Αν ο Νότης Σφακιανάκης γινόταν έξαλλος με τους θαμώνες των μαγαζιών του όταν ανέβαιναν να χορέψουν πάνω στην πίστα και τους κατέβαζε κάτω, ο Στράτος Διονυσίου το είχε σχεδόν επιβάλλει αυτό το απαγορευτικό στα μαγαζιά που ήταν πρώτο όνομα. Σπάνια μπορούσε να ανέβει κάποιος επάνω – κυρίως στο πρώτο του πρόγραμμα – όταν ο Στράτος έλεγε τις επιτυχίες του και μόνο που τους κοίταγε… τέλος.

Λίγο πριν βγει να τραγουδήσει ο Στράτος Διονυσίου, για να ετοιμαστεί, ήθελε ολόκληρη ιεροτελεστία, για αυτό και πήγαινε πολύ νωρίς στο μαγαζί, για να χαλαρώσει και να είναι όλα στην εντέλεια πριν την εμφάνισή του. Με πουκάμισο και παντελόνι άψογα σιδερωμένο στην ραφή για να γίνει σωστά η τσάκιση, με παπούτσια γυαλισμένα με βερνίκι που έβλεπες το πρόσωπό σου, και απαραίτητο αξεσουάρ το ποσέ μαντηλάκι, ίδιο χρώμα με την γραβάτα, ο Στράτος Διονυσίου ήταν όντως από τους πιο καλοντυμένους καλλιτέχνες που έβγαινε “του κουτιού”, ατσαλάκωτος…

Ο μεγάλος βάρδος του λαϊκού τραγουδιού, μόλις χθες στις 11/5 πριν από 36 χρόνια, άφησε την τελευταία πνοή του, ενώ ήδη ήταν έτοιμα τα νέα τραγούδια του και εμφανιζόταν στο δικό του νυχτερινό κέντρο “Στράτος”. Η σωρός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και στους δρόμους γύρω από το Α’ Νεκροταφείο γινόταν το αδιαχώρητο μιας και χιλιάδες κόσμου ήθελε να τον αποχαιρετίσει από κοντά με ένα τριαντάφυλλο στο χέρι και με ένα τραγούδι: “Φίλε έφυγε ο Στράτος και παρέλυσε το κράτος. Η νυχτερινή ζωή έγινε άχαρη πολύ” τραγουδούσαν όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί, ενώ τα μπουζούκια που τον συνόδευαν στην πίστα, τον συνόδεψαν και στην τελευταία του κατοικία…

“Σιχαίνομαι τις ξεσκονίστρες και αγαπάω τους μπεσαλήδες” έλεγε όταν τον ρωτούσαν, όπου “ξεσκονίστρες” όλοι αυτοί που έγλειφαν παπούτσια και έκαναν δημόσιες σχέσεις για να πάνε μπροστά. Ο Στράτος Διονυσίου υπήρξε μπεσαλής και μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Με τη βαθιά, δωρική φωνή του, τη χαρακτηριστική παρουσία του και μια ζωή γεμάτη έντονες συγκινήσεις, επιτυχίες, δυσκολίες και προσωπικές δοκιμασίες, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Τραγούδια όπως «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», «Της γυναίκας η καρδιά», «Ο Σαλονικιός», «Τα πήρες όλα κι έφυγες» και άλλα πολλά, εξακολουθούν να συγκινούν και να μεγαλώνουν συνέχεια πολλές γενιές ακροατών.

Βάσανα, πείνα και φτώχεια

Ο Στράτος Διονυσίου γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1935 στη Νιγρίτα και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σε μια πολυμελή και οικονομικά ταπεινή οικογένεια. Ο πατέρας του, ήταν ιεροψάλτης με καταγωγή από τη Τουρκία, και η μητέρα του από τον Πόντο, πάλευαν καθημερινά για την επιβίωση των παιδιών τους. Λόγω του μπαμπά του, οι βυζαντινοί ύμνοι που άκουγε από μικρός άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν και απέδιδε αργότερα το τραγούδι. Η οικογένειά του, όπως και πολλές άλλες εκείνη την εποχή, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Από μικρός γνώρισε τη σκληρότητα της ζωής. Αναγκάστηκε να εργαστεί σε διάφορες δουλειές για να τους βοηθήσει οικονομικά. Το 1947, σε ηλικία δώδεκα ετών, εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή του Επταλόφου στους Αμπελόκηπους. Εκεί, ο μικρός Στράτος αναγκάστηκε να βγει γρήγορα στη βιοπάλη, ειδικά μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του την επόμενη χρονιά. Δούλεψε σκληρά ως μικροπωλητής, εργάτης και ράφτης, προσπαθώντας να ταίσει πολλά στόματα στην οικογένεια, πριν ανακαλύψει ότι η φωνή του μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα του. Παρά τις αντιξοότητες, το πάθος του για το τραγούδι ήταν φανερό. Άρχισε να τραγουδά αμισθί σε διάφορα νυχτερινά κέντρα της πόλης, δείχνοντας από νωρίς το εξαιρετικό του ταλέντο. Η στιβαρή του φωνή, με τη χαρακτηριστική βυζαντινή δωρικότητα και την απαράμιλλη βραχνάδα, κέρδισε τις καρδιές εκατομμυρίων Ελλήνων.

