40 χρόνια μετά τον θάνατό της στις 11 Ιουνίου 1985, η Σαπφώ Νοταρά φεύγει από την ζωή μόνη και αβοήθητη, με ένα τσιγάρο σβησμένο στο χέρι μέσα στο διαμέρισμά της… Η Σαπφώ Νοταρά υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Με σήμα κατατεθέν την επιβλητική βροντερή και βραχνή φωνή της, το αυστηρό βλέμμα και το ιδιαίτερο χιούμορ της, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα, παρότι σπάνια πρωταγωνίστησε. Οι δευτεραγωνιστικοί της ρόλοι έγιναν συχνά πιο αξέχαστοι από τους πρωταγωνιστικούς άλλων ηθοποιών. Διαθέτοντας πηγαίο ταλέντο, η Σαπφώ Νοταρά ήταν μια ηθοποιός θεατρικά πολυσχιδής που στον κινηματογράφο τυποποιήθηκε με ρόλους καλόψυχης υπηρέτριας, σπιτονοικοκυράς ή μητέρας. Γαλουχήθηκε σε δύσκολους θεατρικούς καιρούς, επέλεξε να μείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και άφησε εποχή με τις ερμηνείες της και κυρίως τις αξέχαστες ατάκες της.
Η τραπεζική υπάλληλος που έγινε ηθοποιός. Η διπλή καταγωγή και τα άγνωστα παιδικά της χρόνια
Υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και το έτος γέννησής της, καθώς διάφορες πηγές αναφέρουν είτε τη Βήσσανη Ιωαννίνων το 1907, είτε το Ηράκλειο Κρήτης γύρω στο 1910. Το βέβαιο είναι ότι η Σαπφώ Νοταρά μεγάλωσε μεταξύ Ηπείρου, Κρήτης και Αθήνας και έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της. Για τον τόπο που γεννήθηκε υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες που θεωρούν τη Νοταρά Ηρακλειώτισσα και άλλοι που λένε πως ήρθε ως παιδί στο Ηράκλειο, όταν η μητέρα της χήρεψε πολύ νέα και ξαναπαντρεύτηκε στην Κρήτη. Το σίγουρο είναι πως ως παιδί η αγαπημένη ηθοποιός, όπως αναφέρει και η wikipedia, η Σαπφώ Νοταρά γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1907…
Το πραγματικό της επίθετο ήταν Χανδάνου ή Χαινδάνου. Παλιοί Ηρακλιώτες μάλιστα λένε πως ήταν ξαδέρφη του Χανδάνου με το γνωστό φούρνο στο κέντρο της πόλης και ότι και η δική της οικογένεια είχε φούρνο… Στην εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου “Μηχανή του Χρόνου”, ωστόσο, έχει αναφερθεί πως η Σαπφώ Νοταρά γεννήθηκε κοντά στα Ιωάννινα το 1907. Ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας Χανδάνου. Η μητέρα της ήταν δασκάλα και ο πατέρας της έμπορος. Ο πατέρας της, όμως, πέθανε πολύ νωρίς. Η μητέρα της, αφού πάντρεψε τη μεγάλη κόρη που είχε, την αδερφή της Σαπφώς την Καλιρρόη, αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά της και να πάνε όλοι μαζί στην Κρήτη, όπου είχε παντρευτεί ένα εύπορο άνθρωπο. Σύμφωνα με τους φίλους της, η απώλεια του πατέρα της και η ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος επηρέασαν καθοριστικά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της που ήταν μάλλον Σπαρτιάτικος. Η Σαπφώ Νοταρά δεν μιλούσε καθόλου για τα παιδικά της χρόνια, γεγονός που χαρακτηρίστηκε “μυστηριώδες και περίεργο” γιατί “η πατρίδα σου είναι τα παιδικά σου χρόνια”…
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου και στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου. Στα νεανικά της χρόνια η Σαπφώ έκανε γαλλικά, χορό και μπαλέτο κι εξελίχθηκε σε μια αυτάρκη και χειραφετημένη γυναίκα. Κάποιοι υποστήριζαν μάλιστα ότι κάτω από τα φαρδιά και άχαρα φουστάνια που φορούσε, έκρυβε ένα καλλίγραμμο κορμί. Μόλις εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αφήνοντας το Ηράκλειο μετά το διαζύγιο της αδελφής της, απέκτησε πανεπιστημιακή μόρφωση, γεγονός σπάνιο για την εποχή εκείνη. Κατόρθωσε να τελειώσει την Εμπορική Σχολή, να σπουδάσει δηλαδή οικονομικά, τη στιγμή που τα περισσότερα κορίτσια τότε δεν τελείωναν καν το σχολείο.. Αποφοίτησε και διορίστηκε υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα, έγινε οικονομικά ανεξάρτητη σε νεότατη ηλικία. Εγκατέλειψε όμως αυτή την επαγγελματική «ασφάλεια» για να ακολουθήσει το πάθος της και να σπουδάσει υποκριτική.
