμονή της στην συγκεκριμένη περιοχή διατελεί και δημοτικός σύμβουλος προσπαθώντας παρά τα εξαντλητικά ωράρια σε θέατρο και κιν/φο, να παρευρίσκεται στα δημοτικά συμβούλια και να συμβάλει με κάθε τρόπο στα κοινά και την στήριξη των συμπολιτών της. Το νέο σπίτι της στο Μαρούσι θα το αγαπήσει πολύ και θα περάσει τα ωραιότερα χρόνια της ζωής της, ένας επίγειος παράδεισος πνιγμένος στα πεύκα και μια αυλή γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια και γιασεμιά που τα περιποιείται καθημερινά η ίδια. Αγαπημένη καθημερινή της συνήθεια ο μεσημεριανός περίπατος με τον φίλο και γείτονά της ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, καταλήγοντας συνήθως σε ταβερνάκια στην Πεύκη για ουζάκι και ατέλειωτες συζητήσεις. Και μόνο μια εικόνα από την ανεπανάληπτη αυτή καλλιτεχνική φυσιογνωμία είναι ικανή για να αποτυπώσει και να φέρει στις μνήμες αξέχαστες κιν/φικές στιγμές και εικόνες από μια άλλη ωραία εποχή που δεν ζήσαμε εμείς οι νεότεροι αλλά λατρέψαμε μέσα από το πανί»

Φωτεινή Αποστολίδη: Η στενή σχέση με τη μητέρα της και ο Γολγοθάς της ζωής της

Η κόρη της Γεωργίας Βασιλειάδου, Φωτεινή ζούσε μια ήρεμη και χαμηλών τόνων ζωή, αφιερωμένη στην οικογένειά της. Είχε έναν ευτυχισμένο γάμο με τον σύζυγό της, ιδιοκτήτη γνωστού καταστήματος δερμάτινων ειδών, και πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η σχέση της με τη μητέρα της ήταν εξαιρετικά στενή, η Γεωργία Βασιλειάδου την αποκαλούσε στοργικά «Τοτούλα» και την θεωρούσε τη «πριγκίπισσά» της, φροντίζοντας να της προσφέρει όλα όσα χρειαζόταν, ακόμη και μετά το διαζύγιό της από τον πρώτο της σύζυγο. Σημειώνεται ότι η Φωτεινή Αποστολίδου, που έφυγε από την ζωή στις αρχές Γενάρη αυτής της χρονιάς, ανέβαινε τον δικό της Γολγοθά, βιώνοντας μία μεγάλη οικογενειακή τραγωδία, διότι το 2023 είχε «φύγει» από τη ζωή η κόρη της και εγγονή της Γεωργίας Βασιλειάδου, Τζίνα. Ο θάνατος του παιδιού της, κατέβαλε την κόρη της Γεωργίας Βασιλειάδου, η οποία κλείστηκε στον εαυτό της και σπάνια έβγαινε από το σπίτι της, ενώ στο πλευρό της είχε τη δεύτερη κόρη της, Κατερίνα.

Γεωργία Βασιλειάδου: Με τρύπια παπούτσια πήγαινε στις πρόβες! Η διαχρονική μάχη με την… φτώχεια και το ατύχημα που της άλλαξε την ζωή!
EUROKINISSI

Η Κατερίνα Αποστολίδου, η άλλη εγγονή της Γεωργίας Βασιλειάδου, συνεχίζει να τιμά την οικογενειακή κληρονομιά μέσα από τη δημιουργικότητά της. Ως ταλαντούχα εικαστικός, με σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών και στο Ecole Nationale De Beaux Arts στο Παρίσι, ασχολείται με γλυπτική, σχέδιο και βίντεο, εστιάζοντας σε θέματα ψυχολογικής ισορροπίας και ανθρώπινης ευαισθησίας. Μέσα από φωτογραφίες και αναμνήσεις, η μνήμη της Γεωργίας Βασιλειάδου ζωντανεύει, καθώς η αγάπη της για τις κόρες και εγγονές της παραμένει ανεξίτηλη. Η Φωτεινή, με τη ζωή και το ήρεμο πνεύμα της, αφήνει πίσω της μετά τον θάνατό της, ένα παράδειγμα αφοσίωσης, σεβασμού και οικογενειακής αγάπης που θα μείνει ζωντανό στη μνήμη των δικών της ανθρώπων.

Τα τελευταία χρόνια

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της η Γεωργία Βασιλειάδου, είχε αποσυρθεί σταδιακά από την ενεργό δράση, καθώς η ηλικία και τα προβλήματα υγείας περιόρισαν τις επαγγελματικές της δραστηριότητες. Παρόλα αυτά, παρέμεινε βαθιά αγαπητή στον κόσμο και δεχόταν πάντοτε εκδηλώσεις θαυμασμού και σεβασμού. Η Γεωργία Βασιλειάδου πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου 1980 στην Αθήνα, λίγες ημέρες πριν συμπληρώσει τα 83 της χρόνια, κηδεύτηκε δυο μέρες μετά στο Α’ Νεκροταφείο, παρουσία λίγου κόσμου. Ο θάνατός της προκάλεσε συγκίνηση σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το κοινό αποχαιρέτησε μία από τις σημαντικότερες κωμικές ηθοποιούς που ανέδειξε ποτέ η χώρα.