Την πρώτη δημόσια δήλωσή της μετά την αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσής της στις φυλακές του Τενεσί έκανε η Κρίστα Πάικ, περιγράφοντας τις δύσκολες στιγμές που ακολούθησαν τη διαδικασία της θανατηφόρας ένεσης. Η 50χρονη κρατούμενη, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο για μια δολοφονία που συγκλόνισε τις ΗΠΑ, παρέμεινε ζωντανή μετά τη χορήγηση δύο δόσεων πεντοβαρβιτάλης στις 30 Σεπτεμβρίου και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Όπως αναφέρει η ίδια, όταν συνήλθε έπειτα από αρκετές ημέρες, βρισκόταν σε νοσοκομειακό κρεβάτι, χωρίς να καταλαβαίνει πλήρως τι είχε συμβεί και υποφέροντας από έντονους πόνους.
Σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους της, η Κρίστα Πάικ επέστρεψε στη φυλακή μετά το εξιτήριό της και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα με την υγεία της. Οι δικηγόροι της αναφέρουν ότι πλέον μπορεί να περπατά και να σχηματίζει προτάσεις, ωστόσο η ίδια περιγράφει μια καθημερινότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σωματική ταλαιπωρία και ψυχική επιβάρυνση. Στην ανακοίνωσή της θυμάται ότι μπήκε στην αίθουσα εκτελέσεων έχοντας αποδεχθεί πως θα πέθαινε, αφού είχε ήδη αποχαιρετήσει τους ανθρώπους που την αγαπούσαν και την υποστήριζαν. Η εξέλιξη, όμως, ήταν διαφορετική από εκείνη που περίμενε, με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα, απρόσμενη δοκιμασία.

Κρίστα Πάικ: «Από εκείνη τη νύχτα δεν υπάρχει στιγμή που να μην υποφέρω»
Στο κείμενο που δόθηκε στα μέσα ενημέρωσης, η Κρίστα Πάικ περιγράφει αρχικά την ψυχολογική της κατάσταση πριν από την εκτέλεση, εξηγώντας ότι είχε προετοιμαστεί για το τέλος της ζωής της. Στη συνέχεια, αναφέρεται στη στιγμή που συνήλθε στο νοσοκομείο, αλλά και στους πόνους που, όπως υποστηρίζει, εξακολουθούν να την ταλαιπωρούν: «Πριν από έναν μήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου, πέρασα την πόρτα της αίθουσας εκτελέσεων στη σωφρονιστική μονάδα Riverbend, απόλυτα προετοιμασμένη για το τέλος. Είχα αποδεχθεί πλήρως τη μοίρα μου. Είχα εκφράσει την βαθιά ευγνωμοσύνη μου στους ανθρώπους που με αγάπησαν και με στήριξαν σε αυτή τη διαδρομή, ενώ είχα αποχαιρετήσει με αισθήματα καλοσύνης όσους παρακολουθούσαν τη διαδικασία».
Συνεχίζοντας, περιγράφει τη σύγχυση και τον πόνο που ένιωσε όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της: «Μετά από μερικά 24ωρα συνήλθα μόνη μου σε νοσοκομειακό κρεβάτι, γεμάτη σύγχυση και έντονους πόνους. Από εκείνη τη νύχτα δεν υπάρχει στιγμή που να μην υποφέρω. Πονάει ολόκληρο το σώμα μου, τα χέρια μου, τα άκρα μου, ο λαιμός μου. Η ομιλία μου παραμένει προβληματική. Ο πόνος, όμως, δεν είναι μόνο σωματικός, αλλά κατακλύζει το μυαλό και την ψυχή μου».
Το έγκλημα που οδήγησε την Κρίστα Πάικ στην καταδίκη σε θάνατο
Η Κρίστα Πάικ καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών για τη δολοφονία της Κολίν Σλέμερ, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει σοκ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η Πάικ, ο τότε σύντροφός της, Τάνταριλ Σιπ, και η Σαντόλα Πίτερσον παρέσυραν τη νεαρή γυναίκα σε δασική περιοχή στο Νόξβιλ, όπου την κακοποίησαν πριν τη σκοτώσουν.

Από τους τρεις εμπλεκομένους, η Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Σιπ ήταν 17 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος και, λόγω της ηλικίας του, δεν μπορούσε να καταδικαστεί σε θάνατο βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας. Του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ η Πίτερσον συνεργάστηκε με τις Αρχές και κατέθεσε εναντίον των άλλων δύο, λαμβάνοντας ποινή με αναστολή, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί για την υπόθεση.
Το 2001, ενώ εξέτιε ήδη την ποινή της, η Πάικ καταδικάστηκε εκ νέου για απόπειρα ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού, έπειτα από επίθεση σε συγκρατούμενή της. Η υπόθεσή της απέκτησε διαστάσεις, καθώς η προγραμματισμένη εκτέλεσή της θα αποτελούσε την πρώτη εκτέλεση γυναίκας στο Τενεσί έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υποστηρικτές της έχουν ζητήσει να μετατραπεί η ποινή της, επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, το νεαρό της ηλικίας της όταν διαπράχθηκε το έγκλημα, αλλά και το ιστορικό σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης που είχε βιώσει κατά την παιδική της ηλικία.




">
">
">
">
">
">
">
">