Γνώριζε άπταιστα τη γαλλική γλώσσα, ενώ το επώνυμο Νοταρά το πήρε από το δρόμο που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε. Επέλεξε το ψευδώνυμο Νοταρά όταν περνούσε μια μέρα από την ομώνυμη οδό που φοιτούσε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου (τη νυν Σχολή του Εθνικού Θεάτρου) και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Πειραιώς (νυν Σχολή Δραματικής Τέχνης Πειραϊκού Συνδέσμου) με δάσκαλο τον Βασίλη Ρώτα. Αποφοίτησε το 1933 παίρνοντας δίπλωμα υποκριτικής με το βαθμό «λίαν καλώς», με άριστα στην απαγγελία και τη δραματουργία. Το ντεμπούτο της στο θέατρο γίνεται όμως πριν ακόμα αποφοιτήσει, σε παραστάσεις που ανεβάζει ο δάσκαλός της Βασίλης Ρώτας στο Λαϊκό Θέατρο Παγκρατίου: «Ο Καραγκιόζης» του Θεόδωρου Συναδινού το καλοκαίρι του 1930, «Ισταμπολντά» (ψευδώνυμου συγγραφέα) και «Ο Εχθρός του Λαού» του Ερρίκου Ίψεν το Μάιο του 1931.
Μια αντιστάρ με σπάνιο ταλέντο
Η καριέρα της ξεκίνησε στο θέατρο, όπου συνεργάστηκε με κορυφαία ονόματα της εποχής, όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κατερίνα Ανδρεάδη, ο Χριστόφορος Νέζερ, η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν. Συνεργάστηκε επίσης με το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Παρότι δεν ανήκε στις «σταρ» της εποχής, οι συνάδελφοί της αναγνώριζαν το σπάνιο υποκριτικό της ταλέντο και τη σκηνική της παρουσία. Παραμένει άγνωστο πότε η Σαπφώ Νοταρά έκανε την πρώτη επαγγελματική της θεατρική εμφάνιση, όμως τον Οκτώβριο του 1936 συμμετέχει στο χορό της «Ηλέκτρας» που ανεβάζει το Εθνικό Θέατρο στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Μέχρι την κήρυξη του πολέμου την συναντάμε σε συνεργασίες με τον Κώστα Κροντηρά, όπως στο ανέβασμα των «Βρικολάκων» του Ερρίκου Ίψεν το καλοκαίρι του 1937 στα Χανιά και το καλοκαίρι του 1939 στην παράσταση «Καλώς Ήλθες» επίσης στα Χανιά. Το φθινόπωρο του 1943, εν μέσω της Γερμανικής Κατοχής, η Σαπφώ Νοταρά εντάσσεται στο νεοιδρυθέν Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης (μετέπειτα ΚΘΒΕ) με διευθυντή τον Λέοντα Κουκούλα, σε θίασο με την Ελένη Χατζηαργύρη, Χριστίνα Καλογερίκου, Μάνο Κατράκη, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Νίκο Χατζίσκο και άλλους.
Μετά την Απελευθέρωση συνεργάζεται με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη (1946-47) στο ανέβασμα της «Έντα Γκάμπλερ» του Ερρίκου Ίψεν, ενώ ακολουθεί περιοδεία με τον ίδιο θίασο και πλειάδα έργων σε Αίγυπτο και Κύπρο. Συνεργάστηκε στενά και με την Μαρίκα Κοτοπούλη, την οποία αντικαθιστούσε στο εναλλασσόμενο ρεπερτόριο του θεάτρου (μαζί με τη Γεωργία Βασιλειάδου) όταν η Μαρίκα Κοτοπούλη ταξίδευε στο εξωτερικό.
