«Έπαιξα και άλλους ρόλους και την ωραία κυρία… Και τι έγινε; Σιγά, κανείς δεν τους θυμάται. Οι ρόλοι της κακιάς ήταν αυτοί που με καθιέρωσαν» έλεγε η Τασσώ Καββαδία όταν την ρωτούσαν αν μετάνιωσε στην καριέρα της για τον ρόλο της στριμμένης, που την καθιέρωσε στον κόσμο. Δεν είχε άδικο, λίγες ηθοποιοί στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ταυτίστηκαν τόσο απόλυτα με έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλου όσο εκείνη. Για δεκαετίες υπήρξε η αυστηρή πεθερά, η αδίστακτη μεγαλοαστή, η σκληρή μητέρα ή η γυναίκα που συνωμοτούσε για να εμποδίσει τους ήρωες να βρουν την ευτυχία τους. Το κοινό την αγάπησε ακριβώς γι’ αυτούς τους ρόλους, παρότι στις ταινίες συνήθως προκαλούσε θυμό, αγανάκτηση ή φόβο.
Πίσω όμως από την αυστηρή κινηματογραφική εικόνα κρυβόταν μια γυναίκα με ευγένεια, χιούμορ, καλλιέργεια και έντονη προσωπικότητα. Η πραγματική ζωή της απείχε πολύ από τις μοχθηρές ηρωίδες που υποδυόταν και όσοι τη γνώρισαν μιλούσαν για έναν γλυκό και ιδιαίτερα αγαπητό άνθρωπο. «Μα, ήμουν η μόνη που δε νοιαζόμουν εάν θα έβγαινα σαν στρίγκλα, δε νοιαζόμουν να είμαι όμορφη. Δε μου κακοφαίνεται, γιατί με έχουν κρατήσει στο μυαλό τους οι άνθρωποι. Δε χρειάζεται να τους πεις όνομα, λες η κακιά κι αμέσως λένε ‘α, ναι, η Καββαδία’. Πες μου, αγάπη μου, ποια άλλη έμεινε τόσο πολύ στον ρόλο που έκανε, εκτός από μένα» είχε δηλώσει με μεγάλη δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού σε συνέντευξη της η Τασσώ Καββαδία, λίγο πριν φύγει από τη ζωή.
Ο γάμος από συνοικέσιο και το διαζύγιο
Η Τασσώ Καββαδία στις 10 Ιανουαρίου 1921, γεννήθηκε στην Πάτρα και από πολύ μικρή ηλικία μετακόμισε με την οικογένειά της στην Αθήνα, σε ένα σπίτι της Νεάπολης Εξαρχείων, λίγα μέτρα από τον τότε κινηματογράφο Κόσμος. Εκεί είδε την πρώτη βωβή εκδοχή του «Μπεν Χουρ» και μαγεύτηκε από τον κινηματογράφο. Παιδί αστικής οικογένειας, από μικρή έδειξε καλλιτεχνική έφεση, όμως ο αυστηρός πατέρας της ήταν ανένδοτος να της επιτρέψει να σπουδάσει ή να ασχοληθεί με τις Τέχνες. Την περίοδο της Κατοχής γίνεται Αδελφή του Ελέους δουλεύοντας για τον Ερυθρό Σταυρό, μέχρι που μετά την πίεση του πατέρα της παντρεύεται με συνοικέσιο. Επτά χρόνια αργότερα και έχοντας πάρει διαζύγιο, η νεαρή Τασσώ παίρνει την απόφαση να κυνηγήσει το όνειρό της.
Φεύγει στο Παρίσι όπου σπουδάζει διακόσμηση και έξι μήνες αργότερα επιστρέφει στην Ελλάδα όπου συνεχίζει τη μαθητεία παρακολουθώντας μαθήματα σκηνογραφίας και ζωγραφικής κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη, στη Σχολή Σταυράκου. Ο Τσαρούχης ήταν εκείνος που την παρότρυνε να κάνει μαθήματα υποκριτικής με τον Κάρολο Κουν, κι έτσι η Τασσώ Καββαδία γίνεται δεκτή στη Δραματική Σχολή Θεάτρου Τέχνης όπου συμπληρώνει την τριετή φοίτηση και βρίσκει πια την κλίση της. Μεγάλωσε σε μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον όπου οι καλλιτεχνικές φιλοδοξίες δεν θεωρούνταν πάντοτε ασφαλής επιλογή για μια γυναίκα.