Η ζωή του, ωστόσο, δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Γεμάτη δυσκολίες, πάθη, ακόμα και την τραυματική εμπειρία της φυλακής, η πορεία του διαμόρφωσε τον θρύλο που έμελλε να γίνει.

Η είσοδος στο τραγούδι

Η επαφή του με τη μουσική έγινε σχεδόν τυχαία. Σε νεαρή ηλικία τραγουδούσε σε παρέες και μικρά κέντρα της Θεσσαλονίκης, εντυπωσιάζοντας όσους τον άκουγαν. Η βαθιά και αυθεντική λαϊκή χροιά του δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 κατέβηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε να συνεργάζεται με σημαντικούς δημιουργούς της εποχής. Το πρώτο του μεγάλο βήμα έγινε όταν ηχογράφησε τραγούδια που αγαπήθηκαν αμέσως από το κοινό, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εντυπωσιακή καριέρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η ζωή του πήρε μια καθοριστική τροπή, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Το 1955, σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τον παιδικό του έρωτα, τη Γεωργία Λαβένη, με την οποία έμελλε να αποκτήσουν τέσσερα παιδιά. Την ίδια περίοδο, έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στο κέντρο “Φαρίντα” της Θεσσαλονίκης, όπου η φωνή του άρχισε γρήγορα να κεντρίζει την προσοχή του κοινού και των επαγγελματιών του χώρου.

Η απογείωση της καριέρας του με τις μεγάλες επιτυχίες

Τη δεκαετία του 1970 ο Στράτος Διονυσίου καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους λαϊκούς ερμηνευτές της χώρας. Συνεργάστηκε με σπουδαίους συνθέτες και στιχουργούς, όπως ο Άκης Πάνου, ο Τάκης Μουσαφίρης, ο Μίμης Πλέσσας και ο Χρήστος Νικολόπουλος. Η δισκογραφία του είναι γεμάτη αριστουργήματα. Το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», που ακούστηκε στην ταινία “Ορατότης μηδέν” με τον Νίκο Κούρκουλο που γράφτηκε σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Μίμη Πλέσσα, έγινε ύμνος του λαϊκού τραγουδιού και ταυτίστηκε απόλυτα με τη φωνή του. Το ίδιο συνέβη και με τραγούδια όπως «Ο Παλιατζής», «Ο Σαλονικιός», «Άκου βρε φίλε», “Αφιλότιμη» και «Τα πήρες όλα κι έφυγες». Δες την πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας “Ορατότης μηδέν” με τον Κούρκουλο στο ζειμπέκικο “Βρέχει φωτιά στην στράτα μου”:

Η ερμηνεία του Στράτου ήταν γεμάτη αυθεντικότητα. Δεν τραγουδούσε απλώς, ερμήνευε την κάθε λέξη. Αυτή η αλήθεια ήταν που τον έκανε τόσο αγαπητό στο κοινό. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος σε σπάνιες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις, ο δρόμος προς την κορυφή δεν ήταν εύκολος. Μιλούσε ανοιχτά για τις σκληρές αλήθειες του χώρου, τονίζοντας πως η καταξίωση απαιτούσε σκληρή δουλειά, αφοσίωση, αλλά και την ικανότητα να παραμένει κανείς αυθεντικός απέναντι στο κοινό του. Η ντομπροσύνη του, άλλωστε, ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που τον έκαναν αγαπητό στον κόσμο. Δες μια σπάνια συνέντευξή του στον Τάσο Κουτσοθανάση το 1969 που είχε δώσει μέσα στο σπίτι του:

Η περιπέτεια με τα ναρκωτικά και η εγγραφή δίσκου ενός φυλακισμένου

Παρά τη μεγάλη του επιτυχία, η ζωή του δεν ήταν ανέφελη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρές δικαστικές περιπέτειες που συνδέθηκαν με υποθέσεις ναρκωτικών. Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα και έθεσε προσωρινά σε κίνδυνο την καριέρα του. Σε μια περίοδο που βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, ενεπλάκη σε μια υπόθεση που συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Αρχικά προφυλακίστηκε μετά την ανεύρεση λαθραίων τσιγάρων, όπλου και ναρκωτικών στο αυτοκίνητό του, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα. Σε δίκη που πραγματοποιήθηκε το 1974, αθωώθηκε για το όπλο και τα λαθραία τσιγάρα. Ωστόσο, η δικαστική του περιπέτεια δεν είχε τελειώσει.