Το 1954 παίζει με το θίασο της Κυβέλης στο «Μια Γυναίκα Χωρίς Σημασία» του Όσκαρ Ουάιλντ σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη (ο οποίος μόλις την έχει σκηνοθετήσει στο «Κυριακάτικο Ξύπνημα») και τη θεατρική περίοδο 1955-56 συνεργάζεται με το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη παίζοντας στο ανέβασμα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Κόντρα στην κινηματογραφική της τυποποίηση, έπαιξε με επιτυχία τραγωδία (Α’ Κορυφαία σε ανέβασμα της «Ηλέκτρας» που περιόδευσε την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1957) αλλά και αρχαία κωμωδία όταν ο θίασος της Άννας Συνοδινού ανέβασε τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη, στις παραστάσεις που εγκαινίασαν το θέατρο του Λυκαβηττού το 1965.
Στην ύστερη φάση της καριέρας της ήρθαν τρεις σημαντικές παραστάσεις που έμειναν ιστορικές. Το 1977 ο Γιάννης Τσαρούχης την πείθει να είναι η κορυφαία του χορού στις «Τρωάδες» (με Εκάβη τη Σμάρω Στεφανίδου), στην παράσταση που ανέβασε σε ένα αυτοσχέδιο θέατρο στο Κολωνάκι με διθυραμβικές κριτικές από τον Ελληνικό και τον διεθνή τύπο. Τη θεατρική περίοδο 1978-79 παίζει δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στο «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Ντε Φίλιππο, που ανεβαίνει στο θέατρο Σούπερ Σταρ σε μετάφραση Κώστα Ταχτσή και σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι. Κύκνειο άσμα της στο θεατρικό σανίδι αποτέλεσε η συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι, τη θεατρική περίοδο 1982-83 στο έργο «Πορνογραφία» που ανέβηκε στο θέατρο Σούπερ Σταρ. Το τραγούδι «Στην Οδό του Μπλαμαντώ» από εκείνη την παράσταση δισκογραφήθηκε με τη φωνή της σε ντουέτο με τον Ηλία Λιούγκο.
Η καταξίωση στον κινηματογράφο
Το ευρύ κοινό τη γνώρισε μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο των δεκαετιών του 1950, 1960 και 1970. Η Νοταρά άρχισε να βγαίνει δυνατά μετά τον θάνατο της Γεωργίας Βασιλειάδου, και αυτό το είχε σαν παράπονο, άσχετα αν εκείνη πίστευε ότι την ανταγωνιζόταν πιο πολύ η Αλίκη Βουγιουκλάκη – “τι σχέση είχαν αυτές οι δυο; Καμία! Έψαχνε να βρει λάθη στους άλλους πρωταγωνιστές και να τους συγκρίνει με τον εαυτό της!” έλεγαν όσοι την γνώριζαν καλά… Ανάμεσα στις σημαντικότερες συμμετοχές της ξεχωρίζουν: Κυριακάτικο Ξύπνημα, Συνοικία το Όνειρο, Η Χαρτοπαίχτρα, Δημήτρη μου, Δημήτρη μου, Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου. Δες το βίντεο με την χαρακτηριστική ατάκα της “Μπουρλότο” στο “Αχ αυτή η Γυναίκα μου”:
Η Νοταρά έγινε γνωστή για τους ρόλους της αυστηρής θείας, της γκρινιάρας γειτόνισσας ή της ιδιόρρυθμης κυρίας. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις κωμικές φιγούρες κρυβόταν μια ηθοποιός με βαθιά δραματική παιδεία και εξαιρετικό έλεγχο της φωνής και της έκφρασης. Η Σαπφώ Νοταρά έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1951 στην ταινία «Η Λύκαινα» της Μαρίας Πλυτά και ακολουθεί το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» το 1954 του Μιχάλη Κακογιάννη με ένα χαρακτηριστικό ρόλο δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν και η «Αρπαγή της Περσεφόνης» του Γρηγόρη Γρηγορίου που ξεκίνησε να γυρίζεται το 1953 και ολοκληρώθηκε το 1956. Δες βίντεο από την συμμετοχή της στο “Κυριακάτικο ξύπνημα”:
