Πληθωρική, σεξουάλα, αδερφομάνα, αθυρόστομη… Όποιος έζησε και γνώρισε την Σπεράντζα Βρανά, με τα ίδια επίθετα περιέγραφε την μοναδική αυτή αρτίστα που σε γοήτευε η αφοπλιστική ειλικρίνειά της και η μαγκιά της. Η Σπεράντζα Βρανά υπήρξε μία από τις πιο εκρηκτικές, αυθεντικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Δεν ήταν απλά μία ηθοποιός με έντονη παρουσία, ήταν σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Με τη βραχνή φωνή, το αισθησιακό βλέμμα, το αθυρόστομο χιούμορ και τον ακατέργαστο δυναμισμό της, δημιούργησε έναν χαρακτήρα που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον στην ελληνική σκηνή.
Η ζωή της ήταν γεμάτη δυσκολίες, φτώχεια, πάθη, έρωτες, επιτυχίες, συγκρούσεις και πίκρες. Έζησε έντονα, μίλησε χωρίς φόβο και δεν προσπάθησε ποτέ να ωραιοποιήσει ούτε το παρελθόν ούτε τον εαυτό της. Μέχρι το τέλος παρέμεινε προκλητική, ακομπλεξάριστη και αληθινή. Εξαιρετική και στην υπέροχη ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η κάλπικη λίρα» (1955). Μοιράζεται την ίδια πιάτσα με τον «αόμματο», Μίμη Φωτόπουλο, ο οποίος φωνάζει: «Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Δεν έχω τα ματάκια μου. Σκοτάδι είναι η ζωή μου…». «Οι άντρες είχαν τα χέρια στις τσέπες όταν την έβλεπαν στο σανίδι” ήταν μια κατηγορία από μόνη της, από αυτές που λέμε ότι “αμέσως μόλις την έφτιαξε ο Θεός έσπασε το καλούπι” έλεγαν οι συνάδελφοί της που άλλοι την λάτρευαν και άλλοι την μισούσαν για την αθυροστομία της και τις χύμα εκφράσεις της.
Όσες θεατρίνες και αν προσπάθησαν στην συνέχεια μετά να μιμηθούν το στυλ και το σουλούπι της δεν το κατάφεραν. Δες σκηνή από την ταινία “Η κάλπικη λίρα”:
Η Σπεράντζα Βρανά, άφησε το δικό της στίγμα στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Χειραφετημένη, με ένα μοναδικό στιλ «γυναικείας μαγκιάς», βαθιά εκφραστική, σύμβολο του σεξ για πολλά χρόνια, είδωλο της επιθεώρησης, μάγεψε τον αντρικό πληθυσμό και με τις ερμηνείες της, «κολάκεψε» τη γυναικεία υπόσταση.
Από την καλοπέραση στην φτώχεια
Γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1928, στο Μεσολόγγι, όπου ήταν και η αφετηρία της καριέρας της, καθώς μια μέρα ακολούθησε ένα από τα μπουλούκια της εποχής, εξαιτίας ενός έρωτα. Στην αυτοβιογραφία της, που είχε τον τίτλο «Τολμώ» διαβάζουμε για τα δύσκολα χρόνια της κατοχής δίπλα στη μητέρα της, η οποία προερχόταν από πλούσια οικογένεια του Μεσολογγίου. Ο πατέρας της είχε φύγει από τη ζωή και η Σπεράντζα Βρανά έγραφε: «Ήταν χειμώνας του 40-41. Τι εποχή, Θεέ μου! Πόλεμος, συσκότιση, βόμβες, πείνα! Το ψωμί είχε γίνει 30 δράμια το άτομο, κι αυτό μπομπότα. Θυμάμαι που σηκωνόμουνα στις 3 τη νύχτα και πήγαινα στην ουρά, περίμενα μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, κι όταν έπαιρνα τις δυο μερίδες, ώσπου να βγω απ’ τον φούρνο είχα φάει την μερίδα μου, και το υπόλοιπο το ‘κρυβα κάτω από την ποδιά μου, μη μου το κλέψουνε ώσπου να πάω σπίτι μου να το δώσω της μαμάς μου. Φάτο παιδί μου κι αυτό, μου ‘λεγε κοιτάζοντάς με καλά – καλά. Δεν ξέχασα ποτέ στη ζωή μου εκείνο το βλέμμα της.
Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση είχε ξεκινήσει το 1950, με την ταινία της Φίνος Φιλμ «Έλα στο Θείο» δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη. Στη συνέχεια γύρισε άλλες 30 ταινίες με αξιοσημείωτη εμφάνιση στην ταινία «Η Ωραία των Αθηνών» (1954), όπου τραγούδησε και χόρεψε με μπρίο, θηλυκότητα και ταμπεραμέντο, το θρυλικό τραγούδι «Αυτό το μάμπο το Μπραζιλιέρο». Δες το βίντεο:
Η μεγάλη αγάπη της Σπεράντζας Βρανά ήταν όμως η επιθεώρηση στο θέατρο, όπου αφοσιώθηκε, κατέθεσε το ταλέντο της και ξεδίπλωσε τα χαρίσματά της στην υποκριτική και το τραγούδι. Μάλιστα στο θέατρο άρχισε να γοητεύει τους άντρες. Η ίδια περιγράφει με το δικό της στιλ: «Άρχισα να συνειδητοποιώ το πόσο άρεσα σαν γυναίκα! Άρχισαν να με τριγυρίζουν οι «αδερφές» και να μου φέρνουν τα τεκνά τους για να με γνωρίσουν, γιατί αυτά τους το ζητούσαν! Είχα γίνει η ρενομέ (φημισμένη) γκόμενα του θεάτρου, οι άντρες, ιδίως οι νεαροί, τρελαινόντουσαν για μένα…». Ο συνθέτης Γιώργος Μουζάκης θεωρούσε ότι αυτό της έκανε ζημιά. Υποστήριζε ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ της θέση που τις αξίζει γιατί –όπως ο ίδιος έλεγε- οι άντρες θεατές είχαν τα χέρια στις τσέπες τους όταν τη έβλεπαν στο σανίδι.
Η Ελπίδα που έγινε Speranza στα μπουλούκια!
Η Σπεράντζα Βρανά γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 6 Φεβρουαρίου 1928 με το πραγματικό όνομα Ελπίδα Χωματιανού. Το καλλιτεχνικό της όνομα προέκυψε από τη μετάφραση της λέξης «Ελπίδα» στα ιταλικά — «Speranza». Από πολύ μικρή γνώρισε τη σκληρότητα της ζωής. Ορφάνεψε νωρίς και αναγκάστηκε να μεγαλώσει μέσα σε δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. “Ορφάνεψα μικρή και έτσι δεν είχα να δώσω λογαριασμό πουθενά. Έπαιρνα τη ζωή όπως μου ερχόταν. Γλεντούσα όπως μου άρεσε. Το σεξ ήταν κάτι σαν φαγητό για μένα – και πείναγα πολύ συχνά… Ποτέ όμως δεν έκανα πορνεία, ούτε «ξεπέτες» – αν εξαιρέσω μία χάριν ενός γοητευτικού νεαρού θαυμαστή μου”. Σε ηλικία μόλις 15 ετών ακολούθησε τα περιφερόμενα θεατρικά «μπουλούκια», αναζητώντας μια διέξοδο από τη φτώχεια αλλά και έναν τρόπο να εκφράσει την έντονη προσωπικότητά της. Εκεί έμαθε τα πάντα: πρόζα, τραγούδι, χορό, αυτοσχεδιασμό και κυρίως την επιβίωση. Οι περιοδείες στην επαρχία ήταν εξαντλητικές, με ελάχιστα χρήματα και σκληρές συνθήκες, όμως η Βρανά έλεγε αργότερα ότι εκεί «έγινε ηθοποιός».
Γάμος – εξπρές 24 ημερών!
Όταν όμως σε ηλικία 14 ετών, στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, χάνει και την μητέρα της, αναγκάζεται να επιστρέψει στο Μεσολόγγι, για να μείνει με συγγενείς της. Τελειώνει το γυμνάσιο με δυσκολίες και «κολλάει» το μικρόβιο της υποκριτικής. Την εποχή εκείνη, μαγεύεται από τα περιπλανώμενα μπουλούκια και αποφασίζει να ακολουθήσει το θεατρικό μπουλούκι του Ρολάνδου Χρέλια, που εμφανιζόταν στην περιοχή του Αιτωλικού, σε μια προσπάθεια να επιστρέψει και πάλι στην Αθήνα.