Στις 9 Απριλίου 1975 κάθισε και πάλι στο εδώλιο, αυτή τη φορά για την κατηγορία του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Στις 30 Μαΐου 1975, η απόφαση του δικαστηρίου έσκασε σαν βόμβα στην ελληνική κοινωνία. Ο Στράτος Διονυσίου καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης και τρία χρόνια εξορίας στα Γιάννενα. Οδηγήθηκε στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας, όπου παρέμεινε μέχρι το Πάσχα του 1976, οπότε και αποφυλακίστηκε μετά από αναψηλάφηση της δίκης. Ο ίδιος ο τραγουδιστής, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιπέτειάς του αλλά και αργότερα, υποστήριζε σθεναρά την αθωότητά του. Έκανε λόγο για σκευωρία και προσπάθεια εξόντωσής του, δηλώνοντας σε συνεντεύξεις του πως η καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα «ενός παραστρατήματος ή μιας συκοφαντίας» που στήθηκε από ανθρώπους που ήθελαν να ανακόψουν την πορεία του. Αυτή την άποψη ενστερνίζονται και τα παιδιά του. Σε πρόσφατες συνεντεύξεις τους, ο Άγγελος και ο Στέλιος Διονυσίου αναφέρθηκαν στην αδικία που βίωσε ο πατέρας τους. Ο Άγγελος δήλωσε χαρακτηριστικά ότι ήταν άδικο που μπήκε στη φυλακή, σημειώνοντας πως ομολόγησε την καταδίκη του από την καλή του την καρδιά, γιατί πίστεψε λάθος ανθρώπους. Ο Στέλιος πρόσθεσε πως ο πατέρας του ήταν τόσο ντόμπρος, που αν πραγματικά έφταιγε σε κάτι, θα έβγαινε να το παραδεχτεί δημόσια.

Τέσσερις εβδομάδες στο Γεντί Kουλέ, ενάμιση μήνα στην Κέρκυρα και Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας, αυτό είναι το σεργιάνι του Στράτου Διονυσίου στα σωφρονιστικά ιδρύματα του τόπου. Η κατάληξη είναι σαφώς ευνοϊκότερη από πολλές απόψεις. Δεν είναι τυχαίο πως εκεί θα ηχογραφηθεί κι ένας ολόκληρος δίσκος, γεγονός πρωτόγνωρο στα χρονικά της ελληνικής αλλά και παγκόσμιας δισκογραφίας. Ακόμα και μέσα στη φυλακή, η σχέση του με τη μουσική και το κοινό του δεν διακόπηκε. Σε μια άκρως συγκινητική στιγμή της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού, ο Μίμης Πλέσσας μπήκε στις φυλακές για να ηχογραφήσουν νέα κομμάτια, αποδεικνύοντας τη βαθιά εκτίμηση που έτρεφε ο καλλιτεχνικός κόσμος για το πρόσωπό του παρά την καταδίκη του. Δεν είναι μια εμφάνιση στη φυλακή, είναι η εγγραφή ενός φυλακισμένου… και μάλιστα με τη συμμετοχή κορυφαίων συντελεστών. Ο Άγγελος Διονυσίου θυμάται: «Στην Τίρυνθα ο Στράτος δεν έχασε την αρχοντική του συμπεριφορά. Συχνά μας μιλούσε για φύλακες και συγκρατούμενούς του, μας γνώριζε σε αυτούς. Τον αντιμετώπιζαν σαν κάτι ξεχωριστό. Ήταν και αγαπητός σαν άνθρωπος. Μετρημένος αλλά φιλικός χαρακτήρας. Με τα αστεία του, τα ανέκδοτά του. Αυτό δε σημαίνει πως δεν ένιωθε πληγωμένος. Τον έχω αντικρίσει δακρυσμένο. Ήμουν παρών στην ηχογράφηση αυτού του δίσκου. Θυμάμαι τα στρώματα στους τοίχους, την αγωνία των τεχνικών, τον μαέστρο… και τον Στράτο που μπροστά στο μικρόφωνο δεν καταλάβαινε τίποτα». Δες την συνέντευξη του Άγγελου και του Στέλιου Διονυσίου στο Στούντιο 4 της ΕΡΤ που μιλούσαν για την φυλάκιση του πατέρα τους:

Ο ίδιος υποστήριζε μέχρι τέλους ότι είχε αδικηθεί. Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, το κοινό δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Αντίθετα, η επιστροφή του στις πίστες υπήρξε θριαμβευτική. Ο κόσμος τον υποδέχθηκε με ακόμη μεγαλύτερη αγάπη, αποδεικνύοντας ότι η σχέση του με το κοινό ήταν βαθιά και αδιαπραγμάτευτη.

