Η πληθωρική ηθοποιός Μαίρη Μεταξά που σάρωνε με την είσοδό της στο πλάνο των ταινιών που έπαιζε, στους ρόλους της μαμάς και της πεθεράς, ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές περσόνες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Αν και ποτέ δεν ανήκε στις μεγάλες «σταρ» της εποχής της, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της μέσα από τους αυθεντικούς λαϊκούς χαρακτήρες που ενσάρκωσε.
Το όνομά της έχει ταυτιστεί με τον ρόλο της υπερπροστατευτικής, δυναμικής και συχνά αυστηρής Κωνσταντινουπολίτισας μητέρας του Κώστα Βουτσά, με τον οποίο ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά.
Ο Γολγοθάς της ζωής της! Από μπαλαρίνα στα μπουλούκια…
Η Μαίρη Μεταξά από πολύ μικρή αγάπησε το θέατρο και ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή σε ηλικία μόλις 13 ετών. Το 1928 σε ηλικία 15 χρόνων, είχε κάνει ντεμπούτο ως μπαλαρίνα και στη συνέχεια σπούδασε υποκριτική, ακολουθώντας μια πορεία γεμάτη περιοδείες και δύσκολα χρόνια στα θεατρικά μπουλούκια, πριν έρθει η αναγνώριση σε μεγάλη ηλικία και αυτό ήταν και το μεγάλο της παράπονο. Η Μαίρη Μεταξά ήταν μια ηθοποιός που εργάστηκε σκληρά στο θέατρο. Δες τι έλεγε για εκείνη την περίοδο:
Βασανίστηκε αρκετά μέχρι να βρει μια σταθερή δουλειά… “Είχα θλιβερές αναμνήσεις από τα μπουλούκια…Μια φορά με είχαν αφήσει ενέχυρο στην Κυπαρισσία, με παράτησαν μόνο μου, ήμουνα μικρό, χωρίς να έχω να φάω, να πληρώσω το ξενοδοχείο μου και τέλος πάντων βρέθηκαν κάτι κυρίες του τόπου με λυπήθηκαν και μου έβγαλαν το εισιτήριο ανήμερα Πρωτοχρονιάς για να έρθω στην Αθήνα με τρένο που έκανε 30 ώρες. Όλοι μου οι κόποι ανταμείφθηκαν πάρα πολύ αργά” έλεγε συγκινημένη σε συνέντευξή της στον δημοσιογράφο της ΕΡΤ Δημήτρη Λυμπερόπουλο. Δες απόσπασμα από την συνέντευξη:
Η Μαίρη Μεταξά αγαπήθηκε πολύ από τις εμφανίσεις της στον κινηματογράφο και οι περισσότεροι την έχουν ταυτίσει με τον Κώστα Βουτσά. Γεννημένη στην Ανατολική Ρωμυλία το 1912, ήρθε στην Ελλάδα χωρίς οικογένεια. Και μπορεί κατά τα δικά της λεγόμενα να είχε μεγαλώσει στα πούπουλα, όμως, ήταν εργατική και προσηλωμένη στο στόχο της. Εκείνη έλεγε για την ζωή της: “Πήγαινα στις Καλόγριες και κάποτε με μάλωσε μια καλόγρια, σηκώθηκα και έφυγα από το σχολείο. Ήμουνα ορφανή. Και μια φίλη μου πιο μεγάλη από εμένα, είχε βγει στο θέατρο. Πήγα να την δω και χωρίς πολλά λόγια, κόψαμε τις κοτσίδες, κόψαμε τα μακριά φουστάνια. Ο πρώτος μου μισθός ήταν 25 δραχμές την ημέρα και δεν τις πήρα αμέσως, κάθισα έναν μήνα και δούλεψα χωρίς να πληρώνομαι. Μετά από 40 χρόνια έγινε το μεροκάματό μου 150 δραχμές την ημέρα, αλλά δεν ήταν αυτό, ήταν ότι δεν έβρισκα δουλειά”
Πάλευε για όσα κατακτούσε και δεν περίμεναν να της έρθουν από μόνα, είχε, όμως και υπομονή. Και αυτή η υπομονή αποδείχθηκε σοφή, μιας και για την πρώτη της επαφή με το μεγάλο πανί, χρειάστηκε να περιμένει πολλά χρόνια. Σπούδασε στη θεατρική σχολή του Κωστή Μπαστιά, από την οποία αποφοίτησε το 1933. Εργάστηκε βασικά στο μουσικό θέατρο και εξελίχθηκε σε μία εξαιρετική καρατερίστα. Από τους πολλούς θιάσους που εμφανίστηκε, καταγράφεται ο μουσικός θίασος του Παρασκευά Οικονόμου. Σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία ως δίδυμο με τη Νανά Σκιαδά. Συμμετείχαν και παρουσίασαν μαζί εκατοντάδες επιθεωρησιακά νούμερα. Την δεκαετία του 50 εμφανίστηκε σε διάφορους θιάσους. Το 1957 κατέβηκε στην Αθήνα από την Θεσσαλονίκη που μέχρι τότε εργαζόταν και εμφανίστηκε με τον θίασο της Καλής Καλό, όπου την είχε ανακαλύψει η ίδια στο Μπουλούκι του Χρέλια.
