Η αντιπαράθεση που ξέσπασε στην ΕΡΤ ανάμεσα στη Σοφία Βούλτεψη και την Κατερίνα Ταγαρά δεν είχε προηγούμενο.

Το «έλα να δεις» έγινε στον αέρα με την κ. Βούλτεψη να υπερασπίζεται την κυβερνητική γραμμή απέναντι στις καταγγελίες περί παράνομων επιδοτήσεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει διαβιβάσει στη Βουλή δικογραφία-φωτιά που αφορά «γαλάζια ρουσφέτια» και πολιτικές πιέσεις.

Η Κατερίνα Ταγαρά επανέλαβε με σαφήνεια τη σημασία των άρθρων 86 και 62 του Συντάγματος, τονίζοντας ότι οι βουλευτές προστατεύονται μόνο όταν οι πράξεις τους εμπίπτουν στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους. «Άλλο αν έγιναν κάποιες παράνομες πράξεις, να μην μεμφόμεθα την Ευρωπαία εισαγγελέα, που είναι η μοναδική που τα τελευταία χρόνια έχει επιδείξει έργο», είπε, υπενθυμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει φέρει στο φως υποθέσεις που ελληνικές αρχές δεν κατάφεραν να αγγίξουν για δεκαετίες.

Σοφία Βούλτεψη – Η στιγμή που ανέβηκαν οι τόνοι

Η απάντηση της Σοφίας Βούλτεψη ήταν σε έντονο ύφος: «Πληρώσαμε κάτι δισεκατομμύρια… Οι μοναδικοί. Κάντε κράτος δικαστών εσείς… Η Ευρωπαϊκή εισαγγελία υπάρχει από το 2021, ποια 30 χρόνια. Άμα μιλάει το ΠΑΣΟΚ… Δεν περνάνε αυτά, δεν σας ξεχνάει κανείς. Είστε ΠΑΣΟΚ και θα μας κάνετε και μάθημα», είπε μεταξύ άλλων, επιχειρώντας να αμφισβητήσει τόσο την εμπειρία και τη σοβαρότητα του ευρωπαϊκού οργάνου, όσο και την αξιοπιστία της συνομιλίτριάς της.

Το στοιχείο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι μόνο η σύγκρουση, αλλά και η ρητορική που φαίνεται να υιοθετεί η κυβέρνηση: η υπονόμευση των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ, ακόμα και όταν αυτά αφορούν παράνομες πρακτικές εντός της χώρας, εγείρει ερωτήματα για την θεσμική σοβαρότητα της χώρας.

Η δικογραφία αφορά τουλάχιστον έντεκα βουλευτές και στοιχεία για ρουσφετολογικές πληρωμές το 2021. Αντί η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα ευρήματα με διαφάνεια, η Βούλτεψη επέλεξε την αμφισβήτηση των κινήτρων και της αξιοπιστίας των Ευρωπαίων εισαγγελέων. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ως «διοικητική αρρυθμία» ή ως παρερμηνεία των ευρωπαϊκών υπηρεσιών, όπως και η επίθεση στην αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», δείχνει μια στρατηγική που κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.