Το σκληρό συμβόλαιο και η ρήτρα με την MINOS

Η αποφυλάκισή του το 1976 συνοδεύτηκε από μια αρχική περίοδο απόρριψης από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Οι πόρτες που κάποτε ήταν ορθάνοιχτες, τώρα φαίνονταν κλειστές. Όμως, το πείσμα και η μοναδική του φωνή δεν θα μπορούσαν να τον κρατήσουν για πολύ μακριά από την κορυφή. Την «επιστροφή» κατάφερε τελικά να την κάνει με την εταιρεία «MINOS», με τον Μίνωα Μάτσα όμως να είναι και αυτός διστακτικός. Γι’ αυτό και του έβαλε περιοριστικούς όρους στο συμβόλαιο. Όπως; Αν ο πρώτος δίσκος που θα κάνανε δεν ξεπερνούσε τις 30.000 πωλήσεις, η συνεργασία τους θα σταματούσε. Σε διαφορετική περίπτωση θα βγάζανε άλλους δύο δίσκους με τους ίδιους όρους.

Το comeback του όμως παρόλα αυτά, υπήρξε ίσως το πιο εντυπωσιακό στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Συνεργάστηκε με σπουδαίους δημιουργούς, όπως ο Τάκης Μουσαφίρης και ο Αλέκος Χρυσοβέργης, και κυκλοφόρησε δίσκους που έσπασαν κάθε ρεκόρ πωλήσεων. Τραγούδια όπως τα «Υποκρίνεσαι», «Τα πήρες όλα», «Άκου βρε φίλε», «Ο Σαλονικιός» και πολλά άλλα, έγιναν ύμνοι και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα με το ίδιο πάθος. Δες σπάνιες ερμηνείες και συνεντεύξεις από το αρχείο της ΕΡΤ:

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η επιτυχία του ήταν τεράστια, καταφέρνοντας να συσπειρώσει ξανά το κοινό του. Η αποδοχή του ήταν τόσο καθολική, που στα τέλη της δεκαετίας, και πιο συγκεκριμένα το 1987, άνοιξε το δικό του νυχτερινό κέντρο στην οδό Φιλελλήνων στην Αθήνα. Το κέντρο Στράτος, αν και μικρό σε χωρητικότητα, έγινε το απόλυτο στέκι της αθηναϊκής νύχτας, με τον ίδιο να κυριαρχεί απόλυτα και να απολαμβάνει τον σεβασμό συναδέλφων και θαυμαστών που περνούσαν από εκεί για να τον δουν. Σε μια σπάνια τηλεοπτική του συνέντευξη στην ΕΡΤ εκείνη την περίοδο, όντας πλέον στο απόγειο της αναγνώρισής του, μίλησε για τη σχέση του με το κοινό, τη χαρά που του έδινε η σκηνή, αλλά και την ανάγκη να παραμένει απλός και προσιτός, παρά τη δόξα του. “Από καθιστός πάνω στην πίστα έγινα τραγουδίστρια, γιατί εκείνη την εποχή ήταν υποτιμητικό για έναν άντρα να σηκωθεί από την καρέκλα” έλεγε χαριτολογώντας με το καυστικό χιούμορ του.

Πέρα από το τραγούδι, ο Στράτος Διονυσίου ήταν ένας άνθρωπος με έντονα πάθη. Λάτρευε τον αθλητισμό και, αν και ήταν γνωστός φίλαθλος του ΠΑΟΚ, με τον οποίο είχε φωτογραφηθεί συχνά τη δεκαετία του 1960, η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν γενικότερη, “όπου πήγαινε ο ΠΑΟΚ πήγαινα και εγώ” έλεγε τότε ο Στράτος Διονυσίου. Είναι χαρακτηριστικό πως στα τέλη της δεκαετίας του 1960 απέκτησε μόνιμη θέση στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, παρακολουθώντας τακτικά τους αγώνες του Παναθηναϊκού. Η αγάπη του αυτή μάλιστα πέρασε και στα παιδιά του, καθώς και οι τρεις γιοι του δηλώνουν φίλαθλοι του Παναθηναϊκού. Επιπλέον, είχε εμπλακεί και διοικητικά με το ποδόσφαιρο, διατελώντας γενικός αρχηγός του Αθηναϊκού τη δεκαετία του 1970. Ένα άλλο μεγάλο πάθος του Στράτου ήταν οι ιπποδρομίες. Περνούσε πολλές ώρες στον ιππόδρομο, είχε τα δικά του άλογα, περισσότερα από 20, τα φρόντιζε και τα αγαπούσε πολύ, ενώ είχε δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς με τον συγκεκριμένο χώρο. Αυτή η αγάπη του, τραγικά, συνδέθηκε και με τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.

