Πολύ προχωρημένος και επαναστάτης για την εποχή του… Ο Μαζωνάκης έκανε τόσες ανατροπές μέσα στην νύχτα προκαλώντας πάντα αντιδράσεις. Όμως τελικά εκείνος δεν γεννήθηκε για να ανέβει στην πίστα και για να ακολουθήσει τους κανόνες, μπήκε για να τους ξηλώσει. Από τα λουλούδια μέχρι το καμαρίνι, από τα τραπέζια μέχρι το show…Ο Γιώργος Μαζωνάκης άλλαξε τη νύχτα και οι επιχειρηματίες ακολούθησαν τις οδηγίες του χωρίς δεύτερη κουβέντα, αν ήθελαν ας έκαναν και αλλιώς, έβλεπαν ότι ο εκκεντρικός σταρ τα έφερνε…
Η δεκαετία του 90 ήταν μια εποχή που ήξερες ακριβώς τι θα συναντήσεις όταν πήγαινες στα μπουζούκια. Ο τραγουδιστής πάνω στην πίστα. οι λουλουδούδες με τα πανέρια, τα τραπέζια στημένα γύρω γύρω από τη σκηνή. Το πρόγραμμα με συγκεκριμένη αρχή και συγκεκριμένο τέλος. Και ο καλλιτέχνης να κρατάει το μικρόφωνο. Μετά ήρθε ο Μαζώ. Και αποφάσισε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν υποχρεωτικό.
Ο τραγουδιστής δεν μένει στην πίστα!
Ο Μαζωνάκης ήταν από τους ανθρώπους που εκμηδένισαν την απόσταση ανάμεσα στον τραγουδιστή και τον πελάτη. Κατέβαινε από τη σκηνή, πήγαινε ανάμεσα στα τραπέζια, τραγουδούσε μέσα στον κόσμο, περπατούσε σε όλο το μαγαζί και καθόταν ανάμεσα στον κόσμο – γνωστούς και αγνώστους. Μίκρυνε το μέγεθος της πίστας που μέχρι τότε ήταν τεράστια, κατέβασε το ύψος της, γιατί όπως έλεγε, ήθελε να βλέπει τον κόσμο στα μάτια και όχι αφ’ υψηλού. Ο καλλιτέχνης δεν ήταν πια απέναντι από το κοινό. Όλοι γινόντουσαν μια τεράστια παρέα όταν τραγουδούσε. Τέλος, ήταν ο πρώτος που έβαλε τους μαγαζάτορες να του φτιάξουν πίστα πασαρέλα, με το σχήμα Τ, περπατούσε πάνω κάτω, τον έβλεπαν όλοι ακόμα και στα πίσω σημεία και εκείνος παρακολουθούσε από άκρη σε άκρη όλα τα σημεία του μαγαζιού.
Έστηνε ατμόσφαιρα μέσα στο μαγαζί – κατάργησε τα τραπεζομάντηλα
Προ Μαζωνάκη τα τραπέζια σε όλα τα μαγαζιά ήταν στρωμένα με κατάλευκα λινά τραπεζομάντηλα, εκείνος ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που για πρώτη φορά τα “πέταξε” (τον ευγνωμονούσαν τα γκαρσόνια και τον αναθεμάτιζαν τα καθαριστήρια ρούχων) και κατέβασε το ύψος τους, παράλληλα μίκρυνε τα τραπέζια για να μην είναι τόσο ψηλά. Ο Μαζωνάκης ήθελε ο χώρος να συμμετέχει στο show. Στο “Βοτανικό”, για παράδειγμα, το μαγαζί είχε στηθεί με ατμόσφαιρα σύγχρονου cabaret και η σκηνή επικοινωνούσε από διαφορετικά σημεία με το κοινό. Ακόμη και τα πανέρια με τα λουλούδια είχαν διαφορετική εικόνα: τα κρατούσαν άνδρες performers αντί για τις κλασικές λουλουδούδες.
Οι λουλουδούδες δεν ήταν πλέον… υποχρεωτικά λουλουδούδες
Και εδώ ο Μαζωνάκης έβαλε τη δική του υπογραφή. Η εικόνα με τα πανέρια άλλαξε. Άνδρες performers, διαφορετική αισθητική, διαφορετική παρουσία. Μπορεί να φαίνεται λεπτομέρεια, όμως δεν ήταν. Γιατί στη νύχτα οι λεπτομέρειες είναι αυτές που αλλάζουν την εικόνα μιας ολόκληρης εποχής.