Πριν κλείσει τα 20 της, κάνει τον πρώτο της γάμο με έναν Έλληνα από την Αίγυπτο, αλλά χωρίζει μετά από 24 ημέρες. Η οικογενειακή ζωή δεν είναι το όνειρό της και επιστρέφει στην Ελλάδα, περιδιαβαίνοντας την χώρα με τα μπουλούκια. Το 1948 έκανε την πρώτη μεγάλη θεατρική της εμφάνιση στο θέατρο «Μετροπόλιταν» στην επιθεώρηση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου. Από εκείνη τη στιγμή, το κοινό άρχισε να προσέχει τη νεαρή γυναίκα με την πληθωρική παρουσία και τον ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης. Στην ταινία αυτή η Σπεράντζα Βρανά τραγούδησε και έκανε επιτυχία “Το τραμ το τελευταίο”. Δες το βίντεο από μια εμφάνισή της στην εκπομπή του Βασίλη Τσιβιλίκα “Καλλιτεχνικό καφενείο” στην ΕΡΤ3:
Η γόησσα του κινηματογράφου
Η δεκαετία του 1950 υπήρξε καθοριστική για τη Σπεράντζα Βρανά. Ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν σε άνθηση και η ίδια κατάφερε να καθιερωθεί ως η «γόησσα, η σέξι μάγκισσα» της εποχής. Δεν διέθετε την κλασική ομορφιά άλλων πρωταγωνιστριών, είχε όμως κάτι πολύ πιο δυνατό: έντονη προσωπικότητα. Μετά το «Έλα στο Θείο» το 1950, ακολούθησαν συμμετοχές σε δεκάδες ταινίες, πολλές από τις οποίες θεωρούνται σήμερα κλασικές όπως: «Η Ωραία των Αθηνών», «Το Σωφεράκι», «Αδέκαροι Ερωτευμένοι», «Ο Σκληρός Άντρας», «Η Εύα δεν Αμάρτησε», «Ο Παλαβός Κόσμος του Θανάση», «Safe Sex». Δες βίντεο από την ταινία “Το σωφεράκι”:
Η Βρανά δεν υπήρξε ποτέ η «καλή κοπέλα» του ελληνικού σινεμά. Οι ρόλοι της ήταν συχνά γυναίκες λαϊκές, αισθησιακές, δυναμικές, με γλώσσα κοφτερή και συμπεριφορά έξω από τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής. Αυτό ακριβώς την έκανε ξεχωριστή. Η Σπεράντζα γοητεύει κοινό και θεατράνθρωπους με το μπρίο και το νάζι της και φιγουράρει ως Σπεράντζα Βρανά στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό στερέωμα, γεννώντας και υποστηρίζοντας με μεγάλη επιτυχία τον επιθεωρησιακό τύπο της «σέξι μαγκιόρας». Με την ανεπανάληπτη ζωντάνια της ερμηνεύει τα γνωστότερα επιθεωρησιακά τραγούδια της εποχής («Μάμπο μπραζιλέρο», «Δώσε», «Η Βαλίτσα») και συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής. Η επιτυχία της είναι τέτοια που οι εφημερίδες γράφουν μετά την πρεμιέρα ότι η Σπεράντζα είναι η καινούρια Ζαχά Μπριλάντη, μεγάλο αστέρι της εποχής. Δες στο βίντεο να ερμηνεύει “Η Βαλίτσα”:
Την ίδια εποχή αρχίζει να συνειδητοποιεί την επιρροή της στους άντρες, που την περιγράφει με τη χαρακτηριστική ελευθεροστομία της: «Τότε για πρώτη φορά άρχισα να συνειδητοποιώ το πόσο άρεσα σαν γυναίκα! Άρχισαν να με τριγυρίζουν οι «αδερφές» και να μου φέρνουν τα τεκνά τους για να με γνωρίσουν, γιατί αυτά τους το ζητούσαν! Είχα γίνει η ρενομέ γκόμενα του θεάτρου, οι άντρες, ιδίως οι νεαροί, τρελαινόντουσαν για μένα κι η μαλακία έπεφτε λεφούσι για πάρτη μου! Ναι, μη γελάς. Αφού ο Μπουρνέλλης με έλεγε: «Μις Μαλακία», κι η κυρά Σταμάτα, η καθαρίστρια του «Ακροπόλ», μάζευε σωρό τις καπότες κάθε πρωί από τις τουαλέτες! Υπήρχε βέβαια και μια μικρή μερίδα αντρών που δεν ήμουνα ο τύπος τους, ήταν αυτοί που τους άρεσε η πολύ φίνα γυναίκα χωρίς πιασίματα, που εγώ τα είχα μπόλικα, εδώ που τα λέμε!»
