Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες των επιβατών του τρίτου βαγονιού της μοιραίας αμαξοστοιχίας στα Τέμπη, οι οποίοι περιέγραψαν στο δικαστήριο τις εφιαλτικές στιγμές που έζησαν τη νύχτα της σιδηροδρομικής τραγωδίας. Στη σημερινή διαδικασία, τέσσερις φίλες που ταξίδευαν μαζί κατέθεσαν όσα θυμούνται από τη σύγκρουση, τις αγωνιώδεις προσπάθειες να απεγκλωβιστούν και την έντονη μυρωδιά που, όπως ανέφεραν, είχε ποτίσει ακόμη και τα προσωπικά τους αντικείμενα. Στο δικαστήριο μίλησε επίσης ένα ζευγάρι που βρισκόταν στο ίδιο βαγόνι, περιγράφοντας τη φωτιά, τους τραυματισμούς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μέχρι να φτάσει στο νοσοκομείο.

«Ένιωθα ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή» – Οι καταθέσεις των τεσσάρων φίλων

Πρώτη κατέθεσε η Ευλαμπία Τζικοπούλου, η οποία αναφέρθηκε στα δευτερόλεπτα της σύγκρουσης, όταν το ταξίδι μετατράπηκε σε εφιάλτη. Η ίδια περιέγραψε πως το βαγόνι άρχισε να τραντάζεται βίαια, ενώ θραύσματα εκτοξεύονταν γύρω της και η θερμοκρασία ανέβαινε απότομα. «Ξαφνικά νιώθω ένα απότομο φρενάρισμα, ένα έντονο σύρσιμο. Σε δευτερόλεπτα επικράτησε χάος. Ένιωθα να στροβιλίζομαι, προσπαθούσα να κρατηθώ από τη θέση μου. Σε κάθε τράνταγμα χτυπούσα δεξιά, αριστερά. Πετάγονταν θραύσματα από παντού. Θυμάμαι ένα τεράστιο κύμα θερμότητας στο πρόσωπό μου. Ένιωθα ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική», κατέθεσε.

Ακολούθησε η αδελφή της, Πολυξένη Τζικοπούλου, η οποία αποκάλυψε πως την ώρα της σύγκρουσης προσπάθησε ενστικτωδώς να προστατεύσει την Ευλαμπία, βάζοντας τα χέρια της στο κεφάλι της. Όταν άνοιξε τα μάτια της, όπως είπε, το εσωτερικό του βαγονιού είχε μετατραπεί σε μια παραμορφωμένη μάζα μετάλλων. «Νιώθω ένα έντονο τράνταγμα, ένα δυνατό ήχο. Έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι της αδερφής μου. Το πόδι μου είχε σφηνώσει στη λαμαρίνα και το τραπεζάκι. Με το που άνοιξα τα μάτια μου ήταν ένα άλλο σκηνικό εντελώς. Ήταν σαν συμπιεσμένη μάζα, δεν ήταν βαγόνι. Είχε αφόρητη ζέστη, μια άσχημη μυρωδιά που μας έκαιγε τον λαιμό. Το πιο έντονο που θυμάμαι είναι πόσο ασφυκτική ήταν η μυρωδιά. Θυμάμαι ότι καιγόταν ο λαιμός μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Τις στιγμές πανικού που επικράτησαν περιέγραψε και η Στυλιανή – Μαρία Πλατσά, η οποία βρισκόταν σε κατάσταση ημιύπνου λίγο πριν από τη σύγκρουση. Όπως εξήγησε, αρχικά αισθάνθηκε ότι το τρένο έβγαινε από τις ράγες, ενώ στη συνέχεια άρχισε να ακούει φωνές και να αντιλαμβάνεται τη φωτιά που πλησίαζε. «Κάπως ψιλοκοιμόμουνα, είχα κλείσει τα μάτια μου όταν μετά από λίγα λεπτά ένιωσα σα να βγαίνουμε έξω από τις ράγες. Άκουγα πολλές φωνές. Η φωτιά ήταν κοντά μας. Ήταν δύσκολο να κινηθούμε στο βαγόνι. Εγώ έπαθα μια κρίση πανικού και έμεινα απλά εκεί πέρα. Ήρθε μια κοπέλα και μου είπε αν δεν βγεις θα πεθάνουμε», κατέθεσε.

Η τέταρτη φίλη, Βηθλεέμ Κουσίδου, μίλησε για τη δύναμη της σύγκρουσης, η οποία την εκτίναξε από τη θέση της, αλλά και για τις κραυγές των επιβατών που ακούγονταν μέσα στο κατεστραμμένο βαγόνι. «Αισθάνθηκα ένα τράνταγμα που γινόταν όλο και πιο έντονο και δεν σταματούσε. Εκτινάχθηκα από τη θέση μου και έπεσα σε ένα αγόρι που ήταν απέναντι μου. Άκουγα κραυγές ανθρώπων και το κλάμα ενός μωρού. Έβλεπα έντονη φωτιά», ανέφερε.

Και οι τέσσερις γυναίκες κατέθεσαν ότι κατάφεραν να εγκαταλείψουν το βαγόνι από ένα σπασμένο παράθυρο και, αφού έφτασαν στον δρόμο, επιβιβάστηκαν σε λεωφορείο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια συγγενικών τους προσώπων, μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου παρέμειναν για νοσηλεία επί μερικές ημέρες. Ιδιαίτερη αναφορά έκαναν και σε μια ολιγόλεπτη στάση της αμαξοστοιχίας στη «μέση του πουθενά», λίγο μετά την αναχώρησή της από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας. Παράλληλα, περιέγραψαν μια έντονη, απροσδιόριστη οσμή, η οποία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, είχε παραμείνει ακόμη και στις βαλίτσες και στα ρούχα τους.