Μοντέλο, ζωγράφος, δημοσιογράφος και ηθοποιός… Μια πολύπλευρη προσωπικότητα με τεράστιο ταλέντο
Από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τις τέχνες και ιδιαίτερα για τη μόδα και την αισθητική. Πριν στραφεί στην υποκριτική εργάστηκε ακόμα και ως μοντέλο, κάτι αρκετά ασυνήθιστο για τα δεδομένα της εποχής. Η εντυπωσιακή της εμφάνιση, το ψηλό της παράστημα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, την έκαναν να ξεχωρίζει. Στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά, αποκτώντας εμπειρίες που αργότερα θα τη βοηθούσαν να κινηθεί με άνεση στον καλλιτεχνικό χώρο. Η Τασσώ Καββαδία εκτός από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάστηκε στο ραδιόφωνο, γράφοντας κείμενα για μια γυναικεία εκπομπή, και σε περιοδικά και εφημερίδες, κάνοντας ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Αργότερα, ασχολήθηκε και με μεταφράσεις κειμένων. Ωστόσο, η υποκριτική ήταν αυτή που τελικά κέρδισε την καρδιά της.
Αμοιβή ένα φλιτζάνι καφές και ένα πακέτο τσιγάρα…
Η πορεία της στον κινηματογράφο ξεκίνησε σχετικά αργά σε σύγκριση με άλλες πρωταγωνίστριες της γενιάς της. Η πρώτη της σημαντική κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1950, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν σε περίοδο ανάπτυξης. Όταν η Τασσώ Καββαδία συνάντησε τυχαία τον Μιχάλη Κακογιάννη στο καμαρίνι του Δημήτρη Χόρν, τον εντυπωσίασε με το αυστηρό και αριστοκρατικό παρουσιαστικό της παρά το νεαρό της ηλικίας της. Κι έτσι, χωρίς καλά καλά το καταλάβει και παρά τις αντιρρήσεις του Κουν, αφού ήταν σπουδάστρια ακόμα, έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1954 στο «Κυριακάτικο Ξύπνημα», παίζοντας τη νευρωτική σύζυγο του Γιώργου Παππά. Η ερμηνεία της άρεσε τόσο, που στα χρόνια που ακολούθησαν τυποποιήθηκε σε ρόλους αυστηρής και συντηρητικής γυναίκας. Ο Γιάννης Τσαρούχης είναι αυτός που την παροτρύνει να κάνει μαθήματα υποκριτικής στο Θέατρο Τέχνης με τον Κάρολο Κουν. «Όταν πήγα στη Σχολή του Κουν, ήμουν 27 χρόνων και τους είπα ότι είμαι μεγάλη, αλλά μου απάντησαν ότι δεν υπάρχει ηλικία στην τέχνη. Κοντά στον Κουν έμεινα επτά χρόνια, τρία στη Σχολή και τέσσερα στο Θέατρο Τέχνης της Σταδίου, που τότε στήθηκε. Έπαιξα πολλούς και διαφορετικούς ρόλους με μοναδική πληρωμή ένα φλιτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα», είχε πει η ηθοποιός σε συνέντευξή της για εκείνη την περίοδο.
Ο Κάρολος Κουν ήταν πολύ αυστηρός με τους μαθητές του. Προτιμούσε να κάνουν παράλληλα μια οποιαδήποτε δουλειά για επιβίωση, παρά να παίξουν στον κινηματογράφο. Όταν ο Μιχάλης Κακογιάννης την ζήτησε για το ρόλο της συζύγου του Γιώργου Παππά στο Κυριακάτικο ξύπνημα, η Καββαδία πήρε μεν την άδεια του Κουν, αλλά στην ουσία τον πέτυχε στο ύπνο. Όταν εκείνος κατάλαβε τι είχε συμβεί, ήταν πολύ αργά. Το θεατρικό της ντεμπούτο θα γίνει το 1954 στην παράσταση «Μικρή μας πόλη» του Θεάτρου Τέχνης και η Καββαδία θα γνωρίσει έκτοτε πάμπολλες επιτυχίες στο σανίδι, συνεργαζόμενη με τα ιερά τέρατα του ελληνικού θεάτρου, αλλά και όλους τους γνωστούς θιάσους. Στο Τέχνης θα παραμείνει μέχρι το 1958 ερμηνεύοντας έργα μεγάλων ξένων δραματουργών και μετά θα παίξει πρακτικά τα πάντα στη σπουδαία θεατρική της καριέρα, τα πάντα εκτός από αρχαία τραγωδία: «Δεν έπαιξα αρχαία τραγωδία γιατί τη σέβομαι πάρα πολύ, είναι κάτι μουσειακό για μένα. Ποτέ δεν μου έγινε πρόταση. Δεν μου αρέσει το μουσειακό θέατρο, μου αρέσει το καθημερινό θέατρο» έλεγε σε συνεντεύξεις της.