Η βασίλισσα της επιθεώρησης
“Το θέατρο για εμένα ήταν ένα ασίγαστο πάθος. Ένας φλογερός εραστής που, έτσι και σε αρπάξει στα μπράτσα του και σε αγκαλιάσει σφικτά, δεν θες τίποτε άλλο. Ζεις για τον οργασμό τού «μπράβο». Αν και ο κινηματογράφος της χάρισε μεγάλη αναγνωρισιμότητα, η πραγματική της αγάπη ήταν το θέατρο και ιδιαίτερα η επιθεώρηση. Εκεί η Σπεράντζα Βρανά μεγαλούργησε. Στη σκηνή ήταν ασταμάτητη. Συνδύαζε χιούμορ, τραγούδι, αυτοσχεδιασμό και λαϊκή μαγκιά με τρόπο που μάγευε το κοινό. Συνεργάστηκε με τεράστια ονόματα της εποχής όπως: Ρένα Βλαχοπούλου, Βασίλης Αυλωνίτης, Κώστας Χατζηχρήστος, Γιάννης Γκιωνάκης, Νίκος Σταυρίδης, Ορέστης Μακρής. Η παρουσία της στη σκηνή ήταν σχεδόν εκρηκτική. Δεν φοβόταν να τσαλακωθεί, να σατιρίσει, να προκαλέσει ή να μιλήσει ωμά για την κοινωνία και τις σχέσεις. Το κοινό τη λάτρευε γιατί ένιωθε ότι ήταν «μία από αυτούς» — αυθεντική, λαϊκή και αληθινή. Δες ένα αφιέρωμα της ΕΡΤ στην εκπομπή “Νωρίς νωρίς” για την Σπεράντζα Βρανά:
Συγγραφέας με αμέτρητες πωλήσεις
Στη δεκαετία του 1980 αποκάλυψε μια ακόμη πλευρά του ταλέντου της: τη συγγραφή. Το πρώτο της βιβλίο, «Τολμώ», προκάλεσε αίσθηση γιατί μιλούσε ανοιχτά για τη ζωή της, τους άντρες, το σεξ, το θέατρο, τις προδοσίες και τις εμπειρίες της. Σε μια εποχή όπου πολλές δημόσιες προσωπικότητες έκρυβαν την προσωπική τους ζωή, η Βρανά έκανε το αντίθετο. Έγραφε χωρίς φίλτρα και χωρίς καθωσπρεπισμούς. Τα βιβλία της είχαν τεράστια εμπορική επιτυχία γιατί ο κόσμος αναγνώριζε την ειλικρίνειά της. Δεν προσπαθούσε να εμφανιστεί αγία ή θύμα. Μιλούσε για τα λάθη της, τις επιθυμίες της και τις αδυναμίες της με σχεδόν σοκαριστική αμεσότητα. Είχε ήδη προκαλέσει αίσθηση με το αυτοβιογραφικό «Τολμώ», που έκανε πάταγο και πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ο συγγραφικός της λόγος ήταν χειμαρρώδης. Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία για τη ζωή της μπροστά και πίσω από την αυλαία όπως:«Τα Μπουλούκια, το Θέατρο κι Εγώ», «Τίμιο Μπορντέλο», «Επιθεώρηση Καψούρα μου», «Η Γοητεία της Πόρνης», «Τρούμπα», «Ο Επιβήτορας».
