Η υπόθεση του Βασίλη Παπαθεοδώρου αποτελεί μία από τις πιο συζητημένες των τελευταίων ετών, καθώς συνδέεται με μια απότομη ανατροπή στην πορεία ενός ανθρώπου που μέχρι πρότινος απολάμβανε την αναγνώριση στον χώρο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων, με πολυετή παρουσία και σημαντικές διακρίσεις, βρέθηκε το 2022 στο επίκεντρο, όταν συνελήφθη με την κατηγορία κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας.

Ο ίδιος από την πρώτη στιγμή υποστήριξε ότι το επίμαχο υλικό δεν σχετιζόταν με προσωπικές του προτιμήσεις, αλλά με τη συγγραφική του έρευνα για το βιβλίο «Χωρίς Φίλτρα». Παρά τους ισχυρισμούς του, προφυλακίστηκε και οδηγήθηκε στις φυλακές Τρίπολης, όπου παρέμεινε για έντεκα μήνες, ενώ πρωτόδικα καταδικάστηκε σε επτά χρόνια κάθειρξης. Στη συνέχεια, ωστόσο, αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή ενόψει της έφεσης και τελικά, τον Μάιο του 2024, το Εφετείο τον αθώωσε τελεσίδικα, αποδεχόμενο ότι η κατοχή των αρχείων είχε ερευνητικό χαρακτήρα.

Όσα εξομολογήθηκε ο Βασίλης Παπαθεοδώρου

Σε πρόσφατη εμφάνισή του στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», μίλησε ανοιχτά για όσα βίωσε, επιχειρώντας να δώσει τη δική του οπτική για την υπόθεση και τον προσωπικό του αγώνα.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Εγώ δεν έβλεπα. Αυτό το είπα αυτό και στο δικαστήριο άλλωστε. Δεν με ενδιέφεραν οι πράξεις, δε βοηθάνε στο βιβλίο, πέρα από την απέχθεια που προξενούν. Εμένα με ενδιέφερε η δημιουργία του τραύματος και όχι εκ των υστέρων τι έγινε και πώς ένιωθαν οι πρωταγωνιστές. Όσοι το έχουν διαβάσει το βιβλίο, μου έχουν πει ότι είναι τόσο ρεαλιστικό και τόσο ζωντανό που ναι, τελικά καταλάβαμε το λόγο που ήθελες να χρησιμοποιήσεις αυτά τα αρχεία».

Ο ίδιος δεν δίστασε να αναφερθεί και στη σκληρή κριτική που δέχθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και τα social media, κάνοντας λόγο για μια εμπειρία «ανθρωποφαγίας» που, όπως είπε, τον έχει επηρεάσει βαθιά. Όπως εξομολογήθηκε, εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια φάση άρνησης, προσπαθώντας να διαχειριστεί όσα συνέβησαν.

Παράλληλα, μέσα από την εμπειρία του εγκλεισμού, προχώρησε στη συγγραφή ενός νέου βιβλίου με τίτλο «Σπασμένος χρόνος – 343 μέρες στη φυλακή», όπου καταγράφει όσα έζησε στις φυλακές Τρίπολης.

Μιλώντας για την καθημερινότητα εκεί, περιέγραψε ένα περιβάλλον διαφορετικό από αυτό που φανταζόταν: «Η Τρίπολη είναι μια πάρα πολύ ήσυχη φυλακή, πολύ ήρεμη φυλακή. Δεν υπάρχουν ούτε ναρκωτικά, ούτε μαχαιρώματα, ούτε ξύλο. Έμενα σε έναν θάλαμο με άλλα 25 άτομα. Δεν ένιωσα κίνδυνο, στην αρχή ήμουν σοκαρισμένος. Τις πρώτες μέρες της καραντίνας ήμουν με δύο Ρομά παιδιά. Τα είχα φοβηθεί λιγάκι, αλλά αποδείχθηκαν τα ευγενέστερα πλάσματα του κόσμου, που με είχαν υπό την προστασία τους και με υποστήριζαν».

Ιδιαίτερα φορτισμένη, όπως παραδέχθηκε, ήταν η ημέρα που μεταφέρθηκε στον θάλαμο, όταν τα προσωπικά του στοιχεία είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί. «Εμένα δε με ένοιαζε τι θα γινόταν στο θάλαμο. Ό, τι και να γινόταν, το χειρότερο το είχα βρει εκείνη την ημέρα από τις τηλεοράσεις. Έτσι ήταν η μέρα που είχα παραλύσει. Στην κυριολεξία είχα παραλύσει. Μου φέρθηκαν με πολύ μεγάλη ανθρωπιά. Περίμενα σε ένα μέρος απάνθρωπο να φερθούν απάνθρωπα, αλλά μου φέρθηκαν με ανθρωπιά. Με νοιάζονταν, έκαναν ησυχία για να κοιμηθώ, μέχρι και βάρδιες για να μην κάνω κακό στον εαυτό μου. Διαπίστωσα μετά ότι στο αντίστοιχο μέρος που ζούσα ανθρώπινα, μου φέρθηκαν απάνθρωπα», είπε χαρακτηριστικά.

Παρά την τελική αθώωσή του, ο ίδιος φαίνεται να συνεχίζει να διαχειρίζεται το βάρος όσων προηγήθηκαν, προσπαθώντας να επιστρέψει σταδιακά στην καθημερινότητά του.