Οι δυσκολίες τής ζωής ξεκίνησαν για την Έλλη Λαμπέτη πριν ακόμη βγει από την κοιλιά της μάνας της. Ο μαιευτήρας, αφού έβγαλε τον δίδυμο αδελφό της Τάκη, ένα υγιέστατο μωρό τεσσάρων κιλών, πίστευε ότι δύσκολα θα σωνόταν το καχεκτικό κοριτσάκι που ακολουθούσε.
Η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στον γιατρό, είπε ψιθυριστά ότι «θα πεθάνει». Εντούτοις, η θέληση της μάνας και το πείσμα του νεογνού έπειτα από αρκετά λεπτά αγωνίας, θα διαψεύσουν τη θλιβερή πρόγνωση. Το κλάμα του μωρού θα φέρει δάκρυα συγκίνησης και ανακούφισης στη μάνα και τον πατέρα. Ήταν 13 Απριλίου του 1926.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Ελένη Λούκου -το Λαμπέτη θα το υιοθετήσει από τους ήρωες του Αστραπόγιαννου στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη. Ο πατέρας της Κώστας Λούκος είχε ταβέρνα στα Βίλια και η μητέρα της ήταν η Αναστασία Σταμάτη. Είχε τέσσερις αδελφές και τον δίδυμο, πολυαγαπημένο, αδελφό της.
Η Λαμπέτη θα μεγαλώσει σε ένα ευτυχισμένο πλην ταπεινό σπίτι στα Βίλια Αττικής. Ο πατέρας της Κώστας Λούκος το 1928 θα μετακόμιζε μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα.
«Ποτέ άλλοτε από την εποχή της Greta Garbo ο κινηματογραφικός φακός δεν ερωτεύτηκε ένα γυναικείο πρόσωπο, όσο αυτό της Έλλης Λαμπέτη, με τη διαφορά πως η Λαμπέτη είναι και καλή ηθοποιός». Αυτά έγραφαν το 1959 οι New York Times για την εξαίρετη Λαμπέτη, την ηθοποιό που έμελλε να αγαπηθεί από τον φακό και το σανίδι, να αποθεωθεί από κοινό και κριτικούς αλλά και να ταλαιπωρηθεί πολύ από τη μοίρα.
Η Έλλη Λαμπέτη δεν υπήρξε απλώς μια μεγάλη πρωταγωνίστρια, υπήρξε ένα από τα πιο εύθραυστα και ταυτόχρονα πιο φωτεινά σύμβολα της ελληνικής καλλιτεχνικής ψυχής. Ήδη από τα πέντε της αποφασίζει πως θα γίνει ηθοποιός, απόφαση που κρατά κρυφή από τους αυστηρούς γονείς της για σχεδόν μία δεκαετία, μέχρι δηλαδή να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο. Στις εξετάσεις αυτές κόβεται παμψηφεί εξαιτίας του χαρακτηριστικού της ψευδίσματος, ωστόσο δεν τα παρατά. Δίνει εξετάσεις και στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, απαγγέλλοντας τον «Πραματευτή» του Γρυπάρη, και πάλι χωρίς επιτυχία. Τότε, δηλώνει πως θα τα παρατήσει, ωστόσο με τη βοήθεια του οικογενειακού φίλου Σπύρου Μελά, η Μαρίκα Κοτοπούλη πείθεται και δίνει στην έφηβη Έλλη μία ευκαιρία και όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων δεν κάνει λάθος.
Η Λαμπέτη δεν χάνει ούτε ένα μάθημα στη Σχολή, ενώ πηγαίνει και καθημερινά στο σπίτι της Κοτοπούλη για επιπλέον διδασκαλία. Στην πρώτη της παράσταση, το 1941, δεν λέει ούτε λέξη και στη δεύτερη, προφέρει μόνο την ατάκα «Μέντες, καραμέλες, σοκολάτες». Μόλις έναν χρόνο μετά, η Κοτοπούλη της δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Η Χάνελλε πάει στον παράδεισο». Η Λαμπέτη είναι μόλις δέκα έξι ετών. Ο θίασος ξεσηκώνεται και ηθοποιοί και μαθητές απεργούν, καθώς θεωρούν αδιανόητο να πρωταγωνιστήσει μία τόσο νεαρή σπουδάστρια. Η παράσταση εν τέλει ανεβαίνει κανονικά τη σεζόν 1942-1943. Οι κριτικές για την 16χρονη Έλλη Λαμπέτη είναι εξαιρετικές και το χειροκρότημα άφθονο. Ο Τύπος την αποκαλεί «το ταλαντούχο Λαμπετάκι», ενώ η Κοτοπούλη δηλώνει πως θέλει να την υιοθετήσει. Παρά τη μεγάλη τους αγάπη, η εξαφάνιση και πολύμηνη απουσία της Λαμπέτη στο Παρίσι για χάρη του πρώτου της έρωτα, πικραίνει την Μαρίκα Κοτοπούλη και οι δύο ηθοποιοί απομακρύνονται.