Η θυελλώδης σχέση με τον Βουτσά και οι δυο γάμοι

Η προσωπική ζωή της Σπεράντζας Βρανά απασχόλησε όσο και η καριέρα της. Ήταν μια γυναίκα παθιασμένη, έντονη και συναισθηματική. Ερωτευόταν βαθιά και ζούσε τις σχέσεις της στα άκρα. “Είμαι ισορροπημένο άτομο γιατί γαμήθηκα καλά τον καιρό που έπρεπε. Αγαπήθηκα, ερωτεύθηκα, χόρτασα τις ηδονές και έτσι δεν έχω απωθημένα. Γύρισα. Ταξίδεψα. Είμαι «πλήρης ημερών» από σεξ – ακόμα το κάνω όποτε μπορώ. Είμαι επίσης γεμάτη από χειροκρότημα για τη δουλειά μου. Τι άλλο να ζητήσω; Μόνο μου παράπονο ότι δυσκολεύομαι πια να βγαίνω βόλτα στις βιτρίνες”…
Ο πιο γνωστός δεσμός της της εκρηκτικής ηθοποιού, ήταν με τον Κώστα Βουτσά. Η σχέση τους ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και υπήρξε θυελλώδης. Οι δυο τους είχαν έντονη χημεία αλλά και εκρηκτικούς καβγάδες. Η Βρανά παραδεχόταν ότι η σχέση τους ήταν γεμάτη ζήλιες, χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Είχαν φτάσει μάλιστα κοντά στον γάμο. Ωστόσο, η έντονη προσωπικότητα και των δύο έκανε αδύνατη τη συμβίωση. Παρ’ όλα αυτά, ο έρωτάς τους έμεινε θρυλικός στον χώρο του ελληνικού θεάτρου.
Η Βρανά είχε παντρευτεί δύο φορές, την πρώτη σε ηλικία 16 ετών έναν Έλληνα ναυτικό από την Αίγυπτο και τη δεύτερη το 1966 τον τραγουδιστή Παύλο Πατάκα, με τον οποίο έζησε μαζί τέσσερις δεκαετίες. Όμως ο μεγάλος έρωτάς της ήταν ο Κώστας Βουτσάς. «Η σχέση μας πέρασε από πολλά στάδια. Μέχρι ξύλο έπεσε στον πρώτο μας μεγάλο καβγά», είχε πει η ίδια ενώ πήραν τη μεγάλη απόφαση. Η Βρανά παρήγγειλε το νυφικό, ο Βουτσάς της έκανε δώρο ένα χρυσό ρολόι. Αποφάσισαν ο γάμος να γίνει την άνοιξη και να ταξίδι του μέλιτος να είναι ένα ταξίδι στην Ευρώπη.
Όμως τότε ο Βουτσάς της είπε ότι μετά τον γάμο θα πρέπει να ξεχάσει το θέατρο και να γίνει καλή νοικοκυρά. Αυτή δεν δέχθηκε και χώρισαν. «Ήταν τέλειος σαν εραστής, τρυφερός και γλυκός»
Ζήλειες, απιστίες, ξύλο και σεξ!
Τη σχέση τους περιγράφει η Βρανά στην αυτοβιογραφία της: Το 1959, η πληθωρική πρωταγωνίστρια γνώρισε τον Κώστα Βουτσά στα παρασκήνια του θεάτρου «Ακροπόλ». Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε θυελλώδη σχέση γεμάτη ζήλιες, απιστίες, καβγάδες, χωρισμούς και επανασυνδέσεις. Η Σπεράντζα δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του εξαρχής. Όπως είχε παραδεχτεί και η ίδια στη βιογραφία της… Αλλά σύναψε σχέση μαζί του με στόχο να εκδικηθεί την ηθοποιό Στέλλα Στρατηγού-την επίσημη σχέση του Κώστα Βουτσά- επειδή είχε υποψίες ότι φλέρταρε τον πρώην της. Οι δύο ηθοποιοί διατηρούσαν παράνομη σχέση και όταν μαθεύτηκε, ο Βουτσάς πήγε και είπε στην Βρανά: «Διάλεξε. Ή αύριο παντρευόμαστε και πάω και καθαρίζω απ’ έξω που περιμένει η Στέλλα ή στο τέλος της πρόβας, πάμε στο Περιστέρι και λες στην Στέλλα πως δεν έχουμε τίποτα και λάθος της είπαν».