Η στρίγγλα του σινεμά που ήθελε να την λιντσάρει ο κόσμος!
Η Τασσώ Καββαδία έγινε συνώνυμη της κινηματογραφικής «κακιάς». Ήταν η γυναίκα που το κοινό απολάμβανε να μισεί. Σε δεκάδες ταινίες υποδύθηκε την αυταρχική μητέρα που επέβαλλε τη θέλησή της στα παιδιά της, την πλούσια κυρία που περιφρονούσε τους φτωχούς, την αριστοκράτισσα που υποτιμούσε τους πάντες ή τη μητριαρχική φιγούρα που έμπαινε στο ζευγάρι με σκοπό να το χωρίσει. Αυτό που έκανε τους ρόλους της ξεχωριστούς ήταν ότι δεν κατέφευγε σε υπερβολές. Αντίθετα, δημιουργούσε χαρακτήρες που έμοιαζαν αληθινοί. Οι θεατές αναγνώριζαν σε αυτούς συμπεριφορές που είχαν συναντήσει στην πραγματική ζωή και γι’ αυτό οι ερμηνείες της προκαλούσαν τόσο έντονα συναισθήματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα, όταν γίνεται αναφορά στις «κακές» του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, το όνομά της είναι συνήθως το πρώτο που έρχεται στο μυαλό. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν αν με δουν μπροστά τους, φεύγαμε νωρίτερα από τις προβολές με τον άντρα μου για να μην με λιντσάρουν», έλεγε σε συνέντευξή της, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι οργισμένες αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της. Κάτι που ήταν τρομερά άδικο για τον πράο και καλοσυνάτο αυτό άνθρωπο που δεν ερχόταν ποτέ σε ρήξη και τριβές με τους συναδέλφους και τους προϊσταμένους της, φέρνοντας σε πέρας όλες τις αρμοδιότητές της χωρίς εντάσεις και ίντριγκες και παραμένοντας μια από τις καλύτερες επαγγελματίες του χώρου. Κι όμως, όταν έπεφτε η κλακέτα, η Καββαδία μεταμορφωνόταν από καλή κόρη, μητέρα, σύζυγος και συνεργάτης σε μοχθηρή και αδίστακτη γυναίκα! Δες στο βίντεο τι έλεγε για τον κόσμο και τον φόβο της μην την λιντσάρουν:
Το 1960 έρχεται η πρώτη της συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ στην ταινία «Το Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ερμηνεύοντας τον ρόλο της στριμμένης αδελφής του Αλέκου Αλεξανδράκη. Από τις 11 συνολικά ταινίες που συμμετείχε για τη Φίνος Φιλμ, έξι ήταν σε σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη. Ανάμεσά τους τρία δράματα με τη Ζωή Λάσκαρη στον πρωταγωνιστικό ρόλο «Ιστορία μιας Ζωής», «Στεφανία», «Όλγα, Αγάπη μου», αλλά και το εμβληματικό «Η Αμαρτία της Ομορφιάς», όπου η Καββαδία έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας στο ρόλο της αυταρχικής πεθεράς που οδηγείται στην τρέλα. Δες σκηνή από την πιο χαρακτηριστική σκηνή στην ταινία “Η Αμαρτία της Ομορφιάς”:
Με τον Γιάννη Δαλιανίδη όμως η Καββαδία κατάφερε να περάσει τον χαρακτήρα της σκληρής που είχε πλάσει και σε μια πιο εύθυμη διάσταση, αφενός ως κυρία Φαρλάκου στο «Ξύπνα Βασίλη» και αφετέρου ως σοβαρή αλλά και λίγο ξινή, αδελφή της Ρένας Βλαχοπούλου στο «Μια Τρελή Τρελή Σαραντάρα». Δες βίντεο από τη ταινία:
Στην κινηματογραφική της πορεία συνεργάστηκε με τον Μιχάλη Κακογιάννη σε δύο ακόμα ταινίες, «Στέλλα», «Ερόικα», με τον Ζιλ Ντασέν στη «Φαίδρα», ξανά στο πλάι της Μελίνας μετά τη «Στέλλα», και φυσικά με τον Γιώργο Τζαβέλλα στο «Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» στο ρόλο της στριμμένης γειτόνισσας του ζευγαριού Ξ. Παπαμήτρου. Δες το βίντεο:
Τα αληθινά χαστούκια της Μελίνας που της έπρηξαν το μάγουλο!