Η ζωή της, γεμάτη ένταση, απώλειες, μεγάλους έρωτες και αδιάκοπη δημιουργία, μοιάζει με αρχαία τραγωδία που εκτυλίχθηκε στον 20ό αιώνα.
Οι τραγικές απώλειες που την τσάκισαν
Από τα πρώτα της χρόνια γνώρισε τη σκληρότητα της ζωής. Η οικογένειά της σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες απώλειες, με τον θάνατο της μητέρας της να αφήνει ένα τεράστιο κενό. Παρά την τόση επιτυχία, ο πόνος και η απώλεια δεν απουσιάζουν από τη ζωή της. Μέσα σε σχεδόν μία δεκαετία χάνει επτά μέλη της οικογένειάς της. Αυτό ήταν και το πρελούδιο στο προσωπικό της δράμα. Το 1941, χάνει τον δίδυμο αδερφό της, Τάκη, από φυματίωση∙ χάνει, όπως δήλωσε χρόνια αργότερα στον Φρέντυ Γερμανό, «το άλλο της μισό». Το 1944, κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών, η μητέρα της πλέκει στο παράθυρο και την βρίσκει αδέσποτο βόλι στο κεφάλι.
Το 1955 και το 1958 δύο από τις αδερφές της χάνουν τη ζωή τους από τον καρκίνο του μαστού και μετά από λίγο καιρό άλλη μία αδερφή της σκοτώνεται σε τροχαίο. Η Λαμπέτη σοκάρεται τόσο που παθαίνει πάρεση και για λίγο καιρό χάνει την όρασή της. Ο φόβος για την επάρατο ριζώνει μέσα της. Πιστεύει πως η ασθένεια που ξεκλήρισε τη μισή της οικογένεια θα προσβάλλει και την ίδια, πράγμα που συνέβη. Αυτή η πρόωρη επαφή με τη θλίψη και την απουσία διαμόρφωσε τον χαρακτήρα της, μια γυναίκα βαθιά ευαίσθητη, σχεδόν διάφανη συναισθηματικά, που έμοιαζε να κουβαλά μέσα της έναν μόνιμο πόνο.
Αυτή ακριβώς η εύθραυστη φύση όμως έγινε ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό της προσόν. Δεν ήταν η ηθοποιός της υπερβολής· αντίθετα, η δύναμή της βρισκόταν στη λεπτομέρεια, στη σιωπή, στο βλέμμα. Οι δάσκαλοί της διέκριναν νωρίς ότι επρόκειτο για μια σπάνια περίπτωση: μια ηθοποιό που δεν υποκρίνεται, αλλά βιώνει.
Η καριέρα της απογειώθηκε τη δεκαετία του ’50, μια περίοδο όπου το ελληνικό θέατρο και ο κινηματογράφος γνώριζαν άνθηση. Εκείνη βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της δημιουργικής έκρηξης. Συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες, αλλά η πιο καθοριστική παρουσία στη ζωή και την καριέρα της ήταν ο Δημήτρης Χορν.
Ο έρωτάς τους υπήρξε θυελλώδης, βαθύς και σχεδόν μυθικός. Δεν ήταν απλώς ένα ζευγάρι της σκηνής· ήταν δύο ψυχές που καθρεφτίζονταν η μία στην άλλη. Μαζί δημιούργησαν μερικές από τις πιο αξέχαστες θεατρικές στιγμές, ενώ η χημεία τους στη σκηνή ήταν σχεδόν μαγνητική. Το κοινό δεν έβλεπε απλώς δύο ηθοποιούς· έβλεπε έναν αληθινό έρωτα να ξετυλίγεται μπροστά του.
Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει με τους μεγάλους έρωτες, η σχέση τους δεν άντεξε. Οι προσωπικές ανασφάλειες, η ένταση των χαρακτήρων και η πίεση της δημοσιότητας οδήγησαν στον χωρισμό. Ο δεσμός τους, όμως, δεν έσβησε ποτέ πραγματικά. Παρέμεινε ένα ανοιχτό κεφάλαιο, μια πληγή που δεν έκλεισε, αλλά και μια ανάμνηση που τους καθόρισε.
Οι άντρες στην ζωή της και ο Χόρν
Μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της Λαμπέτη, ο έρωτας. «Όταν ερωτεύομαι έχω 40 πυρετό, μπορώ να κάνω τα πάντα», εξομολογείται τη δεκαετία του 60’. Το 1943, σε ηλικία μόλις δέκα επτά ετών, αμέσως μετά την μεγάλη επιτυχία «Η Χάνελλε πάει στον παράδεισο» γνωρίζει και ερωτεύεται τον διπλωμάτη Θεόδωρο Ζγουρδέλη και πείθεται να παρατήσει το θέατρο και να τον ακολουθήσει στο Παρίσι. Το 1945 επιστρέφει στην Αθήνα και για καιρό πολιορκείται από τον νεαρό τότε Αλέκο Αλεξανδράκη. Μένουν μαζί για σχεδόν έξι μήνες. Όταν, ωστόσο, του εκφράζει την επιθυμία της για γάμο και παιδιά, εκείνος την χωρίζει και φεύγει σε περιοδεία. Ο έρωτάς τους, από τους πιο καυτούς που υπήρξαν ποτέ στο καλλιτεχνικό στερέωμα, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή, θα λήξει άδοξα σε λίγους μήνες, λόγω και της καλλιτεχνικής αντιζηλίας τους.