Η Σπεράντζα αρνήθηκε να τον παντρευτεί, αλλά ο Κώστας Βουτσάς χώρισε με την Στρατηγού για να μείνει με εκείνη. Η Βρανά πίστευε ότι ήταν μαζί της για να γίνει και αυτός διάσημος, αφού τότε έκανε τα πρώτα του βήματα: «Ο Κώστας ήταν τρομερά φιλόδοξος, μεγαλομανής, αριβίστας. Ήξερε να ελίσσεται. Χρησιμοποιούσε όλα τα κόλπα για να πετύχει τους σκοπούς του. Καλοπερασάκιας. Στην αρχή μου έκανε τον πολύ ερωτευμένο, έκανε ό,τι μπορούσε για να με ευχαριστήσει. Μου αγόραζε δίσκους με λατινοαμερικανικούς ρυθμούς, μου έκανε τον Danny Kaye για να γελάσω, ήταν πολύ κωμικός και ξεκαρδιζόμουν. Αν μ’ αγάπησε ο Κώστας (γιατί μ’ αγάπησε), αυτό συνέβη αργότερα. Μου φερόταν πολύ ωραία, ήταν πολύ τρυφερός μαζί μου, ζούσαμε πολύ αρμονικά. Όσο η σχέση μας έδενε και πιο γερά, άρχισε τις ζήλιες. “Γιατί κάθεσαι στο καμαρίνι με τη ρόμπα ανοιχτή;”. Καβγάς! “Γιατί σου μίλησε ο τάδε συνάδελφος;”. Καβγάς! Όλα αυτά τα μικροκαυγαδάκια είχαν σαν αποτέλεσμα να τη βρίσκουμε πιο ωραία ερωτικά. Ο Κώστας ήταν τέλειος σαν εραστής, τρυφερός και γλυκός. Στο κεφάλαιο δουλειά, όμως, ήταν φοβερός. Ήταν φιλόδοξος και βιαζόταν να φτάσει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα είχαμε διαφορετικές αντιλήψεις…».
“Όσο τέλειος ήταν στον έρωτα τόσο κακός και πικρός ήταν στο κεφάλαιο δουλειά. Ήθελε να γίνει πρώτος. Μάλιστα συνήθιζε να λέει ” Άντε να φύγετε εσείς οι παλιοί να έρθουμε εμείς οι νεότεροι”. Προφανώς και θεωρώ ότι ήρθε δίπλα μου επειδή ήμουν φίρμα εκείνη την εποχή. Δεν με αγάπησε αμέσως, αλλά είμαι σίγουρη ότι κάποια στιγμή με αγάπησε”, αναφέρει. Όσο για τις εντάσεις και τις σκηνές ζηλοτυπίας, θυμάται ένα συγκεκριμένα περιστατικό: “Ο Κώστας εκείνη την περίοδο γύριζε τον “Κατήφορο” και πήγαινα κάποιες φορές κι εγώ στα γυρίσματα. Προσπαθούσε να με πείσει ότι τον ήθελε η Λάσκαρη για να ζηλέψω. Μια, δυο, νευρίασα και δεν ξαναπήγα στο στούντιο. Κανόνισα να βγω για φαγητό με τον Βουτσαρά τον τερματοφύλακα του Παναθηναϊκού. Επέστρεψα ξημερώματα. Ο Κώστας ήταν ήδη εκεί. Δεν με βρήκε και είχε αφρίσει. Ήταν ο πρώτος μας μεγάλος καυγάς. Έπεσε ξύλο. Πολύ ξύλο. Τα βρήκαμε, όπως ήταν φυσικό, στο κρεβάτι”.