Το 1961 τη συναντάμε στο θίασο της κυρίας Κατερίνας. Έκτοτε και για 10 χρόνια περίπου αποσύρθηκε από το θεατρικό σανίδι. Είχε παίξει σε όλα τα είδη θεάτρου: οπερέτα, επιθεώρηση και πρόζα. Το 1971 έρχεται η μεγάλη στιγμή. Έχοντας ακολουθήσει καριέρα ως δημοτική υπάλληλος, προσλαμβάνεται ξανά ως ηθοποιός στο θίασο του Κώστα Βουτσά, εμφανίζεται στο έργο “20 γυναίκες και εγώ”. Συνέχισε να εμφανίζεται στο θίασο του Κώστα Βουτσά ως βασικό στέλεχος, σε έργα όπως: “Ο νονός μου ο διάβολος” του Κώστα Πρετεντέρη, “Θέλω Έρωτα όχι Πόλεμο” του Γιάννη Δαλιανίδη. Το 1977 συνεργάστηκε με τον θίασο του Χρόνη Εξαρχάκου, στο έργο “Όπου φτωχός και η μοίρα του” του Λάκη Μιχαηλίδη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 70 και στις αρχές της δεκαετίας του 80, εμφανίστηκε σε επιθεωρήσεις αλλά και βαριετέ. Αφράτη, φωνακλού, πολίτισσα αγαπημένη… Δείτε ένα βίντεο με ένα αφιέρωμα στους ρόλους που ερμήνευσε η Μαίρη Μεταξά:
Ποια θεατρίνα την “έσωσε”…
Ο Κώστας Βουτσάς είχε πει για την Μαίρη Μεταξά: “Η Καλή Καλό μεγάλη θεατρίνα μας έφερε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και τη Μαίρη και εμένα. Προηγουμένως είχαμε πάει περιοδεία με τον θίασό της σε πολλά μέρη της Ελλάδας, και μετά μας έφερε στο θέατρο Περοκέ…»
Σύμφωνα με την Καλή Καλό, αυτό συνέβη το 1957… Τότε εκείνη έμενε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Μαθαίνει ότι νοικιάζεται το Στρατιωτικό Θέατρο και αποφασίζει να το πάρει. Προηγουμένως πάει να δει την παράσταση του θιάσου που στεγαζόταν μέχρι τότε εκεί, μήπως και βρει κανέναν ηθοποιό, ως συμπληρωματικό, γιατί τον θίασό της θα τον συγκροτούσε και θα τον έφερνε από την Αθήνα. Ξεχώρισε «μια νόστιμη, μελαχρινή τραγουδίστρια με ζεστή φωνή”, την Κίτσα Παπαδοπούλου, την πασίγνωστη Μαρινέλα δηλαδή, και έναν νεαρό ηθοποιό, τον Κώστα Βουτσά». Η Καλή Καλό γράφει επί λέξει στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο « Όσα δεν πήρε ο άνεμος» για την γνωριμία της με την Μαίρη Μεταξά: «Μόλις τελείωσε η παράσταση τους καλεί ο Σωματάρχης -αυτούς τους δύο- στο γραφείο του θεάτρου, όπου μας σύστησε. Τότε τους λέω ότι, αν θέλουν, μπορώ να τους κρατήσω για τον μεγάλο θίασό μου που φέρνω από την Αθήνα, ως συμπληρωματικούς. «Κανονίσαμε και τον μισθό, από είκοσι ή είκοσι πέντε δραχμές την ημέρα ο ένας, νομίζω, και θα τους ειδοποιούσα πότε αρχίζουμε πρόβες. «Κατεβαίνω αμέσως στην Αθήνα, σχηματίζω τον θίασο και αναγγέλλω την υπερεπιθεώρηση “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”. Όταν έφτιαχνα τον πιο πάνω θίασο στην Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη, είχα ήδη κλείσει, χωρίς ακόμα να υπογράψουμε συμβόλαιο, για καρατερίστα, την εξαίρετη Γκόλφω Μπίνη.
