Μια συνέντευξη με έντονες τοποθετήσεις, προσωπικές εξομολογήσεις και αποκαλύψεις παραχώρησε ο Σωτήρης Τσαφούλιας στους Rainbow Mermaids. Ο γνωστός σκηνοθέτης μίλησε ανοιχτά για τον γάμο, τη σχέση του με τις δύο κόρες του, αλλά και για ένα τρομακτικό περιστατικό που βίωσε όταν ένας ληστής μπήκε στο σπίτι του.
Παράλληλα, δεν δίστασε να σχολιάσει με αιχμηρό τρόπο τη συμπεριφορά του βουλευτή Λαζαρίδη, με αφορμή τηλεοπτικό περιστατικό κατά το οποίο μια γυναίκα ξέσπασε σε κλάματα, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι στον δημόσιο διάλογο.
Η αιχμηρή τοποθέτηση για τον Λαζαρίδη
Αναφερόμενος στη νοοτροπία που, όπως υποστήριξε, χαρακτηρίζει μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ο Σωτήρης Τσαφούλιας έκανε μια ιδιαίτερα έντονη τοποθέτηση, φέρνοντας ως παράδειγμα και πρόσφατο τηλεοπτικό περιστατικό με πρωταγωνιστή βουλευτή.
«Είμαι ο Έλληνας που ντρέπομαι απέναντι στους προγόνους μου. Δεν ντρέπομαι γι’ αυτούς, αυτοί θα ντρέπονται για μένα. Εγώ τι είμαι; Είμαι το κωλόπαιδο που έρχεσαι και μου τη λες και σου λέω “ρε, ξέρεις ποιος είναι ο μπαμπάς μου;”. Ποιος είναι ο μπαμπάς σου; Εσύ τι έχεις να μας πεις; Αυτό πρέπει να αλλάξει. Είναι δυνατόν να βγαίνει βουλευτής πρόσφατα στην τηλεόραση, να κάνει γυναίκα να κλαίει, και δεν με νοιάζει που λέω γυναίκα, εγώ είμαι του ’75, είμαι λίγο παλιός. Ποιος άνθρωπος θα κάνει έναν άνθρωπο να κλάψει, και δη μια γυναίκα, και θα γελάει στο θέαμα αυτό; Έχουμε παρεξηγήσει πολλές έννοιες. Η ελευθερία θέλει προσοχή».
Η εισβολή του ληστή στο δωμάτιο της κόρης του
Σε ένα από τα πιο προσωπικά σημεία της συνέντευξης, ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε στις δύο κόρες του, αποκαλύπτοντας πως η μεγαλύτερη είναι σήμερα 19 ετών και η μικρότερη 16. Μάλιστα, εξομολογήθηκε πως ένα τρομακτικό περιστατικό που συνέβη όταν η Δέσποινα ήταν μόλις δύο ετών άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την αλήθεια μέσα στην οικογένειά του.
«Η μεγάλη μου κόρη είναι 19 και η μικρή 16. Εγώ μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η αλήθεια, όταν δεν ήταν απαραίτητη, δεν λεγόταν. Την ημέρα της γιορτής μου έγινε ένα περιστατικό. Η Δέσποινα ήταν δύο χρονών και χτύπησε ο συναγερμός. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τον ληστή με φακό, τον είδα στο δωμάτιο της κόρης μου. Παρέλυσα. Κι έγινε ένα περιστατικό που το παιδί βίωσε μια εμπειρία και δεν μπορούσε μετά να κοιμηθεί. Και κάπως έτσι της είπα την αλήθεια, τι έγινε. Ενάμιση μήνα κοιμόμουν στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι της, γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αλλά μετά από έξι μήνες η πληροφορία πέρασε και η ανάμνηση έσβησε. Το είχαμε κλείσει όλο αυτό με την αλήθεια. Εγώ, δυστυχώς, έχω πει περισσότερες αλήθειες για τη ζωή μου και τα λάθη μου στα παιδιά μου απ’ ό,τι θα έπρεπε».