Η συνεργασία της με την Φίνος Φιλμ εγκαινιάζεται το 1958 με την ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή» του Αλέκου Σακελλάριου, όπου συναντά τη Γεωργία Βασιλειάδου την οποία γνώριζε καλά από τη συνεργασία τους στο ξεκίνημα της καριέρας της στο θίασο του Βασίλη Ρώτα στο Λαϊκό Θέατρο Παγκρατίου. Μεγάλος σταθμός της κινηματογραφικής της διαδρομής η συμμετοχή στη «Συνοικία το Όνειρο» (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη ενώ την επόμενη χρονιά τη βρίσκουμε δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Νίκο Κούρκουλο στο «Ταξίδι» (1962) για τη Φίνος Φιλμ. Ωραίοι ήταν οι ρόλοι της στις ταινίες «Μην Ερωτεύεσαι το Σάββατο» (1962) του Βασίλη Γεωργιάδη και «Αν Έχεις Τύχη» (1964) του Γιώργου Πετρίδη, και τις δύο φορές δίπλα στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Δεν άργησε να τυποποιηθεί κινηματογραφικά στον χαρακτηριστικό κωμικό τύπο μεγαλοκοπέλας με σήμα κατατεθέν με τη χαρακτηριστική βροντώδη φωνή της και το επιβλητικό παρουσιαστικό της. Ένας τέτοιος ρόλος έρχεται το 1964 στη «Χαρτοπαίχτρα» της Φίνος Φιλμ, όπου δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου παραδίδει σκηνές ανθολογίας ως υπηρέτρια Μαριγώ. Δες βίντεο με την Ρένα Βλαχοπούλου στην “Χαρτοπαίχτρα”:
Το 1967 είναι μια χρονιά που τη συναντάμε σε τρεις αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες που όμως έχουν μείνει δημοφιλείς έως σήμερα: στο απολαυστικά καλτ «Μίνι Φούστα και Καράτε» του Βαγγέλη Σειληνού, στο «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» του Κώστα Καραγιάννη που ήταν η μοναδική έγχρωμη ταινία της και κυρίως στο «Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου (1967)» του Γιώργου Σκαλενάκη όπου ξεστομίζει τις θρυλικές πια ατάκες «Μπουρλότο!» και «Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα». Δες βίντεο από την ταινία με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ “Δημήτρη μου, Δημήτρη μου”:
Με 32 συνολικά ταινίες στο ενεργητικό της, η Σαπφώ Νοταρά έκανε τις τελευταίες κινηματογραφικές της εμφανίσεις το 1970 στις ταινίες «Έμπαινε Μανωλιό» (Καραγιάννης-Καρατζόπουλος) του Κώστα Καραγιάννη, «Το Παιδί της Μαμάς» (Κλακ Φιλμ) του Απόστολου Τεγόπουλου και «Να ‘τανε το 13 να ‘πεφτε σε μας!» (Καραγιάννης-Καρατζόπουλος) του Ντίνου Δημόπουλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σαπφώ Νοταρά αγαπήθηκε από το κοινό και μέσα από την εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία στο ραδιόφωνο. Έπαιξε στα ραδιοφωνικά σήριαλ «Μικρό Μαγαζάκι» και «Πικρή Μικρή μου Αγάπη» του Βαγγέλη Γκούφα, και στο «Ημερολόγιο ενός Θυρωρού», του Κώστα Πρετεντέρη, όπου ενσάρκωσε με μεγάλη επιτυχία την Κλημεντίνη Περπερίδου, μια αποτυχημένη πριμαντόνα.