Και μια μέρα, όπως ήμουνα στο σπίτι της μητέρας μου, χτυπάει η πόρτα, και μπαίνει μια μεγάλη γυναίκα, τεραστίων διαστάσεων, η οποία μόλις με βλέπει πέφτει στα πόδια μου, μου τ’ αγκαλιάζει κι αρχίζει κλαίγοντας, να με παρακαλεί: »Σε παρακαλώ κοριτσάκι μου, σε ικετεύω, έμαθα πόσο καλή καρδιά έχεις! Πάρε με στον θίασό σου, σε παρακαλώ παιδί μου. Μου λείπουν τρεις μήνες για τη σύνταξή μου, δεν έχω κανέναν άλλο στον κόσμο, θα πεθάνω, αν δε με βοηθήσεις! »Όλα αυτά τα είπε μονορούφι. Εγώ τα ’χασα, αιφνιδιάστηκα. Της πιάνω τα χέρια και τη βοηθάω να σηκωθεί λέγοντάς της: Κυρία μου, σας παρακαλώ, σηκωθείτε, ηρεμήστε και πέστε μου τι σας συμβαίνει; […] Και μου εξήγησε: »Λέγομαι Μαίρη Μεταξά. Δεν είμαι γνωστή ηθοποιός και μου λείπουν τρεις μήνες να συμπληρώσω τα ένσημά μου για να πάρω τη σύνταξή μου. Σε παρακαλώ παιδί μου, θα κάνεις μεγάλο ψυχικό αν με πάρεις. Και από μένα, ό,τι θέλεις. Να σου σιδερώνω, να σου πλένω! Θα κάνω ό,τι μπορώ! Γελώντας της λέω: Κυρία μου, τι είναι αυτά που λέτε; Σας παρακαλώ! Λυπάμαι ειλικρινά, αλλά έχω κλείσει συμφωνία με την κυρία Μπίνη. Όχι παιδάκι μου, δεν έχει ανάγκη η Γκόλφω από δουλειά. Εκείνη είναι γνωστή στην Αθήνα και μπορεί να βρει δουλειά. Τότε εγώ συγκινημένη απ’ όλη αυτή την ιστορία, της λέω: Κοιτάξτε, θα δω την κυρία Μπίνη κι αν όντως δεχτεί να με απαλλάξει από τη συμφωνία μας, τότε ευχαρίστως, να σας πάρω στη θέση της. Εγώ καρατερίστα χρειάζομαι. Πράγματι την επόμενη συναντώ την κυρία Μπίνη, η οποία με πολλή αξιοπρέπεια και καλοσύνη μου λέει: Δεν πειράζει, Καλή μου. Πάρε τη Μεταξά που έχει πιο πολλή ανάγκη από μένα».