Οι έρωτες και ο γάμος με τη Γεωργία

Στράτος

Ο Στράτος Διονυσίου υπήρξε άνθρωπος παθιασμένος και έντονος. Η ζωή του χαρακτηριζόταν από μεγάλες συγκινήσεις και ισχυρούς δεσμούς. Σταθερός πυλώνας στη ζωή του όμως ήταν η σύζυγός του, Γεωργία Διονυσίου. Ο γάμος τους άντεξε στον χρόνο, παρά τις δυσκολίες που έφερε η νυχτερινή ζωή, η δημοσιότητα και οι πειρασμοί της επιτυχίας. Όσοι γνώριζαν το ζευγάρι μιλούσαν για μια σχέση με αγάπη, εντάσεις και βαθύ αλληλοσεβασμό. Κατά καιρούς ακούστηκαν φήμες για σύντομες περιπέτειες, κάτι σχεδόν αναπόφευκτο για έναν καλλιτέχνη της ακτινοβολίας του. Ωστόσο, αν και ένας ήταν ο μεγάλος έρωτας που μπήκε στην ζωή του, η οικογένεια παρέμεινε πάντα το κέντρο της ζωής του. Ο Στράτος και η Γεωργία απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Άγγελο Διονυσίου, τον Στέλιο Διονυσίου, τον Διαμαντή Διονυσίου και τη Τασούλα Διονυσίου.

Τρεις από τους γιους του ακολούθησαν επαγγελματικά το τραγούδι, διατηρώντας ζωντανή την καλλιτεχνική του παρακαταθήκη. Ιδιαίτερα ο Άγγελος, ο Στέλιος και ο Διαμαντής έχουν ερμηνεύσει πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες του πατέρα τους, συγκινώντας το κοινό και υπενθυμίζοντας τη διαχρονική αξία των τραγουδιών του. Ο Στράτος ήταν ιδιαίτερα δεμένος με τα παιδιά του. Παρά τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, προσπαθούσε να είναι παρών στη ζωή τους και να τους μεταδώσει αξίες όπως η εργατικότητα, η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός.

Ο μεγάλος έρωτας με την Μαρίνα Βλαχάκη και οι αντιπαραθέσεις

Ο Στράτος Διονυσίου γνώρισε την Μαρίνα Βλαχάκη όταν εκείνη δούλευε στα «Δειλινά», είχε πάει ως πελάτης και έτυχε να την ακούσει. Την επόμενη σεζόν, αρχές δεκαετίας του ’80, εκείνη βρισκόταν στο μουσικό σχήμα της «Φαντασίας» με Διονυσίου, Βοσκόπουλο, Λίτσα Διαμάντη, Δούκισσα, Μιχάλη Μενιδιάτη αλλά και με τους ανερχόμενους τότε Νίκο Νομικό και Θέμη Αδαμαντίδη. Εκείνη η περίοδος ήταν η αρχή της χρυσής εποχής του Στράτου. Πάντοτε είχε μια παρτενέρ, όμως, για καλή της τύχη, τον καιρό εκείνο δεν είχε, με αποτέλεσμα να αναζητά μια καινούργια. Η μόνη κοπέλα που έκανε δεύτερες φωνές ήταν η Μαρίνα Βλαχάκη. “Σε μία από τις πρόβες που κάναμε με τα τραγούδια του Στράτου ήρθε και μας παρακολουθούσε χωρίς να τον έχουμε δει. Άκουγε μόνο μια δεύτερη γυναικεία φωνή, που ήταν η δική μου, και ήθελε να δει σε ποια ανήκε. Κάποια στιγμή στάθηκε δίπλα μου ‒εμένα μού κόπηκαν τα πόδια‒ και είπε: «Παιδιά, σταματήστε». Άρπαξε το μικρόφωνο και ξεκίνησε να τραγουδά το «Υποκρίνεσαι», αυτό το τεράστιο κομμάτι του Τάκη Σούκα, κι εγώ του έκανα δεύτερη φωνή. Όταν τελειώσαμε, γύρισε και μου είπε: «Το ξέρεις ότι κάνεις ωραίες δεύτερες φωνές;». Και λίγο αργότερα, μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό του ύφος: «Από σήμερα εσύ θα είσαι η παρτενέρ μου». Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα” έχει πει η Μαρίνα Βλαχάκη σε συνέντευξή της στην LIFO.