Το λαϊκό πρόγραμμα δεν χρειάζεται να είναι «μόνο λαϊκό»
Αυτό ίσως ήταν το μεγαλύτερο κόλπο και ατού του. Ο Μαζωνάκης έβαλε στην ίδια πίστα το λαϊκό τραγούδι, την pop, το club, τη μόδα και το performance. Δεν ζήτησε από το κοινό να διαλέξει στρατόπεδο. Πήρε όλα τα στρατόπεδα μαζί. Ήθελε η νύχτα του να μπορούσε να απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν θα πήγαιναν απαραίτητα σε ένα κλασικό μπουζουξίδικο.
Έγινε fashion icon πάνω στην πίστα
Εδώ ο Μαζωνάκης ήταν επαναστάτης. Παντελόνι-φούστα. Εκκεντρικές δημιουργίες, μπλε ηλεκτρίκ μαλλιά, ροζ, φούξια, ξανθά, καστανά, όλως οι αποχρώσεις. Συνεργασία με τους Deux Hommes και το «Gucci φόρεμα». Στο πρώτο MadWalk το 2011 εμφανίστηκε με μπλε ηλεκτρίκ μαλλιά και δημιουργία των Deux Hommes, τραγουδώντας πάνω σε αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο. Για εκείνον η εμφάνιση δεν τελείωνε όταν άνοιγε το στόμα του. Άρχιζε πριν καν ξεκινήσει να τραγουδάει. Ανέβαινε στην πίστα και την “κατάπινε”… Κάπνιζε, έπινε και έβγαζε ψυχή με την ερμηνεία του για να την δώσει στον κόσμο που τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό.



Το πρόγραμμα έπρεπε να έχει σενάριο
Ο Μαζωνάκης δεν ήθελε απλώς να βγει και να πει επιτυχίες. Ήθελε αρχή, μέση και τέλος. Στο Κέντρο Αθηνών, το «Η Αθήνα τη Νύχτα» παρουσιάστηκε ως ολοκληρωμένη εμπειρία: μουσικοί, χορευτές, φώτα, live feed, κίνηση και ο ίδιος να αλλάζει συνεχώς θέση μέσα στον χώρο. Κάτω από τις οδηγίες του Κωνσταντίνου Ρήγου στα περισσότερα προγράμματα μαγαζιών που εμφανιζόταν, ο Μαζωνάκης είχε το δικό του στυλ κάθε φορά για το οποίο ξεχώριζε και όλοι περίμεναν με περιέργεια για να το δούνε. Με άλλα λόγια: Δεν πήγαινες απλώς να ακούσεις Μαζωνάκη. Πήγαινες να δεις Μαζωνάκη.
Ο τραγουδιστής έγινε performer
Σε μια εποχή περισσότερο στημένη, με κουστουμαρισμένο κοινό και χρυσοποίκιλτα φορέματα με βάτες για τις κυρίες που δεν σηκωνόντουσαν από την καρέκλα τους, εκείνος έσπασε το παλιό μοντέλο. Ο Μαζωνάκης δεν περιορίστηκε ποτέ στο μικρόφωνο. Έκανε κίνηση, εικόνα, θεατρικότητα, ανατροπές. Και έτσι ο λαϊκός τραγουδιστής άρχισε να λειτουργεί περισσότερο σαν κεντρικός performer ενός show. Η σκηνή έπαψε να είναι απλώς το σημείο όπου στεκόταν. Έγινε ολόκληρος ο κόσμος του.
Το κοινό δεν έπρεπε να κάθεται – έπρεπε να συμμετέχει
Στις εμφανίσεις του Μαζωνάκη η απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και τα τραπέζια σχεδόν εξαφανιζόταν. Ο κόσμος σηκωνόταν, τραγουδούσε, χόρευε, τον πλησίαζε, έβγαζε φωτογραφίες. Στο “Κέντρο Αθηνών” όπως και σε όλα τα μαγαζιά που εμφανιζόταν, το κοινό σηκωνόταν ακόμη και σε τραγούδια που δεν ήταν απαραίτητα τα μεγαλύτερα hits του, ενώ ο ίδιος κινούνταν συνεχώς μέσα στον χώρο. Δεν ήταν θεατές, ήταν μέρος της παράστασης.