Και κάτι χαριτωμένο από εκείνη την εποχή, όπως το αφηγείται ο Κώστας Βουτσάς: «Όταν ήλθαμε στο “Περοκέ” η Καλή Καλό ανέβασε μια επιθεώρηση των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου. »Ο τίτλος ήταν “Πάρε κόσμε”, σατίριζε τον ντόρο ο οποίος γινόταν και τότε με τις μετοχές. »Θυμάμαι ότι σ’ ένα νούμερο του Τάκη Μηλιάδη, η Μαίρη Μεταξά έβγαινε ως βουβό πρόσωπο. »Το ήξεραν όλοι πως ήταν καλή ηθοποιός, καλή κωμική καρατερίστα, πολύ καλή… »Πώς είχε βγει έτσι το νούμερο αυτό, και δεν είχε ρόλο η Μαίρη, δεν μπορώ να καταλάβω. Τέλος πάντων… »Πάει λοιπόν στον Σακελλάριο και του λέει: »Βρε Αλέκο, βγαίνω στη σκηνή στο νούμερο του Μηλιάδη ως τουρίστρια και δε λέω μια λέξη… »Κάτσε μια στιγμή να φωνάξω τον Χρήστο, της λέει εκείνος. »Τον φωνάζει… »0 Γιαννακόπουλος έπινε το ουισκάκι του. »Κατεβαίνει αργά αργά από το μπαρ του θεάτρου και έρχεται προς το μέρος του». Εν τω μεταξύ η Μεταξά περίμενε με αγωνία τι θα πει ο Χρήστος, γιατί ο Χρήστος αποφάσιζε τις πιο πολλές φορές.
«Του λέει ο Σακελλάριος. Βρε Χρήστο, μήπως μπορούμε να βάλουμε κάτι εδώ στη Μαίρη τη Μεταξά; Γιατί; Τι κάνει; Κάνει μια τουρίστρια στο νούμερο του Μηλιάδη μαζί με όλο το τσούρμο και δε λέει λέξη… Ε, μπαίνοντας ας πει ένα No λέει ο Γιαννακόπουλος και φεύγει… Και μένει η Μαίρη με το στόμα ανοιχτό…».«Τη Μαίρη από κει και πέρα την είχα σχεδόν πάντα στον θίασό μου και στον κινηματογράφο…» λέει ο Βουτσάς. Την αγαπούσε πολύ και ο Δαλιανίδης, γιατί ήταν πολύ χρήσιμη ηθοποιός. Έκανε ό,τι ήθελες, οποιονδήποτε ρόλο και μάλιστα την Κωνσταντινουπολίτισσα την έκανε τέλεια…»
Η πορεία στον κινηματογράφο
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της σπουδαίας αυτής καρατερίστας ήταν το 1958, στην ταινία «Η κυρά μας η μαμή», στον ρόλο μίας απελπισμένης χωριάτισσας μητέρας, που έχει φέρει το μωρό της να το κάνει καλά η μαμή…Δες σκηνή από την κωμική ταινία με την Γεωργία Βασιλειάδου και τον Ορέστη Μακρή:
Ακολούθησαν περίπου 40 ταινίες, στις οποίες υποδύθηκε κυρίως λαϊκές γυναίκες, μητέρες με χαρακτηριστική προφορά και έντονη προσωπικότητα. Συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής, ενώ ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη. Τα τελευταία 20 χρόνια της καριέρας της, πραγματοποίησε εντυπωσιακή παρουσία στον κινηματογράφο. Αφού εμφανίστηκε σε πάνω από 50 κινηματογραφικές ταινίες, σε πολλές από τις οποίες ήταν δίπλα στον Κώστα Βουτσά, ερμηνεύοντας το ρόλο της μητέρας του. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων οι ταινίες : “Αστέρω” (1959), “Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο” (1959), “Μανταλένα” (1960), “Το Κλοτσοσκούφι” (1960), “Η Νύφη το σκάσε” (1962), “Ο Ιππόλυτος και το βιολί του” (1963), “Πολυτεχνίτης κι Ερημοσπίτης” (1963), “Σχολή για σοφερίνες” (1964), “Άπονη ζωή” (1964), “Αδίστακτοι” (1965), “Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι” (1966), “Ο Ζεστός μήνας Αύγουστος” (1966), “Ο Ξυπόλητος Πρίγκηψ” (1966), “Γαμπρός απ’ το Λονδίνο” (1967), “Νύχτα γάμου” (1967)με την χαρακτηριστική ατάκα του “μαμάκια” Κώστα Βουτσά “Μαμάκα να μου κάνεις κιοφτέδες”:
