Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μίλησε στο «Χαμογέλα και Πάλι» για τη συμμετοχή του στη σειρά «Κάμπινγκ» του MEGA, αλλά και για όσα τον δυσκολεύουν έξω από τους ρόλους του. Ο ηθοποιός αναφέρθηκε στην ανάγκη του για αποδοχή, στη σχέση του με την επιτυχία και στον τρόπο με τον οποίο το θέατρο του επιτρέπει να αναζητά διέξοδο από την πραγματικότητα.

Με αφορμή τον Ιορδάνη, τον ήρωα που υποδύεται στην κωμωδία, εξήγησε ότι αναγνωρίζει στον χαρακτήρα πλευρές του εαυτού του. Παρότι η ζωή τους διαφέρει, η συστολή και οι δυσκολίες του Ιορδάνη είναι συναισθήματα που του φαίνονται γνώριμα.

«Δεν είναι ότι είναι κόντρα ρόλος. Δεν έχω παίξει κάποιο ρόλο που να πω ότι έτσι είμαι και δεν έχω παίξει κανέναν ρόλο που να πω ότι “δεν είμαι αυτός”. Σίγουρα υπάρχει κάπου μέσα μου όλο αυτό. Κάπου θα υπάρχει», είπε αρχικά.

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: Όσα αναγνωρίζει στον Ιορδάνη του «Κάμπινγκ»

Περιγράφοντας τη σύνδεσή του με τον ρόλο, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στάθηκε περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα παρά στις καταστάσεις που εκείνος αντιμετωπίζει.

«Μου φαίνεται πολύ γνώριμος ο ρόλος μου στο Κάμπινγκ. Μου είναι πολύ οικείος. Δεν είναι στη ζωή μου, είναι στην ψυχή μου, σε όλη τη δειλία μου, σε όλη την συστολή μου, σε όλη την δυσκολία μου», ανέφερε.

Ο Ιορδάνης είναι ένας άνθρωπος που για χρόνια κρατά μέσα του όσα νιώθει, μέχρι τη στιγμή που η πίεση γίνεται μεγαλύτερη από εκείνη που μπορεί να αντέξει. Τότε αλλάζει στάση, παίρνοντας αποφάσεις που επηρεάζουν τόσο τον ίδιο όσο και τους ανθρώπους γύρω του.

«Ο ρόλος μου ζούσε όλη του τη ζωή ως καταπιεσμένος άνθρωπος. Στον Ιορδάνη συμβαίνει ότι «σκάει», ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου. Χαίρομαι που σκάει, παρόλο που παρασέρνει μαζί του πολύ κόσμο και παρόλο που κάνει και πάρα πολύ άσχημα πράγματα επειδή έχει σκάσει, αλλά δεν έχει καθόλου αυτή την πρόθεση».

Ο ηθοποιός διευκρίνισε πως οι καλές προθέσεις του χαρακτήρα δεν αναιρούν τις συνέπειες των πράξεών του. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η ιστορία εξελίσσεται μέσα στους κανόνες μιας κωμωδίας, όπου οι καταστάσεις συχνά φτάνουν στα άκρα.

«Αλλά καμιά φορά και οι προθέσεις δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Καμιά φορά κάνουμε πράγματα ενώ δεν έχουμε την πρόθεση, αλλά εντάξει. Οκ, είμαστε στο πλαίσιο μιας κωμωδίας και σε αυτή την κωμωδία συμβαίνουν ακραία τα πράγματα, όπως συμβαίνουν στις κωμωδίες συχνά τα πράγματα λίγο πιο σηκωμένα από το έδαφος».

Η προσπάθεια του Ιορδάνη να ξεφύγει από όσα τον καταπιέζουν τον οδηγεί σε ένα σχέδιο που δεν ταιριάζει καθόλου με την προηγούμενη ζωή του. Δεν διαθέτει ούτε την εμπειρία ούτε την ψυχραιμία για να διαχειριστεί την κατάσταση στην οποία μπλέκει.

«Είναι ένας άνθρωπος που σκάει, αλλά αυτό στο οποίο καταφεύγει ούτε νόμιμο είναι ούτε και το καλύτερο δυνατό. Το κάνει πάρα πολύ τσαπατσούλικα γιατί δεν έχει ακριβώς. Ούτε κακός είναι ούτε παράνομος είναι, ούτε άτιμος είναι. Είναι πολύ τίμιος άνθρωπος».

Συνεχίζοντας, εξήγησε πόσο μακριά φτάνει ο ήρωας από τον μέχρι τότε εαυτό του: «Κάνει το πιο απελπισμένο σχέδιο που υπάρχει τώρα, να κλέψει λεφτά από τη μαφία, ας πούμε. Δηλαδή ένας άνθρωπος που δεν έχει πει ποτέ «άντε ρε», και μετά προσπαθεί να τα βγάλει πέρα».

Στην ιστορία της σειράς, ο Ιορδάνης Γιαλαμάς είναι ένας φιλήσυχος λογιστής, τον οποίο έχει εγκαταλείψει η σύζυγός του, Βιβή. Φεύγει μαζί με τα παιδιά του, Εύα και Πέτρο, για το απομονωμένο κάμπινγκ «Άλλος Κόσμος», λίγο έξω από την Αθήνα. Στις αποσκευές του έχει έναν σάκο με 600.000 ευρώ, που βρίσκεται στο επίκεντρο της περιπέτειάς του.

Η συνάντηση με τον Σοφοκλή και η ζωή στον «Άλλο Κόσμο»

Στο κάμπινγκ, ο Ιορδάνης συναντά τον Σοφοκλή, έναν άνθρωπο με διαφορετικό χαρακτήρα και άλλη αντίληψη για τη ζωή. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σταδιακά σε μια σχέση προστασίας και φιλίας.