Και ο σημαντικότερος κανόνας: Πας Μαζωνάκη; Μη γίνεις ποτέ «κανονικός»
Αυτός ήταν ο κανόνας που δεν είπε ποτέ ως σύνθημα, αλλά τον ακολούθησε σε όλη του την πορεία. Όταν όλοι περίμεναν έναν λαϊκό τραγουδιστή, εκείνος έγινε fashion icon. Όταν περίμεναν έναν σταρ πίσω από το μικρόφωνο, εκείνος κατέβαινε στον κόσμο. Όταν περίμεναν ένα πρόγραμμα, εκείνος έστηνε παράσταση. Όταν περίμεναν «μπουζούκια», εκείνος έφτιαχνε κάτι ανάμεσα σε club, θέατρο, συναυλία και λαϊκή πίστα. Και όταν κάποιοι προσπαθούσαν να αποφασίσουν τι «ταιριάζει» σε έναν άνδρα τραγουδιστή, ο Μαζωνάκης εμφανιζόταν με τρόπο που έκανε το «διαφορετικό» να μοιάζει ξαφνικά απολύτως φυσιολογικό.
Η νύχτα μετά τον Μαζώ!
Αυτό είναι τελικά το αποτύπωμά του, δεν άλλαξε μόνο τραγούδια, άλλαξε συμπεριφορά, άλλαξε εικόνα, άλλαξε τη σχέση καλλιτέχνη και κοινού, άλλαξε την αισθητική της πίστας. Έβαλε τη μόδα μέσα στα μπουζούκια και τα μπουζούκια μέσα στην pop κουλτούρα. Και κυρίως απέδειξε κάτι που σήμερα μοιάζει αυτονόητο αλλά τότε δεν ήταν, ότι ένας λαϊκός τραγουδιστής μπορούσε να μην μοιάζει με κανέναν προηγούμενο. Ο Μαζωνάκης δεν πήγε να γίνει ο επόμενος μεγάλος τραγουδιστής. Έγινε ο σταρ Μαζωνάκης, ένας μεγάλος σταρ που κατά τα ξένα πρότυπα θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με τον Michael Jackson.
Ήταν ο άνθρωπος που μπήκε στα μπουζούκια και κατάργησε το «πρέπει» – Η σκηνή, τα ρούχα, η εικόνα, τα λουλούδια, το κοινό και οι κανόνες που δεν τον χωρούσαν… Υπήρχαν τα μπουζούκια πριν από τον Γιώργο Μαζωνάκη. Και υπήρχαν τα μπουζούκια μετά τον Μαζωνάκη. Γιατί δεν πήγε στην πίστα μόνο για να τραγουδήσει, μπήκε στη νύχτα και της έκανε κάτι πολύ πιο δύσκολο, της άλλαξε τους κανόνες. Σε μια εποχή που ο λαϊκός τραγουδιστής έπρεπε να έχει συγκεκριμένη εμφάνιση, συγκεκριμένο τρόπο να στέκεται στη σκηνή, συγκεκριμένο κοινό και –κυρίως– να μην ξεφεύγει πολύ από τα «καθιερωμένα», ο Μαζωνάκης έκανε ακριβώς το αντίθετο. Ξέφυγε. Και τελικά η εξαίρεση έγινε ο κανόνας.
Ο Μαζωνάκης δεν κατάλαβε ποτέ γιατί ο τραγουδιστής έπρεπε να μοιάζει με όλους τους προηγούμενους. Έβαλε μόδα στην πίστα. Πειραματίστηκε με ρούχα, γραμμές, αξεσουάρ, μακιγιάζ, εικόνες που τότε θεωρούνταν «υπερβολικές» για έναν άνδρα λαϊκό τραγουδιστή. Δεν ήθελε απλώς να τον ακούν ήθελε να τον βλέπουν και να τον συζητάνε. Και αυτό δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Η συνεργασία του με το σχεδιαστικό δίδυμο Deux Hommes και η παρουσία του σε fashion events, όπως το MadWalk ντυμένος Πάπας, δεν ήταν μια παρένθεση μόδας. Ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αλλαγής, ο τραγουδιστής της νύχτας μπορούσε πλέον να είναι και fashion statement.