Όπως δήλωσε σε συνέντευξή της για την τυποποίησή της: “Στην πρώτη μου ταινία έπαιξα μια άρρωστη γυναίκα που έχει χάσει το παιδί της και επειδή ζηλεύει τον άντρα της του κάνει τη ζωή πατίνι. Τους άρεσα πώς έπαιζα αυτόν τον ρόλο και από τότε άρχισαν να μου προτείνουν ανάλογες ηρωίδες. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που έκανε τους σκηνοθέτες να μου προτείνουν να παίζω όλες τις στρίγκλες. Ο Κακογιάννης μου είπε κάποτε ότι έχω κάτι στο βλέμμα μου που καρφώνει τον άλλον. Δεν θα ξεχάσω στα γυρίσματα της “Στέλλας” που η Μελίνα αναρωτιόταν πώς θα μου δώσει εκείνο το χαστούκι. “Μη σε νοιάζει”, της απάντησε ο Κακογιάννης, “την ώρα που θα παίζετε, η Τασσώ θα σε κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα που θα σε κάνει να της δώσεις τέσσερα χαστούκια”. Ο Κακογιάννης ήθελε φυσικότητα και κανονικά χαστούκια. Η εν λόγω σκηνή μάλιστα γυρίστηκε πολλές φορές! «Έφαγα τέσσερα σκαμπίλια όπως μου τα έδινε και επαναλαμβάναμε την σκηνή» είχε εξομολογηθεί η Τασσώ Καββαδία στην Σεμίνα Διγενή…
Από τα δυνατά και αληθινά χαστούκια της Μερκούρη, πρήστηκε το μάγουλό της σε μια εποχή που ήταν ακόμη στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, έχοντας αποκρύψει το γεγονός ότι συμμετείχε στα κινηματογραφικά γυρίσματα που ο τελευταίος απεχθάνονταν. Έτσι η Τασσώ Καββαδία εμφανίστηκε στις πρόβες λέγοντας ότι την ταλαιπωρεί πονόδοντος. Δεν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο ως το τέλος της καριέρας της και συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως η Αγγελική Αντωνίου, ο Νίκος Περάκης, και ο Δημήτρης Κολλάτος. Με την έλευση της τηλεόρασης, η Τασσώ ήταν από τις πρώτες που έκανε το πέρασμα στη μικρή οθόνη με επαγγελματισμό και σοβαρότητα, υποδυόμενη ρόλους σε δεκάδες τηλεοπτικές σειρές έως και το τέλος της ζωής της. Δες ένα αφιέρωμα της Φίνος Φιλμ για την εξαιρετική ηθοποιό:
Παράλληλα με την παρουσία της σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση, ανέπτυξε πολυσχιδή επαγγελματική δραστηριότητα. Από το 1954 έως το 1967 εργάστηκε και στο ραδιόφωνο ως παραγωγός και εκφωνήτρια, κάνοντας μαζί με τη Μαρία Ρεζάν την εκπομπή «Μια Ώρα για Τίποτα και για Όλα» ενώ για πέντε χρόνια ήταν η φωνή της «Σύγχρονης Γυναίκας» στην ομότιτλη εκπομπή. Την ίδια περίοδο, από το 1955 ως το 1969, εργάστηκε και ως δημοσιογράφος στο ελεύθερο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ.
Μετά το 1965 και με όπλο την άριστη γνώση τριών ξένων γλωσσών, ξεκίνησε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους μεταφράζοντας λογοτεχνικά βιβλία με προτίμηση στις αστυνομικές ιστορίες και τα SAS του Ζεράρ Ντε Βιλιέ. Αποδείχθηκε άκρως παραγωγική μεταφράστρια κι έτσι την υπογραφή της φέρει η μετάφραση εκατοντάδων τίτλων βιβλίων κάθε είδους, καθώς και πάνω από 20 θεατρικά έργα. Οι σκηνοθέτες διέκριναν αμέσως ότι η φυσιογνωμία της μπορούσε να υποστηρίξει με εξαιρετική πειστικότητα τους ρόλους των αυστηρών και εξουσιαστικών γυναικών. Το διαπεραστικό βλέμμα της, ο επιβλητικός τρόπος ομιλίας και η εκφραστικότητά της την έκαναν ιδανική για χαρακτήρες που απαιτούσαν κύρος και ένταση.
