H Μαρία Καρυστιανού ανοίγει την καρδιά της στην πρώτη συνέντευξη και φωτογράφιση που παραχώρησε σε lifestyle περιοδικό, μιλώντας στο DownTown Κύπρου, σχεδόν τρία χρόνια μετά το δυστύχημα στα Τέμπη που της στέρησε την κόρη της, Μάρθη.

Μεταξύ άλλων η Μαρία Καρυστιανού αναφέρεται στο πόσο άλλαξε η ζωή της και ο χαρακτήρας της σε αυτό το διάστημα, στους λόγους που αποφάσισε να πολιτευτεί, ενώ εξομολογείται και την πίστη της, που της δίνει δύναμη στις δύσκολες στιγμές.

Τι δήλωσε η Μαρία Καρυστιανού για την απώλεια της κόρης της, Μάρθης, στα Τέμπη

«Πλέον δεν είμαι η ίδια γυναίκα», δηλώνει χαρακτηριστικά η Μαρία Καρυστιανού και συμπλήρωνει: «Πριν από τον θάνατο της Μάρθης, ούτε η δημοσιότητα ούτε ο δημόσιος λόγος με εξέφραζαν. Ήμουν μία γυναίκα που κοιτούσε τη δουλειά της και την οικογένειά της. Και, φυσικά, δεν γνώριζα ότι έκρυβα τόση δύναμη μέσα μου – ακόμη κι εμένα με εξέπληξα κάποια στιγμή. Όμως, ήταν ο πόνος που είχε μετουσιωθεί σε δύναμη. Κι έτσι ανακάλυψα έναν άλλο εαυτό. Λόγω του πόνου μου. Ευτυχώς, αυτός ο πόνος δεν με ακινητοποίησε, δεν με άφησε στάσιμη. Είπα “Από αυτό τον χαμό της κόρης μου, εγώ θα βγάλω κάτι καλό, κάτι που θα μείνει, κάτι που θα είναι καλό για όλους μας. Κι ίσως έτσι αλλάξει, κάποια στιγμή, κι η χώρα». Στο όνομα της κόρης μου – αυτή ήταν η μεγαλύτερη κινητήριος δύναμη. Πώς το έγκλημα το Τεμπών θα μπορούσε να γίνει το εφαλτήριο μιας αναγέννησης, μιας πραγματικά δημοκρατικής Ελλάδας στην οποία δεν θα υπάρχει πια η διαφθορά».

Μαρία Καρυστιανού
Φωτογραφία: Eurokinissi

Συγκλονιστική είναι και η αναφορά της στη σχέση της με τον Θεό, μια σχέση που, όπως λέει, δεν ήταν πάντα τόσο βαθιά. «Πίστευα, όπως οι περισσότεροι. Λυπάμαι πολύ που έπρεπε να μου συμβεί αυτό το γεγονός, για να γνωρίσω τη δύναμη που δίνει ο Θεός – γιατί εγώ αντλώ πια δύναμη και από εκεί. Χωρίς να είμαι θρησκόληπτη, πιστεύω βαθιά στον Θεό. Γι’ αυτό και επειδή πλέον η κόρη μου είναι στον ουρανό, ο ουρανός είναι ένα στοιχείο από το οποίο αντλώ δύναμη», παραδέχεται, εξηγώντας ότι πλέον αντλεί δύναμη και από την πίστη της.

Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο η Μαρία Καρυστιανού μιλά για τη Μάρθη. «Αισθάνομαι ότι σίγουρα θα ήθελε να δώσω έναν αγώνα, για να δικαιωθεί η ψυχή της! Είμαι σίγουρη γι’ αυτό! Είναι σα να την ακούω να μου λέει: “Μαμά, θα το αφήσεις αυτό έτσι;”. Την έχω στο μυαλό μου σαν άγγελο», λέει, περιγράφοντας τη στιγμή που, έναν χρόνο μετά το δυστύχημα, η κόρη της τής παρουσιάστηκε. «Την έβλεπα πάντα χαρούμενη και φωτεινή, αλλά με τη μορφή που την γνώριζα. Ξαφνικά, ένα χρόνο μετά το δυστύχημα, όταν τη σκέφτηκα, μου παρουσιάστηκε με φτερά – σαν άγγελος… Ήταν πολύ ψηλή, είχε φτερά… Ήταν φως! Από τότε, την έχω έτσι στο μυαλό μου».

Η τελευταία τους συνομιλία

Η αφήγησή της για την τελευταία τους συνομιλία είναι σπαρακτική. Θυμάται τις δύο κλήσεις της κόρης της, τις οποίες εξομολογείται πως θα έδινε τα πάντα για να τις αλλάξει.

Μαρία Καρυστιανού
Φωτογραφία: Τατιάνα Μπόλαρη/Eurokinissi

«Θυμάμαι που με πήρε το απόγευμα, γύρω στις επτά η ώρα. Ήμουνα στο ιατρείο μου. Αλλά εγώ εξέταζα και δεν το απάντησα – κάτι που πάντα θα με στοιχειώνει. Μετά είχα πάρα πολλή δουλειά και ξεχάστηκα, και με ξαναπήρε εκείνη στις εννιά η ώρα το βράδυ, το σήκωσα, μιλήσαμε γρήγορα, γιατί πάλι είχα δουλειά, για να μου πει «Μαμά, θα αργήσουμε. Έχω ξεχάσει τα κλειδιά, οπότε θα χτυπήσω, μην τρομάξεις, εγώ θα ‘μαι». Ήταν μια συνομιλία που κράτησε λιγότερο από ένα λεπτό. Αλλά το κλείσαμε στα γρήγορα, γιατί είχα δουλειά. Πού να φανταζόμουνα ότι… (σταματάμε για λίγο τη συνομιλία μας). Πού να φανταζόμουνα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που την άκουγα… Τελοσπάντων, αυτές οι δύο κλήσεις της, η μία, η αναπάντητη κι η άλλη, η βιαστική, είναι τα δύο πράγματα που πάντα θα με στοιχειώνουν… Θα έδινα τα πάντα να άλλαζα εκείνα τα τηλεφωνήματα! Όπως και το ότι συζητούσαμε για εκείνη την εκδρομή, που λέγαμε μήπως να μην πάει… Είναι τα πράγματα που θα έδινα τα πάντα, για να τ’ αλλάξω!

Όσον αφορά τις ημέρες μετά το δυστύχημα, η Μαρία Καρυστιανού παραδέχεται πως ήλπιζε μάταια η κόρη της να είναι ζωντανή: «Την Πέμπτη μού ερχόταν φευγαλέα στο μυαλό ότι μπορεί και να έχει πεθάνει. Και το ‘διωχνα αμέσως! Το έδιωχνα από τη σκέψη μου. Έβαζα τη λογική μου κάτω κι έλεγα: «Μα, ακόμη γίνονται έρευνες». Αλλά την Παρασκευή, που χτύπησε το τηλέφωνο απ’ την αστυνομία και μας είπαν ότι ταυτοποιήθηκε… Αλλά πάλι κι εκεί, εγώ είπα: “Δεν γίνονται λάθη στις ταυτοποιήσεις; Ίσως έγινε λάθος!”. Ήθελα, για λίγο, να πιστέψω πως έγινε λάθος, καταλάβατε; Αλλά, δεν έγινε λάθος…»