Ο Μαζωνάκης δεν φοβήθηκε να γίνει εκκεντρικός, δεν προσπάθησε να αρέσει σε όλους. Και αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο επιχειρηματικό του όπλο. Σε μια νύχτα που συχνά λειτουργούσε με τη λογική «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», εκείνος έκανε το ακριβώς αντίθετο: τον προκάλεσε και απέδειξε ότι έχει δίκιο ένας καλλιτέχνης. Ο κόσμος δεν πήγαινε μόνο να ακούσει τραγούδια. Πήγαινε να δει τι θα κάνει ο Μαζώ πάνω στην πίστα και τον απολάμβανε, τον άγγιζε, του μιλούσε.
Ο Μαζωνάκης δεν αντιμετώπισε ποτέ την πίστα σαν ένα μικρόφωνο και ένα σκαμπό. Την αντιμετώπισε σαν θέατρο, σαν performance, σαν χώρο μόδας, σαν χώρο όπου μπορούσε να συμβεί κάτι απρόβλεπτο. Και έτσι άλλαξε και η σχέση του κοινού με τον καλλιτέχνη. Το «Παιδί της νύχτας», το «Σάββατο» το “Παλιόπαιδο θα γίνω”, το “Φεύγω για μένα” και τόσα ακόμη τραγούδια του που έγιναν τεράστιες επιτυχίες, έδεσαν τον Μαζωνάκη με μια νέα, πιο pop και απενοχοποιημένη εκδοχή του λαϊκού.
Το κοινό του δεν χωρούσε εύκολα σε μία κατηγορία. Ήταν ο κόσμος των μπουζουκιών, αλλά ήταν και άνθρωποι που δεν θα πήγαιναν ποτέ σε μια «παραδοσιακή» λαϊκή πίστα. Ήταν νεότεροι, ήταν άνθρωποι της μόδας, ήταν άνθρωποι που ήθελαν κάτι διαφορετικό. Και κυρίως ήταν άνθρωποι που ήθελαν να διασκεδάσουν χωρίς να απολογούνται για το γούστο τους. Ο Μαζωνάκης έφερε αυτόν τον κόσμο στην πίστα. Η παρουσία του από μόνη της ήταν το event.
Ο Μαζωνάκης έκανε την παραφωνία… μόδα!
Έγινε ένα με τον κόσμο και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Δεν προσπάθησε να γίνει «σωστός», έσπασε τα πρωτόκολλα, έκανε τη διαφορετικότητα εμπορική. Έκανε το εκκεντρικό mainstream. Και κυρίως έδειξε ότι ένας λαϊκός τραγουδιστής μπορούσε να είναι και pop, και fashion, και θεατρικός, και προκλητικός, και βαθιά λαϊκός ταυτόχρονα. Αυτό το μείγμα δεν αντιγράφεται εύκολα. Και γι’ αυτό η νύχτα του χρωστάει πολλά. Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να εμφανιστεί στην πίστα με μια εικόνα που μοιάζει περισσότερο με fashion editorial παρά με κλασικό λαϊκό πρόγραμμα. Τότε δεν ήταν αυτονόητο. Ο Μαζωνάκης το έκανε.
Σήμερα θεωρούμε φυσιολογικό ένας τραγουδιστής να έχει δικό του σύμπαν γύρω από τη σκηνή. Ο Μαζωνάκης το έκανε. Σήμερα θεωρούμε φυσιολογικό το λαϊκό τραγούδι να φλερτάρει ανοιχτά με την pop κουλτούρα, τη μόδα και το performance. Ο Μαζωνάκης ήταν από αυτούς που άνοιξαν την πόρτα. Και ίσως γι’ αυτό η απουσία του από τη νύχτα να αφήνει τόσο μεγάλο κενό. Γιατί δεν φεύγει μόνο ένας τραγουδιστής. Φεύγει ένας άνθρωπος που κάποτε κοίταξε τα μπουζούκια και είπε, με τον δικό του τρόπο: «Γιατί πρέπει να το κάνουμε όπως το έκαναν όλοι οι άλλοι;» Και μετά το έκανε αλλιώς. Και το αλλιώς έγινε μόδα.
Η νύχτα δεν θα είναι ποτέ ακριβώς ίδια χωρίς τον Μαζώ. Γιατί κάποιοι τραγουδιστές γράφουν μόνο επιτυχίες. Και κάποιοι γράφουν τους κανόνες της εποχής τους. Ο Γιώργος Μαζωνάκης έκανε και τα δυο στον υπερβολικό βαθμό.




">
">
">
">
">
">
">
">