Έδωσε επίσης τη φωνή της στη μάγισσα Μπρουχίλντα της θρυλικής «Λιλιπούπολης» (1977-80). Το 1981 σαρώνει ως “Κυρία Κυριακή” στο ομότιτλο ραδιοφωνικό σήριαλ του Κώστα Παναγιωτόπουλου, γνωστού ως Bar Bar με τον οποίο συνεργάστηκε ξανά λίγο πριν το θάνατό της στα ραδιοφωνικά μονόπρακτα “Ο Καλά-καλά και η Αλλά-αλλά” μαζί με τον Σταύρο Ξενίδη. Άκου ένα ηχητικό απόσπασμα από την εκπομπή με την φωνή της ως “Κυρία Κυριακή”:
Τέλος, παρακαταθήκη έχουμε σήμερα την ανάγνωση των διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που ηχογράφησε η Σαπφώ Νοταρά για το Δεύτερο και Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Δες ένα αφιέρωμα από το αρχείο της ΕΡΤ για την ζωή της:
“Σκοτεινή και κλειστή” Τι λένε ηθοποιοί που την γνώρισαν
Ήταν άνθρωπος εκκεντρικός, ανεξάρτητος και συχνά μοναχικός. “Σκοτεινή και κλειστή” έτσι την χαρακτηρίζουν οι περισσότεροι συνάδελφοί της σε ένα αφιέρωμα, μιλώντας για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της συμπληρώνοντας ότι: “δεν σου επέτρεπε να μπεις στην ζωή της, οπότε γιατί να μπεις;…” Δες ένα αφιέρωμα της εκπομπής “Μηχανή του χρόνου” που μίλησαν πολλοί ηθοποιοί για την Σαπφώ Νοταρά:
Ο Σπύρος Μπιμπίλας σε συνέντευξή του στο “Στούντιο 4” είχε πει ότι μαζί του είχε παρεξηγηθεί γιατί δεν είχε πάει σε ένα ραντεβού και όταν τον είδε κάποια στιγμή του είπε: “Κύριε Μπιμπίλα παραγνωριστήκαμε. Αν ξανασυναντηθούμε ποτέ να περάσετε στο απέναντι πεζοδρόμιο, δεν τα βρήκαμε ποτέ μέχρι τον θάνατό της”. Δες το βίντεο από την συνέντευξή του στο Στούντιο 4:
Η Σαπφώ Νοταρά δεν παντρεύτηκε ποτέ, παρά τα φλογερά ειδύλλια και τις άκαρπες προτάσεις γάμων που και η ίδια αφηγούνταν. Προτιμούσε την ελευθερία της και ακολουθούσε τον δικό της δρόμο, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συμβάσεις.
Περιζήτητη νύφη: Ο Τσαρούχης της πρότεινε να κάνουν παιδιά, νεαρός εργοστασιάρχης της πρότεινε γάμο και εκείνη είχε φλογερό έρωτα με νεαρό αντάρτη…
Η Νοταρά, σε μικρή ηλικία ήταν περιζήτητη νύφη. Σε μια περιοδεία της με το θέατρο βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί δέχτηκε πρόταση γάμου από έναν εργοστασιάρχη, που την είχε ερωτευτεί παράφορα. Παρόλο που φίλοι και γνωστοί μιλούσαν για μεγάλη ευκαιρία, η ίδια τον χαρακτήριζε «Φρανκενστάιν» και απέρριψε την πρόταση. Ο υποψήφιος γαμπρός ήταν ευκατάστατος και θα μπορούσε να βοηθήσει τη Σαπφώ να απογειωθεί επαγγελματικά. Εκείνη όμως δεν τον άντεχε και απέστρεφε το βλέμμα της από το άσχημο πρόσωπό του. Έλεγε πως αν δεχόταν την πρόταση, θα ήταν σαν να πουλάει την ψυχή της για την καριέρα και έτσι ο δεσμός με τον Αλεξανδρινό έληξε πριν καν αρχίσει.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Κυριακάτικο Ξύπνημα», η Σαπφώ Νοταρά γνωρίστηκε με το Γιάννη Τσαρούχη. Μια μέρα ο Τσαρούχης την πλησίασε και της εξομολογήθηκε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Μάλιστα της είπε ότι οι δυο τους θα μπορούσαν να κάνουν ένα παιδί. Εκείνη πίστεψε ότι επρόκειτο για πλάκα με συνένοχους, τους συναδέλφους της Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη. Η Σαπφώ όχι μόνο απέρριψε τον Τσαρούχη, αλλά τον έβρισε με το γνωστό της ταπεραμέντο. Όταν κάποια χρόνια μετά οι δυο τους θυμήθηκαν το περιστατικό, ο Τσαρούχης επέμεινε ότι η πρότασή του ήταν αληθινή και καθόλου φάρσα. Η Σαπφώ τότε κατάλαβε ότι μιλούσε σοβαρά και κατέρρευσε με την αποκάλυψη. Άλλος ένας έρωτας είχε μείνει ανεκπλήρωτος για την ηθοποιό. Δες ένα αφιέρωμα της “Μηχανής του χρόνου” για τον έρωτα του Γιάννη Τσαρούχη για την Σαπφώ Νοταρά.