Στις ταινίες της Φίνος η Μαίρη Μεταξά δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρόλα αυτά είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να κλέβει την παράσταση από την πρωταγωνίστρια. Άλλες ταινίες που έπαιξε: “Οι θαλάσσιες οι χάντρες” (1967), “Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης” (1968), “Μια κυρία στα μπουζούκια” (1968), “Ο Μικές παντρεύεται” (1968), “Ο Ψεύτης” (1968), “Το πιο λαμπρό μπουζούκι” (1968), “Η Ωραία του Κουρέα” (1969), “Ο Άνθρωπος της καρπαζιάς” (1969), “Πανικός” (1969), “Προκόπης ο Ανεπρόκοπος” (1969), “Το Ανθρωπάκι” (1969). Δες βίντεο από την ταινία “Το Ανθρωπάκι” του Γιάννη Δαλιανίδη το 1969 με τον Κώστα Βουτσά και την Μάρθα Καραγιάννη και την Μαίρη Μεταξά στον ρόλο της Κωνσταντινοπολίτισας πεθεράς:
Από τις εμφανίσεις της στον κινηματογράφο επίσης ξεχωρίζουν: “Η Περιπτερού” (1970), “7 χρόνια γάμου” (1972), “20 Γυναίκες κι Εγώ” (1973), “Ιωάννης ο Βίαιος” (1973), “Τα παιδιά της πιάτσας” (1979), το 1980 έκανε την τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση, πάλι δίπλα στον Κώστα Βουτσά στην ταινία “Ο Κώτσος στην ΕΟΚ”. Δες βίντεο από την ταινία “20 Γυναίκες κι Εγώ”:
Τέλος η Μαίρη Μεταξά είχε εμφανιστεί και στις ξένες παραγωγές:
“Tintin et le mystery de la Touson D’or” (1961), και “Cry in the wind” (1967). Στην τηλεόραση εμφανίστηκε μόνο δύο φορές. Το 1972 στην τηλεοπτική σειρά “Η Γειτονιά μας”, και το 1973 στη σειρά “Ο Ονειροπαρμένος”, ερμηνεύοντας ξανά τη μάνα του Βουτσά. Όσοι διέθεταν τότε τηλεόραση μπορούσαν να παρακολουθήσουν το πρώτο επεισόδιο της σειράς της ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Κώστα Βουτσά. Η σειρά έφερε την υπογραφή του Κώστα Πρετεντέρη και ξεκίνησε να προβάλλεται μετά το τέλος της ιδιαίτερα επιτυχημένης κωμικής σειράς του ίδιου δημιουργού, «Η Κοκκορόμυαλη», με την Κατερίνα Γιουλάκη. Δες βίντεο από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά:
Ο “Φύλακας – Άγγελός” της Κώστας Βουτσάς…
Το κοινό τη λάτρεψε δίπλα στον Κώστα Βουτσά. Η μεταξύ τους χημεία ήταν μοναδική και οι σκηνές τους παραμένουν μέχρι σήμερα από τις πιο απολαυστικές του ελληνικού κινηματογράφου. Τον Γενάρη του 1987 η Μαίρη Μεταξά εισήχθη στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα – ήταν δεινή καπνίστρια- μόνο ο Κώστας Βουτσάς ήταν κοντά της εκείνες τις δύσκολες ώρες και μόνο αυτός παρέμεινε δίπλα της έως τις 10 Ιανουαρίου που έφυγε από την ζωή… Σύμφωνα με μαρτυρίες, η Μαίρη Μεταξά με τον Κώστα Βουτσά είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερα ζεστή σχέση, εκείνος την πονούσε και την πρόσεχε. Η ίδια σε συνεντεύξεις της όταν μιλούσε για τον μεγάλο ηθοποιό με συγκίνηση έλεγε: “Νομίζω ότι ο Κώστας είναι το παιδί που δεν είχα ποτέ. Με αγαπάει και τον αγαπάω πολύ. Πολλές φορές στον δρόμο με φωνάζουν κυρία Βουτσά”.