“Γλυκιά, ευγενική και καλοσυνάτη”. Τι έλεγαν όσοι την ήξεραν καλά…!
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της προσωπικότητάς της ήταν η τεράστια απόσταση ανάμεσα στην εικόνα και την πραγματικότητα. Οι συνάδελφοί της περιέγραφαν μια γυναίκα ευγενική, καλλιεργημένη και γεμάτη χιούμορ. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους νεότερους ηθοποιούς και πρόθυμη να προσφέρει συμβουλές και στήριξη. Πολλοί θεατές που τη συναντούσαν από κοντά εκπλήσσονταν όταν διαπίστωναν πόσο διαφορετική ήταν από τις ηρωίδες που υποδυόταν. Συχνά της έλεγαν ότι δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως η ίδια γυναίκα που τους είχε κάνει να θυμώνουν στις ταινίες μπορούσε να είναι τόσο γλυκιά στην πραγματική ζωή.
Η ίδια αντιμετώπιζε με χιούμορ αυτή την αντίφαση. Γνώριζε ότι είχε ταυτιστεί με συγκεκριμένους ρόλους και δεν έδειχνε να ενοχλείται από αυτό. Άνθρωπος κοινωνικός και με φυσική ευγένεια, η Τασσώ Καββαδία δεν ήταν ακριβοθώρητη και κυκλοφορούσε με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, εισπράττοντας την αγάπη του κόσμου. Η τυποποίηση στον ρόλο της κακιάς, της ψηλομύτας, της εκδικητικής και αρχοντογυναίκας της έκανε μάλιστα καλό, ανοίγοντας διάπλατα για την πολυτάλαντη μαθήτρια του Τσαρούχη και του Κουν τις πόρτες του κινηματογράφου: «Ήμουν αυστηρή. Όχι κακιά, αλλά σωστή για τα δεδομένα της εποχής. Δεν είχα άδικο να αντιπαθώ την Τζένη Καρέζη, που τα ’φτιαξε με τον Κούρκουλο, που ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη μου, ή με τον Μάνο Κατράκη, που η κομμώτρια Λάσκαρη τον απατούσε και του έτρωγε τα λεφτά». Δες τι έλεγε σε συνέντευξή της στον Θέμο Αναστασιάδη στην εκπομπή “Μπίλιες” το 1994:
Κόντρα στην κινηματογραφική της περσόνα, η γλυκύτατη Τασσώ Καββαδία ήταν ενεργή στις επαγγελματικές της δραστηριότητες, ακόμα και όταν την κατέβαλαν τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, δούλευε –και μάλιστα με υπολογιστή–, κυκλοφορούσε και χαιρόταν τη ζωή και την οικογένειά της. «Δεν πιστεύω ότι τελειώνει η ζωή όταν γεράσεις. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις όνειρα για το αύριο», είχε πει.
Οι δυο γάμοι, ο έρωτας και τα τρία παιδιά
Η Τασσώ Καββαδία υπήρξε πάντοτε διακριτική όσον αφορά την προσωπική της ζωή. Σε αντίθεση με άλλους καλλιτέχνες της εποχής, δεν επιδίωξε ποτέ τη δημοσιότητα μέσω των προσωπικών της σχέσεων. Όταν ήταν νέα και είχε όνειρο να σπουδάσει, ο πατέρας της, της το απαγόρευσε και την υποχρέωσε να παντρευτεί, όπως έκαναν όλα τα καλά κορίτσια της εποχής της. Εκείνη του έκανε το χατίρι. Το 1942, παντρεύτηκε με τον βιομήχανο Αντώνη Σαλαπάτα, από τον γάμο δε αυτόν η Καββαδία απέκτησε τρία παιδιά, τον Γιώργο, τον Βασίλη και την Ευγενία. Σύντομα πήρε όμως διαζύγιο και έφυγε για να σπουδάσει στην Αθήνα.
Σε συνέντευξή της είχε πει: «Εκείνα τα χρόνια με τον πρώτο σύζυγό μου ήταν πολύ δημιουργικά για μένα. Σπούδασα πιάνο, έμαθα τη γραφή των τυφλών και έγραφα βιβλία γι’ αυτούς, ήμουν νοσοκόμα και ανήκα στο τμήμα ψυχαγωγίας του Ερυθρού Σταυρού –γιατί τότε ήταν ο πόλεμος του ’40– κι ένα σωρό άλλα πράγματα, παράλληλα με τις υποχρεώσεις μου ως μητέρα. Εξέπεμπα όμως σε άλλο μήκος κύματος από εκείνον και διαλύσαμε το γάμο μας».
