Τριάντα χρόνια έχουν περάσει από μία από τις πιο ανατριχιαστικές εγκληματικές υποθέσεις που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Η ιστορία του Θεόφιλου Σεχίδη εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να προκαλεί σοκ, αποτροπιασμό και αμέτρητα ερωτήματα, καθώς το πενταπλό φονικό στη Θάσο το 1996 έμελλε να γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ελληνική εγκληματολογική ιστορία. Ο νεαρός τότε φοιτητής Νομικής κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για τη δολοφονία πέντε μελών της ίδιας του της οικογένειας, σε ένα έγκλημα που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα όχι μόνο για τη βιαιότητά του, αλλά και για τις φρικιαστικές λεπτομέρειες που αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια.

Το καλοκαίρι εκείνο, η ήρεμη κοινωνία της Θάσου βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο των ειδήσεων. Ο 24χρονος Θεόφιλος Σεχίδης είχε αφαιρέσει τη ζωή από τον θείο του, τον πατέρα του, τη μητέρα του, την αδελφή του και τη γιαγιά του μέσα σε διάστημα λίγων ημερών. Η υπόθεση πήρε ακόμη πιο σκοτεινή διάσταση όταν έγινε γνωστό ότι μετά τις δολοφονίες προχώρησε στον τεμαχισμό των σορών, ενώ διατηρούσε τους εγκεφάλους των θυμάτων μέσα στο ψυγείο του σπιτιού, γεγονός που οδήγησε πολλούς να του δώσουν το προσωνύμιο «Έλληνας Χάνιμπαλ».

Το πιο ανατριχιαστικό, όμως, για όσους τον έβλεπαν εκείνες τις ημέρες, ήταν η απόλυτα ψύχραιμη στάση του. Κυκλοφορούσε κανονικά στο νησί, συνομιλούσε με γνωστούς και δεν έδειχνε να τον βαραίνει το παραμικρό. Τίποτα στην εικόνα του δεν πρόδιδε το αιματοκύλισμα που είχε προηγηθεί μέσα στο σπίτι της οικογένειας. Οι πρώτες υποψίες άρχισαν να δημιουργούνται όταν συγγενικά πρόσωπα και φίλοι άρχισαν να ανησυχούν για την ξαφνική εξαφάνιση όλων των μελών της οικογένειας.
Το χρονικό της φρίκης στη Θάσο
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε επίσημα στις 8 Αυγούστου 1996, όταν οι Αρχές προχώρησαν στη σύλληψη του νεαρού φοιτητή ως βασικού υπόπτου για την εξαφάνιση και τη δολοφονία των συγγενών του. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο ίδιος υποστήριξε πως πίστευε ότι η οικογένειά του σχεδίαζε να τον εξοντώσει και πως εκείνος λειτούργησε προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό του. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, οι φόνοι πραγματοποιήθηκαν στις 19 και 20 Μαΐου του 1996. Πρώτο θύμα φέρεται να ήταν ο θείος του, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν ο πατέρας, η μητέρα, η αδελφή και η γιαγιά του. Μετά τις δολοφονίες, αρκετά από τα θύματα αποκεφαλίστηκαν, ενώ στις 21 Μαΐου ο Σεχίδης χρησιμοποίησε αλυσοπρίονο για να τεμαχίσει τις σορούς.
Τα μέλη των θυμάτων τοποθετήθηκαν σε σακούλες σκουπιδιών και μεταφέρθηκαν τμηματικά στη χωματερή της Καβάλας, σε αλλεπάλληλα δρομολόγια που έκανε ο ίδιος χωρίς να κινήσει υποψίες. Εκείνο που προκάλεσε ιδιαίτερο αποτροπιασμό ήταν η παραδοχή του ότι είχε αφαιρέσει τους εγκεφάλους των θυμάτων και τους φύλασσε στο ψυγείο, υποστηρίζοντας ότι το έκανε για «επιστημονική μελέτη».
Η στιγμή που ομολόγησε τα πάντα
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται όταν η σύζυγος του θείου του, η οποία ζούσε στο Βέλγιο, ενημέρωσε τις Αρχές ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με την οικογένεια. Όπως κατέθεσε αργότερα, κάθε φορά που τηλεφωνούσε στο σπίτι απαντούσε μόνο ο Θεόφιλος Σεχίδης, δίνοντας διαφορετικές και αντιφατικές δικαιολογίες για το πού βρίσκονταν οι υπόλοιποι συγγενείς του.
Αρχικά ο ίδιος προσπάθησε να εμφανιστεί ανυποψίαστος. Μάλιστα συμμετείχε και στις έρευνες για τον εντοπισμό των συγγενών του, επιχειρώντας να πείσει ότι δεν γνώριζε τίποτα. Όταν όμως συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη και μεταφέρθηκε για ανάκριση, η στάση του άλλαξε και τελικά ομολόγησε το πενταπλό έγκλημα. Σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει τότε, πίστευε ότι τα μέλη της οικογένειάς του είχαν οργανώσει σχέδιο εξόντωσής του. «Ήθελαν να με σκοτώσουν και πρόλαβα εγώ» είχε αναφέρει χαρακτηριστικά στους αστυνομικούς, υποστηρίζοντας ότι ενήργησε σε αυτοάμυνα. Στην απολογία του επέμεινε πως ήταν θύμα μιας οικογενειακής συνωμοσίας και ότι φοβόταν για τη ζωή του.
Η καταδίκη και ο θάνατός του στη φυλακή
Στις 20 Ιουνίου 1997 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας τον έκρινε ένοχο για τις πέντε δολοφονίες και του επέβαλε ποινή πέντε φορές ισόβιας κάθειρξης. Από τότε κρατήθηκε στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 2016 είχε καταθέσει αίτηση αποφυλάκισης, η οποία τελικά απορρίφθηκε από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ πληροφορίες της εποχής ανέφεραν πως είχε πάρει πολύ βάρος και δυσκολευόταν ακόμη και να αυτοεξυπηρετηθεί.
Ο Θεόφιλος Σεχίδης πέθανε στις 11 Φεβρουαρίου 2019 μέσα στη φυλακή, από παθολογικά αίτια, κλείνοντας έτσι οριστικά ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογίας.


">
">
">
">
">
">
">
">