Το 1979 που εκείνη βγήκε στη σύνταξη, και τότε ο Κώστας Βουτσάς της φέρθηκε σαν να ήταν η πραγματική του μάνα, ο ηθοποιός ήταν ο “Φύλακας – Άγγελός” της. Βοηθούσε οικονομικά να καλύψει τα έξοδά της, μαζί με την πενιχρή σύνταξη που είχε, μένοντας σε ένα διαμέρισμα στην πλατεία Βικτωρίας.
Η στενή της φιλία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο…
Ο Κώστας Βουτσάς έλεγε για την Μαίρη Μεταξά όταν τον ρωτούσαν στις συνεντεύξεις του: «Η γλυκιά μου η Μαίρη. Ήταν και στη ζωή, όπως τη βλέπετε και στις ταινίες, γι’ αυτό και όλοι την αγάπησαν. »Πολλές φιλίες μαζί της είχε ο υπουργός, ο Βαγγέλης ο Γιαννόπουλος. Οι δυο τους είχαν έναν πολύ τρυφερό φιλικό δεσμό. »Δεν είχε ελαττώματα. »Ήταν θυμάμαι, μόνον δεινή καπνίστρια και μεγάλη κουμκαντζού. »Όχι ότι είχε πάθος με τα χαρτιά ή ότι έπαιζε μεγάλα ποσά και τέτοια, όχι, απλώς της είχε μείνει αυτή η συνήθεια από το θέατρο, γιατί όταν πηγαίναμε περιοδεία ή όταν ήμαστε πολλές ώρες στο καμαρίνι, δεν είχαμε τι να κάνουμε και παίζαμε κανένα χαρτάκι για να περνά η ώρα. »Το ’χουν αυτό οι ηθοποιοί…»
«Έμενε στην οδό Καλύμνου, ολομόναχη», θυμάται ο θεατρικός επιχειρηματίας Νίκος Αθερινός. «Δεν παντρεύτηκε ποτέ… »Απ’ ό,τι είχα ακούσει κάποτε εργάστηκε και σαν παραδουλεύτρα. Ήταν την εποχή που ήθελε να συμπληρώσει τα ένσημά της για να βγει στη σύνταξη…» Ήταν ξενύχτισσα. Έμενε μαζί μας μέχρι το ξημέρωμα στα τραπεζάκια της πλατείας Βικτωρίας. »Για κάποια χρόνια εδέησε να χαρεί τη δόξα. »Είχε δίψα για τη δουλειά της. »Ακόμη και άρρωστη, με το μπαστουνάκι της στο χέρι, όταν άκουγε να μιλάμε για κάποια νέα παράσταση, μου έλεγε και το εννοούσε: »Εμένα δε θα μου γράψεις τίποτα;…»
Ο θεατρικός επιχειρηματίας Βύρων Μακρίδης ανέφερε για γνωριμία του με την ηθοποιό: «Τη Μαίρη Μεταξά τη γνώρισα λίγα χρόνια προτού φύγει από τη ζωή. »Όταν έμπαινες στο σπίτι της είχε μια φωτογραφία δική της με ένα μαγιό εποχής, από την εποχή που ήταν κοπέλα, λυγερόκορμη και αδύνατη.
»Η φωτογραφία αυτή είχε και μια ιδιόχειρη αφιέρωση από κάτω.
»Μαιρούλα θα σ’ αγαπώ πάντα. Ο Κώστας σου έγραφε.
»Ξέρετε ποιος ήταν ο Κώστας;…
»Ο συγχωρεμένος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Τον είχε γνωρίσει ως φοιτητή της Νομικής…»
»Το τέλος ήλθε το 1991.