«Και ευτυχώς συναντάει αυτόν τον τύπο εκεί, τον Σοφοκλή, που είναι από άλλη «φτιαξιά» και μπαίνει σαν προστάτης του, άθελά του. Μπαίνει σαν προστάτης του κάμπινγκ βασικά, γιατί έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Αλλά επειδή ο Ιορδάνης πια μπλέκεται με το Κάμπινγκ, γίνεται προστάτης και του Ιορδάνη και τελικά γίνονται και φίλοι».

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μίλησε και για το περιβάλλον της σειράς, όπου συνυπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες. Αυτό που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η απόσταση που αναζητούν από την καθημερινότητά τους.

«Συναντάς όλα αυτά τα είδη ανθρώπων σε ένα κάμπινγκ. Είναι όλων των ειδών μέσα εκεί, όλων των ηλικιών, όλων των καταγωγών. Έχει έναν παραλληλισμό με την κοινωνία, αλλά έχει κάτι που εμένα με, με ξεκουράζει, που σχετίζεται με τη φυγή».

Η φυγή αποτελεί, όπως εξήγησε, κοινό στοιχείο των χαρακτήρων. Μέσα σε αυτή τη διαφορετική καθημερινότητα παρασύρονται τελικά και ο Ιορδάνης με τα παιδιά του, παρότι αρχικά έχουν άλλον σκοπό.

«Όλοι αυτοί με έναν τρόπο είναι «φυγάδες» της ζωής. Και αυτό είναι που σιγά σιγά νομίζω ότι τραβάει και τον Ιορδάνη και τα παιδιά του. Και κάπως, ενώ καθόλου δεν ήταν η πρόθεση αυτή, κάπως τους καταπίνει αυτός ο κόσμος».

Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: «Δυσκολεύομαι πολύ στην πραγματικότητα»

Μιλώντας πλέον για τον εαυτό του, ο ηθοποιός παραδέχτηκε ότι δυσκολεύεται με την πραγματικότητα. Αναφέρθηκε τόσο στη δειλία του όσο και στις επιλογές με τις οποίες έχει διαμορφώσει τη ζωή του.

«Δε με γοητεύει δυστυχώς, αλλά είναι ότι δυσκολεύομαι πολύ στην πραγματικότητα. Αυτό που με κρατάει είναι σίγουρα και η δειλία, αλλά νομίζω ότι με κρατάει και η ζωή μου έτσι όπως τη δόμησα, έτσι όπως την έφτιαξα».

Το θέατρο, όπως περιέγραψε, του δίνει τη δυνατότητα να διοχετεύει τις ανησυχίες του στους κόσμους των έργων και στους ανθρώπους που καλείται να ερμηνεύσει.

«Και αυτή η ψευδαισθητική ζωή, μέσα από το θέατρο εννοώ. Κάπως όλες οι ανησυχίες εκτονώνονται μέσα σε αυτούς τους κόσμους που δεν είναι πραγματικοί βέβαια, αλλά για εμάς, για μένα είναι πραγματικοί, οπότε κάπως φεύγω συνέχεια, αλλά φεύγω μέσα σε αυτούς τους κόσμους. Δηλαδή όλη την ώρα είμαι και κάποιος άλλος».

Η υποκριτική, η σκηνοθεσία και η ανάγκη για αποδοχή

Στη συνέχεια, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος εξήγησε γιατί δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό «καλλιτέχνης». Μίλησε επίσης για τη σκηνοθεσία, με την οποία ασχολείται τα τελευταία χρόνια, και για τη διαφορετική σιγουριά που αισθάνεται ως ηθοποιός.

«Δεν ξέρω αν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Δεν νομίζω ότι είμαι πολύ καλλιτέχνης. Είμαι ηθοποιός και, και τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να σκηνοθετώ κιόλας, ενώ δε γνωρίζω να σκηνοθετώ. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου επαγγελματία σκηνοθέτη».

Για την υποκριτική, ωστόσο, η θέση του ήταν διαφορετική: «Δεν είμαι καταρτισμένος, ούτε ξέρω ακριβώς να το κάνω. Ενώ θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία ηθοποιό. Αν μου δώσεις κάτι, ξέρω πώς να το παίξω».

Η κουβέντα οδηγήθηκε στο χειροκρότημα και στην επιβεβαίωση από το κοινό. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι η ανάγκη αυτή παραμένει έντονη, ανεξάρτητα από την εμπειρία που έχει αποκτήσει στη δουλειά του.

«Δεν έχει σημασία αν θα σ’ αρέσει, αν θα είναι καλό. Ξέρω πώς να το κάνω. Φυσικά και θέλουμε το χειροκρότημα και την αποδοχή. Δυστυχώς αδιάκοπα και δυστυχώς αθεράπευτα».

Κλείνοντας, εξήγησε ότι η διαρκής αναζήτηση αποδοχής δεν είναι ένα στοιχείο του εαυτού του που εκτιμά. Αντίθετα, τη συνέδεσε με τη δυσκολία του να διαχειριστεί όσα συνοδεύουν την επιτυχία.

«Δεν το εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν εκτιμώ ιδιαίτερα την περιοχή μου που ζητάει διαρκώς την αποδοχή. Θα έλεγα ότι δεν είναι απ’ τα πράγματα για τα οποία είμαι περήφανος ως άνθρωπος, που έχω τόσο μεγάλη ανάγκη την αποδοχή και γι’ αυτό δυσκολεύομαι πάρα πολύ και με αυτό που λέγεται επιτυχία».