«Ήταν μια τεράστια μπάλα φωτιάς» – Η συγκλονιστική μαρτυρία του ζευγαριού

Στη σημερινή συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, κατέθεσαν επίσης η Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς, με καταγωγή από τη Σκωτία, η οποία ζει εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, και ο σύζυγός της, Πέτρος Σταυρόπουλος. Το ζευγάρι επέβαινε επίσης στο τρίτο βαγόνι και κατάφερε να επιζήσει από τη σύγκρουση. Και οι δύο αναφέρθηκαν στην ανάγκη να αποκτήσει επιτέλους η χώρα ασφαλείς συγκοινωνίες, περιγράφοντας παράλληλα τις εικόνες που αντίκρισαν τη μοιραία νύχτα.

Η Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς μίλησε για τις φλόγες που αντίκρισε, αλλά και για την προσπάθεια του συζύγου της να την απεγκλωβίσει, καθώς το πόδι της είχε παγιδευτεί ανάμεσα σε καθίσματα. «Τεράστια μπάλα φωτιάς, κάτι σαν αέριο. Ήταν φοβερό. Κάποιο παιδί φώναξε να σπάσουμε το παράθυρο να φύγουμε, να μην καούμε κι εμείς. Ήμουν ξαπλωμένη. Έρχεται ο άντρας μου, βοηθά τις κοπέλες από πάνω μου να φύγουν, μέχρι να ελευθερώσει το πόδι μου που ήταν σφηνωμένο σε δύο καρέκλες. Ήταν δύσκολο. Ήξερα ότι πρέπει να σωθώ.

Όταν κατέβηκα από το βαγόνι θυμάμαι μόνο συντρίμμια. Ο φόβος για τη φωτιά ήταν έντονος. Στον δρόμο προς το ΑΧΕΠΑ κατάλαβα ότι ήμουν χτυπημένη, γιατί άρχισα να πονάω. Δεν είχαμε πράγματα, λεφτά, κλειδιά. Στον σταθμό νιώθαμε λίγο ορφανοί. Δεν υπήρχε κανείς να μας κατευθύνει. Μπήκαμε σε ένα ασθενοφόρο με άλλα τέσσερα άτομα και πήγαμε στο ΑΧΕΠΑ. Ήμουν πολύ χτυπημένη στο δεξί πλευρό και στον δεξί μηρό.

Έντονη μυρωδιά, δεν έχω ξαναμυρίσει. Μπήκε στα ρουθούνια και δεν έφευγε. Ήταν και στα πράγματά μας όταν αργότερα πήγε ο άντρας μου με τον γιο μου να τα πάρουν. Που και που είναι σαν να μπαίνω σε ταινία. Στην αρχή ήθελα πολύ καιρό να καταλάβω τι είχε γίνει.

Μεγάλο πράγμα που σωθήκαμε και οι δύο. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Ήταν έγκλημα. Έχω εμπειρίες από τη δική μου χώρα, τη Σκωτία, που έχει πολλά τρένα με πολλές γραμμές σαν ιστό αράχνης, και εμείς εδώ δεν μπορούμε να φροντίσουμε ένα σύστημα με δύο γραμμές; Ο καθένας σε κάθε δουλειά πρέπει να έχει υπευθυνότητα. Είσαι υπουργός, πρωθυπουργός… Ασφάλεια να υπάρχει», κατέθεσε.

Από την πλευρά του, ο Πέτρος Σταυρόπουλος περιέγραψε με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν από τη στιγμή που η αμαξοστοιχία αναχώρησε από τη Λάρισα μέχρι τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο. Όπως ανέφερε, καθόταν αντίθετα από τη φορά του τρένου και με τη σύγκρουση εκτινάχθηκε στον διάδρομο, ενώ η σύζυγός του βρέθηκε αρκετά μέτρα μακριά από τη θέση της.

«Στις 11 στη Λάρισα. Μετά ξεκίνησε για Θεσσαλονίκη και μας είπαν για την καθυστέρηση. Είκοσι λεπτά μετά έγινε χαμός. Εκτινάχθηκαμε από τις θέσεις μας. Εγώ έπεσα στον διάδρομο. Η σύζυγος εκτινάχθηκε δύο με τρία μέτρα μακριά. Δύο λεπτά μετά συνήλθα.

Το βαγόνι είχε πάρει κλίση. Γινόταν χαλασμός μέσα, δεν υπήρχε φως και φαινόταν μόνο η φωτιά. Μια κυρία είπε να βγούμε γιατί υπήρχε ενδεχόμενο να έρθει προς τα εδώ η φωτιά. Πήγαμε προς τα πίσω, προς το σπασμένο παράθυρο. Ζέστη, μυρωδιά, καπνός έξω από το βαγόνι. Είδα φλόγες σαν μπάλα.

Είχε μια πλατφόρμα αλλά δεν μπορούσαμε να ανέβουμε και πήγαμε από κάτω. Στον δρόμο είχε πυροσβεστικά και αστυνομία. Μας έριξαν σκοινιά οι πυροσβέστες. Όταν φτάσαμε στον δρόμο μάς είπαν όσοι είναι ελαφρά τραυματισμένοι να μπουν στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη. Στις 2 με 2:30 φτάσαμε στον σταθμό και με το ΕΚΑΒ πήγαμε στο ΑΧΕΠΑ», ανέφερε στην κατάθεσή του.