Η προσωπική της ζωή
Παρά το γεγονός ότι έγινε γνωστή ως κινηματογραφική μητέρα, στην πραγματική της ζωή δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά, όμως είχε μεγάλη λατρεία για αυτά και εκείνα επίσης, πολλές φορές την περίμεναν έξω από την πόρτα του σπιτιού της για να της ζητήσουν αυτόγραφο. “Είμαι μόνη ολομόναχη, δεν έχω κανέναν να χαρεί με την χαρά μου και να λυπηθεί με την λύπη μου” έλεγε όταν την ρωτούσαν για την ζωή της… Δείτε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη που είχε δώσει το 1975 στην εκπομπή «Οι ρεπόρτερς» και στον δημοσιογράφο Δημήτρη Λυμπερόπουλο για την ζωή και την καριέρα της:
Το μοναχικό τέλος χωρίς κανέναν συγγενή
Τον Γενάρη του 1987 εισήχθη εσπευσμένα στο Σισμανόγλειο με αναπνευστικά προβλήματα λόγω του εθισμού της στο κάπνισμα. Η Μαίρη Μεταξά έφυγε από τη ζωή στις 10 Ιανουαρίου 1987, σε ηλικία περίπου 75 ετών. Ο Κώστας Βουτσάς ήταν εκεί πάντα δίπλα της κάθε μέρα. Στο τέλος πλήρωσε και τα έξοδα της κηδείας της, όπου παρέστη με πολύ λίγους συναδέλφους της. Ο αξέχαστος ηθοποιός έλεγε για το διάστημα της νοσηλείας της διάφορες ιστορίες με την Μαίρη Μεταξά: «Είχαμε πια μια σχέση πραγματικής μάνας και γιου κι ο κόσμος, βέβαια, νόμιζε ότι ήταν στ’ αλήθεια μητέρα μου. Αφού με ρωτούσαν πολλές φορές…
»Μάνα σου είναι η Μεταξά;
»Όπως κι εκείνη τη ρωτούσαν… Ο Βουτσάς είναι γιος σου;
»Την έβλεπα πολύ συχνά εκτός δουλειάς. Μια μέρα με παίρνει στο τηλέφωνο.
»Δεν είμαι καλά. Έλα να με πάρεις, μου λέει.
»Την πήρα και την πήγα σε μια κλινική στη Σόλωνος.
»Την επισκεπτόμουνα καθημερινά. Κάθε τόσο πήγαινα και ρωτούσα τους γιατρούς, να μάθω πώς πάει.
»Δεν μπορούσα να την αφήσω έτσι αυτή τη γυναίκα.
»Ήταν μόνη της στον κόσμο αυτή η γυναίκα.
»Της φέρθηκα σαν πραγματικός της γιος.
»Κι όταν κάποτε δεν πήγα να τη δω, γιατί είχα πολλές δουλειές, εκείνη με περίμενε.
»Την επόμενη μέρα ήταν θυμωμένη, μόλις πήγα με κατσάδιασε. »Γιατί δεν ήλθες χθες να με δεις;
»Με μάλωσε, όπως μαλώνει μια μάνα τον γιο της.
»Εγώ, βέβαια, γελούσα. Το έβλεπα τόσο τρυφερό όλο αυτό. »Και φυσικά στα χέρια μου τελείωσε η Μαίρη η Μεταξά».
Σαν να ’χε γιο…
Γύρω στα 50 άτομα -ίσως και λιγότερα- συνόδεψαν τη σορό της κι όλοι παλιοί συνάδελφοι. Ούτε ένας συγγενής! Ο Αρτέμης Μάτσας –στον επικήδειο που εκφώνησε- πρόσθεσε με κάποια δίκαιη σκληρότητα: «Έφυγες τυλιγμένη στην μοναξιά, αλλά ο θάνατος στην εποχή μας θέλει δημόσιες σχέσεις”… Τα λόγια του επιβεβαιώθηκαν λίγο μετά. Δεν προσφέρθηκε καφές στο κυλικείο του κοιμητηρίου, γιατί δεν υπήρχε κανένας συγγενής για συλλυπητήρια.





">
">
">
">
">
">
">
">