Παρόλο που το 1961 αρραβωνιάστηκαν, η σχέση τους ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. “Ναι τέτοιος κωλοχαρακτήρας ήμουν. Όσο ο Κώστας ήταν εντάξει απέναντί μου, ήμουν κι εγώ. Μόλις έκανε ότι μου κουνιόταν, αμέσως πήγαινα με τον πρώτο που έβρισκα μπροστά μου και τον κεράτωνα”. Τελικά το ζευγάρι, έπειτα από 4,5 χρόνια χώρισε οριστικά. Η Σπεράντζα πήγε στο Παρίσι για να ηρεμήσει. Ήταν αποφασισμένη να τον χωρίσει. Την έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνα για να την μεταπείσει, αλλά εκείνη δεν άλλαζε γνώμη. Όταν η Βρανά γύρισε στην Ελλάδα, ο Βουτσάς πήγε στο σπίτι της μεθυσμένος και την παρακαλούσε να τα ξαναβρούν. Εκείνη δέχτηκε και λίγο αργότερα αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο Βουτσάς ήθελε η γυναίκα του να μένει στο σπίτι και να φροντίζει το νοικοκυριό. Της έλεγε: «Μην ξεχνάς πως όταν παντρευτούμε, θα φύγεις απ’ το θέατρο, δεν μπορώ εγώ να ‘χω τη γυναίκα μου στη σκηνή και να σου βλέπουν τα πόδια και να μ@@@@@@@@@@ι». Η Σπεράντζα όμως δεν μπορούσε να αφήσει το θέατρο και έτσι η σχέση τους τελείωσε οριστικά. Λίγο αργότερα, το 1965 η Βρανά δέχτηκε το προσκλητήριο του γάμου του Βουτσά με την ηθοποιό Έρρικα Μπρόγιερ, όμως δεν του κράτησε κακία. Οι σχέσεις των δυο ηθοποιών έφτιαξαν με τα χρόνια.
Σχέση ζωής μέχρι το τέλος!
Αργότερα γνώρισε τον τραγουδιστή Παύλο Πατάκα, τον άνθρωπο που έμελλε να γίνει ο μεγάλος σύντροφος της ζωής της. Παντρεύτηκαν το 1966 και έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό της. Παρά τις δυσκολίες, τις οικονομικές πιέσεις και τα προβλήματα υγείας, ο Πατάκας στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος. Η ίδια είχε δηλώσει πολλές φορές ότι ο Πατάκας ήταν «ο άντρας που την άντεξε πραγματικά». Η Σπεράντζα Βρανά είχε βρει πια τον μεγάλο και τελευταίο έρωτά της. Από το 1968 και για μια εξαετία έζησε στο εξωτερικό. Εργάστηκε ως τραγουδίστρια, με τον σύζυγό της, σε νυχτερινά κέντρα της Νέας Υόρκης, του Τορόντο και του Μόντρεαλ, του Λονδίνου, του Κέιπ Τάουν. Αλλά κι όταν επέστρεψε, συνέχισε τις εμφανίσεις σε θέατρα με τους Κώστα Καρρά, Ελένη Ερήμου, παράλληλα με εμφανίσεις σε επιθεώρηση πίστας στο «Βαριετέ» της Πλάκας, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ήταν συνθιασάρχης με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Θανάση Βέγγο, Στάθη Ψάλτη. Δες ένα βίντεο – αφιέρωμα στην ζωή της στην εκπομπή της Ζήνας Κουτσελίνη:
Ο άγνωστος γιος της
Ο Νίκος Χωματιανός είναι ο “άγνωστος”, για πολλούς υιοθετημένος γιος της Σπεράντζας Βρανά, είναι το παιδί που δεν απέκτησε ποτέ. Τον μεγάλωσε από ενός έτους αλλά τον υιοθέτησε στα 32 του. “Η ίδια προσπάθησε να με υιοθετήσει νωρίτερα, αλλά δεν γινόταν λόγω της μικρής τότε ηλικίας, λόγω περιουσιακών της στοιχείων και λόγω επαγγέλματος” έχει πει ο γιος της αξέχαστης ηθοποιού σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του. Η Σπεράντζα Βρανά ήθελε να αποκτήσει πολύ ένα παιδί γιατί η ίδια δεν είχε οικογένεια, ήθελε να δώσει χαρά σ’ ένα παιδί γι’ αυτό και επέμενε στην υιοθεσία του Νίκου. Ο ίδιος μεγάλωσε μέχρι την εφηβεία του με την ηθοποιό, τον άντρα της, Παύλο και με την βιολογική του μητέρα, η οποία βοηθούσε την Σπεράντζα στις δουλειές της και ήταν φίλες. “Τις εκτιμώ και τις αγαπώ και τις δυο το ίδιο. Ακόμα και ο Παύλος μου φέρθηκε , όπως η Σπεράντζα: σαν γονιός μου, σαν πατέρας.” τόνισε ο Νίκος Χωματιανός, οποίος έχει πια το ίδιο επίθετο με την θετή του μητέρα.