«Ο γάμος γίνεται φυλακή» – Όσα είπε για τις σχέσεις
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας τοποθετήθηκε και για τον θεσμό του γάμου, εξηγώντας γιατί θεωρεί ότι οι κοινωνικές και νομικές δεσμεύσεις μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για μια σχέση. Παρότι εξέφρασε τις επιφυλάξεις του, ξεκαθάρισε πως δεν αποκλείει να παντρευτεί ξανά, εφόσον βρεθεί με τον κατάλληλο άνθρωπο. «Φυλακή γίνεται ο γάμος. Σε δένει με έναν τρόπο κοινωνικό, νομικό. Επιβάλλει ένα μοτίβο συμπεριφοράς. Αυτά αρχίζουν και φθείρουν το ζευγάρι. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η αγάπη δύο ανθρώπων –που το έχω κάνει και θα το ξαναέκανα με τον σωστό άνθρωπο– χρειάζεται οποιαδήποτε επικύρωση οποιασδήποτε αρχής, Θεού και ανθρώπου».
Η τελευταία σκηνή του «Ριφιφί» που τον έκανε να γονατίσει μπροστά στην Ευαγγελία
Ιδιαίτερα συγκινημένος εμφανίστηκε ο Σωτήρης Τσαφούλιας όταν αναφέρθηκε στην τελευταία σκηνή της σειράς «Ριφιφί», περιγράφοντας όσα συνέβησαν πίσω από τις κάμερες και την έντονη συναισθηματική φόρτιση που βίωσαν τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του. Μάλιστα, χαρακτήρισε το συγκεκριμένο γύρισμα μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής του, αποκαλύπτοντας πως η ερμηνεία της Ευαγγελίας ήταν τόσο δυνατή, ώστε ολόκληρο το συνεργείο ξέσπασε σε κλάματα.
«Έπρεπε να καλύψω με τη μυθοπλασία ένα κομμάτι τελείως ελεύθερο, το ποιοι και το γιατί. Το πώς και το πού το ξέραμε από τις ειδήσεις. Η τελευταία σκηνή ήταν μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές στη ζωή μου. Έρχεται σε όλο το έργο η ηρωίδα, παραγγέλνει μια πάστα, τρώει μια κουταλιά, την πληρώνει και φεύγει. Στο τέλος βλέπουμε τι σημαίνει αυτό και γιατί τρώει όλη την πάστα. Το σενάριο γράφει ότι τρώει την πάστα λαίμαργα και κλαίει. Εγώ της λέω της Ευαγγελίας “πρέπει να το γεμίσεις το μάτι, αλλά μην ξεσπάσεις, κράτα το για να κλάψει ο τηλεθεατής”. Έρχεται η παραγωγή και φέρνει ένα κουτί με πέντε πάστες. Μιλούσαμε και λέω “παιδιά, βάλτε της μια πάστα να πάμε μια λήψη, πάρτε τις πάστες πίσω”. “Ευαγγελία, δεν θα πω πάμε. Όταν είσαι έτοιμη, ξεκινάς μόνη σου”. Ξεκινάει, παίρνει τον χρόνο της. Μετά από περίπου μισό λεπτό κάνει ένα έτσι και ξεκινάει. Εγώ βούρκωσα και όταν βουρκώνω εγώ, πιστεύω ότι βουρκώνει κι αυτός που θα το δει μετά. Γυρνάω δίπλα και βλέπω ότι κλαίει όλο το συνεργείο. Και τελειώνει η πάστα και δεν μπορώ να πω κάτι. Σηκώνομαι, μπαίνω στο καφενείο και γονατίζω μπροστά της. Ξέσπασε σε λυγμούς. Αυτό που έχτιζε μέσα της το κρατούσε. Την είχα αγκαλιά και σπάραζε στα χέρια μου. Εξαφανίστηκαν όλοι μέχρι να ηρεμήσει και κάπως έτσι πήραμε αυτή τη σκηνή».




">
">
">
">
">
">
">
">