Η νεαρή διαζευγμένη έφυγε τότε στο Παρίσι όπου σπούδασε διακόσμηση. Ο δεύτερος γάμος της το 1965 με τον συγγραφέα και μεταφραστή Βασίλη Καζαντζή, της εξασφαλίζει μια ήρεμη συντροφική ζωή, με τα παιδιά από τον πρώτο της γάμο εγκατεστημένα μόνιμα στη Γερμανία και στην Αμερική. «Στην αρχή ήταν δύσκολο, κουράστηκα να συνηθίσω. Γιατί είχα μάθει σε ένα σπίτι γεμάτο παιδιά, γεμάτο κίνηση και φασαρία. Πέθανε ο άντρας μου όμως, έφυγαν και τα παιδιά, η κόρη στην Αμερική, ο ένας γιος στη Γερμανία, ο άλλος στο δικό του σπίτι κι έμεινα ξαφνικά μόνη μου. Είπα στον εαυτό μου: ‘Μάθε, κυρά μου, να ζεις έτσι’, είχε πει σε συνέντευξή της. Ο πρόωρος θάνατος του δεύτερου συζύγου της, την ανάγκασε να περάσει τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής της μόνη. Γεγονός όμως που δεν την ενοχλούσε, γιατί όπως δήλωνε: «Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και ξέρω πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του». Δες ένα βίντεο της ηθοποιού που έστελνε τα δικά της μηνύματα μιλώντας για την ζωή της:
«Στην προσωπική μου ζωή είμαι εντελώς διαφορετική και οι νύφες μου λένε ότι είμαι καλή πεθερά», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της. Παρ’ όλα αυτά είχε δηλώσει πως ενώ ήταν πολύ ήρεμη με τα εγγόνια της, εκείνα φοβόντουσαν τη ματιά της. Αυτό που είναι γνωστό για την Τασσώ Καββαδία, είναι ότι υπήρξε μια γυναίκα με έντονο ταμπεραμέντο, αυτονομία και ισχυρή προσωπικότητα. Προτιμούσε να μιλά για τη δουλειά της παρά για τις προσωπικές της σχέσεις και θεωρούσε ότι η αξία ενός καλλιτέχνη κρίνεται από το έργο του.
Οι ηχηρές απουσίες από την κηδεία της
Με το πέρασμα των χρόνων η Τασσώ Καββαδία αναγνωρίστηκε ως μία από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε κλινήρης στο σπίτι της στο Φάληρο, καθώς την ταλαιπωρούσαν πολλά προβλήματα υγείας. Η γλυκύτατη κακιά του μεγάλου πανιού ήταν πάντα μια μεγάλη αγωνίστρια της ζωής και έφυγε από τον κόσμο στις 18 Δεκεμβρίου 2010, σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Στην τελευταία της κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, την συνόδευσαν τα τρία παιδιά της, συγγενείς και ελάχιστοι συνάδελφοί της. Το γεγονός ότι δεν παραβρέθηκαν αρκετοί άνθρωποι από το καλλιτεχνικό στερέωμα συζητήθηκε αρνητικά, αφού η ηθοποιός είχε δώσει απλόχερα την βοήθειά της σε όποιον της την είχε ζητήσει όλα αυτά τα χρόνια.
Η κληρονομιά που άφησε
Η Τασσώ Καββαδία πέτυχε κάτι σπάνιο: μετέτρεψε έναν στερεοτυπικό ρόλο σε τέχνη. Εκεί όπου άλλοι ηθοποιοί θα περιορίζονταν από την τυποποίηση, εκείνη κατάφερε να δημιουργήσει μια ολόκληρη σχολή ερμηνείας. Οι «κακές» γυναίκες που υποδύθηκε δεν ήταν καρικατούρες. Ήταν σύνθετοι χαρακτήρες με πάθη, ανασφάλειες, φιλοδοξίες και αδυναμίες. Αυτή η προσέγγιση είναι που κάνει τις ερμηνείες της διαχρονικές. Η Τασσώ Καββαδία δεν ήταν μόνο η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν μια σπουδαία ηθοποιός που κατάφερε να μετατρέψει τον αρνητικό ρόλο σε αξέχαστη καλλιτεχνική υπογραφή, κερδίζοντας μια μόνιμη θέση στο πάνθεον των μεγάλων μορφών της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά.




">
">
">
">
">
">
">
">