Η ιστορία λέει πως ερήμην του Στράτου η Βλαχάκη ήταν έτοιμη να κυκλοφορήσει δίσκο σε άλλη εταιρεία, πληρώνοντας μάλιστα μόνη της την παραγωγή, μέχρι που το έμαθε ο μέντοράς της στο τραγούδι και το σχέδιό της ναυάγησε. Τον χειμώνα του 1986 προς ’87 τελικά η Βλαχάκη πείθεται από τον Διονυσίου, να κάνει τον πρώτο της προσωπικό δίσκο στη Minos με τραγούδια που θα της έγραφαν καταξιωμένοι δημιουργοί όπως ο Τάκης Σούκας, ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης. Ένα πρώτο ραντεβού έγινε στο σπίτι του Σούκα με τους τρεις τους, αφού ο Διονυσίου ήθελε να έχει την εποπτεία του υλικού. Το πρώτο κομμάτι που τους έβαλε ο Σούκας και άκουσαν ήταν το περίφημο «Κράτησέ με» ως demo με τη δική του φωνή. Όταν κάποια στιγμή ο συνθέτης πετάχτηκε μέχρι την κουζίνα του, ο Διονυσίου γύρισε και είπε της Βλαχάκη: «Είσαι τυχερή. Το τραγούδι αυτό θα σου μείνει προίκα». Το «Κράτησέ με» ήταν και το πρώτο τραγούδι που θα ηχογραφούσαν ντουέτο τον Ιούνιο του 1987. Ξεκινάει η εγγραφή και η τραγουδίστρια εντυπωσιάζεται με τις ατέλειωτες ανάσες του Διονυσίου. «Αχ, μωρέ Στράτο» του λέει, «πού να σε φτάσω εγώ με τέτοια ανάσα;», για να εισπράξει την καθησυχαστική του απάντηση: «Τόσα χρόνια δίπλα μου σε τόσα τραγούδια, λες να μην ξέρω εγώ αν εσύ έχεις ανάσα ή όχι;». Το τραγούδι αυτό σε μουσική του Σούκα και σε στίχους της Σμαρούλας Μαραγκουδάκη έμελλε όντως να γίνει «προίκα» της Βλαχάκη, ακριβώς όπως είχε διαβλέψει ο Διονυσίου. Ένα ερωτικό λαϊκό ντουέτο που σημείωσε τεράστια επιτυχία, «συμπαρασύροντας» και τα υπόλοιπα κομμάτια του άλμπουμ, σαν το «Εσένα σκέφτομαι» και κυρίως το «Ήρθα κοντά σου», το μοναδικό τραγούδι σε μουσική του Διονυσίου και σε στίχους του Γιώργου Κλεφτογιώργου.

«Το ερωτικό ήρθε μετά από λίγους μήνες. Δεν ήμουν η κοπέλα τότε που μπήκα σε ένα ζευγάρι και τους διατάραξα την οικογενειακή τους γαλήνη, γιατί ήταν γνωστή η ζωή του Στράτου και πριν από εμένα. Ευτυχώς στην παράσταση αναφέρεται αυτό και διευκρινίζεται, ότι η ζωή του Στράτου ήταν η ίδια και πριν γνωρίζει εμένα” δήλωνε η Μαρίνα Βλαχάκη καλεσμένη στο “Πρωινό” μιλώντας για την ζωή της με τον Στράτο Διονυσίου και την παράσταση “Τα πήρες όλα και έφυγες” για την ζωή του στο Παλλάς που είχε τεράστια επιτυχία. «Επιτρέπεται να γίνονται αφιερώματα εδώ και 35 χρόνια και να μην αναφέρεται ούτε το όνομά μου; Έμαθα ότι θα γίνει παράσταση για τον Στράτο και ότι θα με υποδυθεί η Χρύσα Κλούβα, ένα μήνα πριν την παράσταση και μένω εμβρόντητη. Στέλνω μια επιστολή στο Παλλάς, επικοινώνησαν μαζί μου, κάναμε δύο ραντεβού, συμφωνήσαμε, υπέγραψα ότι παραχωρώ το όνομά μου και έτσι έγινε η παράσταση», πρόσθεσε η Μαρίνα Βλαχάκη.