Η σχέση με το σεξ και την κοινωνία
Η Σπεράντζα Βρανά θεωρήθηκε προκλητική για την εποχή της. Μιλούσε ανοιχτά για το σεξ, τους άντρες, την επιθυμία και τις κοινωνικές υποκρισίες. Αυτό σόκαρε ένα μεγάλο κομμάτι της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας. Η ίδια όμως δεν ενδιαφερόταν να γίνει αρεστή στους «καθωσπρέπει». Υπερασπιζόταν πάντα τις γυναίκες που ζούσαν έξω από τους κοινωνικούς κανόνες. Έλεγε πως η κοινωνία ήταν σκληρή με τις γυναίκες που εξέφραζαν ελεύθερα τη σεξουαλικότητά τους. Γι’ αυτό και πολλοί τη χαρακτήριζαν «φεμινίστρια χωρίς να το δηλώνει». Ήταν μια γυναίκα που διεκδικούσε το δικαίωμα να ζει όπως θέλει, χωρίς απολογίες. Δείτε συνέντευξή της στην εκπομπή “Αργά” στο STAR με τον Νίκο Μαστοράκη:
Το σοβαρό τροχαίο και τα τελευταία χρόνια της ζωής της
Το 2000 η ζωή της άλλαξε δραματικά. Ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα επιβάρυνε σημαντικά την υγεία της. Από τότε αντιμετώπισε σοβαρά κινητικά προβλήματα και καθηλώθηκε σε αναπηρικό καροτσάκι. Για μια γυναίκα τόσο δραστήρια και γεμάτη ενέργεια, αυτή η αλλαγή ήταν πολύ δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά δεν έχασε ποτέ το χιούμορ και την ευθύτητά της. Συνέχισε να δίνει συνεντεύξεις, να γράφει και να σχολιάζει την επικαιρότητα με τον γνωστό αιχμηρό της τρόπο. Οι δημόσιες εμφανίσεις της λιγόστεψαν, όμως παρέμενε μια εμβληματική μορφή του ελληνικού πολιτισμού. Πολλοί νεότεροι ηθοποιοί τη θεωρούσαν θρύλο της επιθεώρησης. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1999 στην ταινία των Ρέππα-Παπαθανασίου «Safe Sex». Δες το βίντεο:
Η Σπεράντζα Βρανά πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 2009 από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 81 ετών. Ο θάνατός της προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και στο κοινό που τη θυμόταν ως μία από τις τελευταίες αυθεντικές μορφές της παλιάς Ελλάδας του θεάτρου. Οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά αφιερώματα μιλούσαν για μια γυναίκα που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι ο εαυτός της. Μια γυναίκα που έζησε χωρίς να υποκρίνεται.
Η κληρονομιά που άφησε


Η Σπεράντζα Βρανά ήταν φαινόμενο. Ήταν η λαϊκή γυναίκα που παλεύει, αγαπά, συγκρούεται και επιβιώνει, το κοινό την ένιωθε δική του γιατί δεν έμοιαζε ψεύτικη. Σήμερα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής επιθεώρησης και του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Οι ταινίες της συνεχίζουν να προβάλλονται, τα βιβλία της διαβάζονται ακόμη και οι ατάκες της παραμένουν ζωντανές στη λαϊκή μνήμη. Η ίδια είχε πει κάποτε: «Δεν μετάνιωσα που έζησα όπως ήθελα. Μετάνιωσα μόνο για όσα δεν τόλμησα». Και ίσως αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη ζωή της Σπεράντζας Βρανά — μιας γυναίκας που τόλμησε να ζήσει χωρίς μάσκα, χωρίς φόβο και χωρίς συμβιβασμούς.


">
">
">
">
">
">
">
">