Στην συνέχεια συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία όπως και με τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή. Η Σαπφώ Νοταρά ήταν φειδωλή στις κουβέντες για την προσωπική της ζωή. Μόνο όσοι την ήξεραν καλά, γνώριζαν για τον μοναδικό μεγάλο έρωτα της, έναν νεαρό αντάρτη. Ήταν μια φλογερή σχέση, που τελείωσε νωρίς γιατί ο νεαρός έφυγε για το βουνό και αργότερα συνελήφθη, με αποτέλεσμα η Σαπφώ να χάσει για πάντα τα ίχνη του. Τελικά η αγαπημένη κωμικός δεν παντρεύτηκε ποτέ…. Μεγαλώνοντας έκλεινε ολοένα και περισσότερο τον κύκλο της, περιορίζοντας τις επαφές της με παλιούς φίλους και συνεργάτες. Διάβαζε ατελείωτα και ζούσε μόνη σε ένα διαμέρισμα της Πλατείας Κουμουνδούρου, εκεί όπου άφησε την τελευταία της πνοή. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ασχολήθηκε με εναλλακτικές θεραπείες, τον βελονισμό και διάφορα μεταφυσικά ενδιαφέροντα, γεγονός που τροφοδότησε πολλούς μύθους γύρω από το πρόσωπό της.
Το πικρό φινάλε, πέθανε μόνη με ένα σβησμένο τσιγάρο στο χέρι
Στις 11 Ιουνίου 1985 η Σαπφώ Νοταρά βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της στην Αθήνα. Πέθανε μόνη, σε ηλικία περίπου 75-78 ετών, ανάλογα με τη χρονολογία γέννησης που αποδέχεται κανείς. Ο θάνατός της συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς η γυναίκα που χάρισε τόσο γέλιο στο κοινό έφυγε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και σχεδόν ξεχασμένη. Όπως αναφέρει η wikipedia: “Πέθανε μόνη και αβοήθητη, σε διαμέρισμα που διέμενε επί της πλατείας Κουμουνδούρου, σημερινής πλατείας Ελευθερίας, στον αριθμό 22, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε κάποιος νέος επιχειρηματίας θαυμαστής της, που έμεινε όμως άγνωστος. Τη βρήκαν δύο ημέρες αργότερα, μετά από αναζήτηση από παρακείμενο εστιατόριο που συνήθιζε να πηγαίνει. Η αστυνομία διέρρηξε την πόρτα και τη βρήκε νεκρή στις 13 Ιουνίου του 1985. Κηδεύτηκε σε στενό κύκλο στο Νεκροταφείο του Ζωγράφου, παρουσία της Αλίκης Γεωργούλη και της Ντίνας Κώνστα. Οι μόνοι της απόγονοι ήταν τα ανίψια της”.
Η κληρονομιά της
Σήμερα η Σαπφώ Νοταρά θεωρείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Η ιδιαίτερη φωνή της, οι εκφράσεις του προσώπου της και το ξεχωριστό της ταμπεραμέντο την έχουν καταστήσει διαχρονική. Νεότερες γενιές συνεχίζουν να τη γνωρίζουν μέσα από τις επαναλήψεις των κλασικών ελληνικών ταινιών και τις ατάκες που έγιναν μέρος της λαϊκής κουλτούρας. Η Σαπφώ Νοταρά δεν ήταν μόνο μια κωμική ηθοποιός. Ήταν μια σπουδαία θεατρίνα με έντονη προσωπικότητα, η οποία κατάφερε να μετατρέψει ακόμη και τον πιο μικρό ρόλο σε αξέχαστη παρουσία.




">
">
">
">
">
">
">
">