“Δεν μου είχε βάλει κόκκινες γραμμές. Ο Στράτος Διονυσίου όταν τον γνώρισα εγώ ήταν και με μια άλλη γυναίκα. Ανέκαθεν είχε μακροχρόνιες σχέσεις. Επειδή δεν είναι και στη ζωή, έχω πάψει πλέον να τα λέω αυτά. Ήμασταν σχεδόν 10 χρόνια μαζί. Επειδή δεν είναι στη ζωή, δεν μπορώ να τα πω αυτά γιατί δεν είναι εδώ να επιβεβαιώσει αυτά που λέω εγώ», συνέχισε η Μαρίνα Βλαχάκη. Δες βίντεο από το “Πρωινό”:

«Όταν πήγα στην κηδεία, ήταν όλοι φιλικότατοι, με κάλεσε η σύζυγος και στο τραπέζι, είχαμε μια φιλική επαφή. Τελευταία φορά που είχα δει τη μητέρα τους ήταν στο μνήμα, όπου είχαμε μια πολύ φιλική συζήτηση. Την πήρα με το αυτοκίνητό μου, την πήγα στο σπίτι της, δεν την ξαναείδα από τότε τη γυναίκα. Τον μόνο που βλέπω κατά καιρούς είναι ο Στέλιος, ο οποίος είναι πάρα πολύ φιλικός μαζί μου. Το εμπάργκο που έγινε μετά δεν το κατάλαβα ποτέ», εξομολογήθηκε στη συνέχεια η Μαρίνα Βλαχάκη μιλώντας για την επίθεση που έχει δεχτεί εκείνη πολλές φορές από τα παιδιά του.

Ενώ σε άλλη συνέντευξή της έχει πει: “Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι τα παιδιά του, επί σειρά ετών, μου κάνουν καλλιτεχνικό πόλεμο. Ευτυχώς, ο κόσμος βλέπει, ακούει και καταλαβαίνει”. Τι να σας πω! Το μόνο που θέλω να πω είναι αυτό που λένε οι ψυχολόγοι. Όταν κάποιος σε πολεμά, πίσω απ’ αυτό κρύβεται φόβος. Αν αυτό ισχύει, δεν μπορώ να κατανοήσω ποιος είναι ο φόβος τους. Αν ο Στράτος ζούσε και του έκαναν αφιέρωμα, ποια θα καλούσε πρώτη; Εμένα, σας το υπογράφω. Εργάζομαι από μικρή ηλικία και έχω καταφέρει να έχω μια πολύ αξιόλογη πορεία, θέλω να πιστεύω. Και, δυστυχώς, διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι αυτοί προσπαθούν να ακυρώσουν αυτό που είμαι”.

Η περιπέτεια με την υγεία του που δεν ξέραμε

Ωστόσο η Μαρίνα Βλαχάκη είχε μιλήσει και για μια περιπέτεια που είχε περάσει με την υγεία του ο Στράτος Διονυσίου όταν ακόμα ήταν ζευγάρι: «Το 1987 ο Στράτος Διονυσίου είχε ένα πρόβλημα υγείας. Δεν ξέρω αν κάνει να πούμε την αρρώστια. Ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα και όταν βγήκαν οι εξετάσεις είπε ο γιατρός ότι είναι 70% πιθανότητα να είναι αυτό και 30% να είναι κάτι πιο σοβαρό. Πήγαμε κάναμε εξετάσεις και ήταν το καλό σενάριο. Έλα όμως που εμένα με έτρωγε το 30%. Τον βουτάω και πάμε στο Λονδίνο. Κάναμε εξετάσεις, ήταν όντως το 70%, γυρνάμε και ξεκινάει αγωγή για 8 μήνες, το ξεπέρασε και είχε βελτίωση πολύ πιο πριν από ό,τι περίμεναν οι γιατροί», αποκάλυψε στη συνέχεια η Μαρίνα Βλαχάκη.

“Την τελευταία φορά που τον είδα από κοντά ήταν όταν είχαμε πάει μαζί στην εταιρεία Minos. Τότε είχα αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι η φωνή του, η όψη του, έδειχνε λίγο καταβεβλημένος. Του είπα: «Στράτο, δεν σε βλέπω καλά». Εκείνος, βέβαια, με καθησύχασε λέγοντας μου: «Μη στενοχωριέσαι, τώρα που θα πάω Αμερική, θα κάνω γενικό τσεκ-απ και θα τα δω όλα εκεί». Ξέρετε, τα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής του ο Στράτος έμενε στο ξενοδοχείο «Χανδρής».

Μάγκας και κιμπάρης… Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του περιγράφουν έναν άνθρωπο αυθεντικό, γενναιόδωρο και συχνά αυστηρό. Είχε έντονη προσωπικότητα ο Στράτος Διονυσίου και δεν δίσταζε να εκφράζει τη γνώμη του. Ήταν όμως και βαθιά συναισθηματικός, με ιδιαίτερη αδυναμία στην οικογένεια και στους στενούς φίλους του. Στην πίστα είχε μια σχεδόν επιβλητική παρουσία. Δεν χρειαζόταν υπερβολές. Η φωνή, το βλέμμα και η ερμηνεία του αρκούσαν για να καθηλώσουν το κοινό. Ο Στράτος ήταν σαρωτικός, μια επιβλητική προσωπικότητα στην ζωή του και στην δουλειά του που έμπαινε μέσα στο στούντιο και έγραφε έναν δίσκο μέσα σε 4 ώρες, όταν οι άλλοι καλλιτέχνες ήθελαν μέσο όρο 20 μέρες. Ήταν ένας ροκ σταρ της εποχής του με λαϊκή φωνή που αγαπήθηκε με το μικρό του όνομα!

Ο ξαφνικός θάνατος που συγκλόνισε το Πανελλήνιο

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Στράτος Διονυσίου βρισκόταν ξανά στην κορυφή. Οι εμφανίσεις του γνώριζαν τεράστια επιτυχία και οι νέες ηχογραφήσεις του συνέχιζαν να γίνονται μεγάλες επιτυχίες. Παρέμενε ένας από τους πιο εμπορικούς και αγαπητούς τραγουδιστές της Ελλάδας. Παρά την επιτυχία, το απαιτητικό πρόγραμμα και οι καταχρήσεις του παρελθόντος είχαν επιβαρύνει την υγεία του. Ωστόσο, συνέχιζε να εργάζεται ακούραστα, με την ίδια αφοσίωση στο τραγούδι. Σουίτα 707, εκεί ήταν το καταφύγιο του Στράτου Διονυσίου, τα τελευταία χρόνια όντας χωρισμένος από την Μαρίνα Βλαχάκη, από το δωμάτιό του με τα κυάλια, λίγο πριν πεθάνει είχε δει τον Ιππόδρομο που τόσο αγαπούσε και αποχαιρετούσε τα αγαπημένα του άλογα…

Την προτελευταία μέρα πριν πεθάνει, ήταν στο μαγαζί και τον έπιασε ένας πόνος κάτω απ’ την κοιλιά. Γύρισε στο ξενοδοχείο και κατά τις εννέα το πρωί ο πόνος έγινε φρικτός. Τη στιγμή εκείνη τηλεφώνησε στην Ελένη, την αμπιγιέζ του, για να της πει ότι δεν είναι καλά και να πάει να τον πάρει. Πονούσε τόσο πολύ, που κάλεσε τον γιατρό από τη ρεσεψιόν. Όμως, εκείνος του έδωσε παυσίπονα, λέγοντάς του ότι είχε οσφυαλγία. Δυστυχώς, ο Στράτος είχε ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής. Όταν η Ελένη έφτασε στο ξενοδοχείο, τον έβαλε σε ένα ταξί για να τον πάει στον Ευαγγελισμό που εφημέρευε, για να μην καθυστερήσουν περιμένοντας ασθενοφόρο. Όμως, δεν πρόλαβε. Τη στιγμή που το ταξί ήταν έξω από τη Βουλή ο Στράτος ξεψύχησε στα χέρια της. Ήταν μόλις 55 ετών. Δες ένα μουσικό αφιέρωμα στην ΕΡΤ στην εκπομπή “Πρόβα” της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου το 1987:

Στις 11 Μαΐου 1990, ο Σαλονικιός πέθανε αιφνιδίως στην Αθήνα. Ο θάνατός του συγκλόνισε το πανελλήνιο. Βρισκόταν στο απόγειο της καλλιτεχνικής του πορείας, με αμέτρητα σχέδια για το μέλλον. Κανείς δεν το πίστευε μέχρι την τελευταία στιγμή ότι οι φήμες που είχαν κυριολεκτικά κυκλοφορήσει παντού από το πρωί εκείνης της ημέρας, για τον θάνατο του Στράτου, θα έβγαιναν αληθινές στην συνέχεια, μόλις επιβεβαιώθηκε ο θάνατός του, έκλαψε όλη η Ελλάδα… Η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα με λιποθυμίες και απέραντο θρήνο από επώνυμους και ανώνυμους ανθρώπους. Ήταν ασύλληπτο το πλήθος που συνόδευσε τον αγαπημένο τους τραγουδιστή στην τελευταία του κατοικία, πιθανόν ανάλογος με το πλήθος που είχε αποχαιρετίσει τον Καζαντζίδη αποδεικνύοντας τη βαθιά σχέση που είχε χτίσει με τον κόσμο.

Πάνω από το μνήμα του τα παιδιά του και οι δυο γυναίκες που τον αγάπησαν, η Γεωργία και η Μαρίνα έκλαιγαν τον δικό τους άνθρωπο δίπλα δίπλα, χωρίς να υπολογίζουν εγωισμούς και αντιπαραθέσεις. Δες πλάνα από την κηδεία του:

Ο Στράτος Διονυσίου δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Ζει μέσα στα τραγούδια του, στις μνήμες όσων τον αγάπησαν και στη διαχρονική συγκίνηση που προκαλεί κάθε φορά που ακούγεται η χαρακτηριστική, αξεπέραστη φωνή του.