Στη συνέχεια, γνωρίζει τον Μάριο Πλωρίτη με αφορμή μια κριτική του στα «Νέα» για το παίξιμό της και το 1950 παντρεύονται-αποτέλεσμα και πάλι κεραυνοβόλου έρωτα. Θα ζήσουν μαζί με την οικογένειά της στο σπίτι στην οδό Ασκληπιού και εκείνος θα τη φωτογραφίζει συνεχώς με μία πρωτόγνωρη ερωτική διάθεση. Ωστόσο, ο γάμος θα τερματιστεί έπειτα από τρία χρόνια -αν και έμειναν φίλοι για πάντα.
Με τον Πλωρίτη τούς συνδέει μεγάλη αγάπη και αλληλοεκτίμηση. Γίνονται εκτός από σύζυγοι και συνεργάτες. Η ιδέα του Πλωρίτη για θίασο «Λαμπέτη-Παππά-Χορν» υλοποιείται, μετά τη διαμεσολάβηση του Παππά, παρά την τεράστια αντιπάθεια μεταξύ Λαμπέτη και Χορν. Μετά από αρκετές ταινίες και παραστάσεις, καθώς και πολύμηνα κοινά γυρίσματα στην Αίγυπτο, η Λαμπέτη χωρίζει τον Πλωρίτη και γίνεται ζευγάρι με τον Χορν. Πίσω από την μεγάλη έχθρα τους, κρυβόταν ένας ακόμα πιο μεγάλος έρωτας. Ανάμεσά τους, πέρα από έρωτα, υπάρχει αμοιβαίος θαυμασμός αλλά και ανταγωνισμός – η Λαμπέτη αναγνωρίζεται και διεθνώς, πράγμα που δεν συμβαίνει στον Χορν. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες και αυτό επηρεάζει την καθημερινότητά τους. Ο Χορν, εκ γενετής bon viveur, αγαπά τις συναθροίσεις με κοσμικούς μετά το θέατρο, ενώ η Λαμπέτη λατρεύει τη γαλήνη του σπιτιού της.
Εκτός από τη συνεργασία τους στο θέατρο, με τον Χορν θα γυρίσουν μαζί και σημαντικές ταινίες. Οι εμφανίσεις της στον κινηματογράφο ήταν λιγοστές. Θα κάνει το ντεμπούτο της το 1946 στο δραματικό «Αδούλωτοι Σκλάβοι», ενώ τον πρώτο πρωταγωνιστικό της ρόλο θα πάρει στη ρομαντική κωμωδία «Διαγωγή Μηδέν» του Γαζιάδη, έχοντας δίπλα της τους Λάμπρο Κωνσταντάρα και Ντίνο Ηλιόπουλο. Με τον Χορν θα πρωταγωνιστήσουν στην ρομαντική κομεντί «Κυριακάτικο Ξύπνημα» και στο δραματικό «Το Κορίτσι με τα Μαύρα», σε σκηνοθεσία Κακογιάννη, ενώ θα κρατήσουν δυο σπουδαίους αξέχαστους ρόλους και στο σπονδυλωτό κλασικό δράμα του Γιώργου Τζαβέλλα «Η Κάλπικη Λίρα».
Δες σκηνές από την ταινία “Το κορίτσι με τα μαύρα:
Στον κινηματογράφο, η παρουσία της ήταν εξίσου σημαντική. Η ταινία “Κυριακάτικο Ξύπνημα” αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιαίτερης γοητείας της. Η ερμηνεία της ήταν φυσική, σχεδόν ανεπιτήδευτη, και γι’ αυτό βαθιά συγκινητική. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει· απλώς υπήρχε μπροστά στην κάμερα, και αυτό αρκούσε.
Η πολυτάραχη σχέση της με τον Δημήτρη Χορν θα τελειώσει το 1959, έπειτα από σημαντικά προβλήματα και αντιπαλότητες. Η Λαμπέτη είχε χάσει ήδη τρεις από τις αδερφές της από καρκίνο κάτι που την είχε αφήσει κλονισμένη συναισθηματικά. Θεωρείται ότι ο καταλύτης στη σχέση της με τον Χορν ήταν όταν η Λαμπέτη έμεινε έγκυος. Η ηθοποιός ήθελε να κρατήσουν το παιδί αλλά ο Χορν έδειξε να μην είναι τόσο σίγουρος. Όπως αποκάλυψε στη βιογραφία της «Η Τελευταία Παράσταση», η Λαμπέτη αποφάσισε τελικά να κάνει έκτρωση χωρίς να του το πει. Ωστόσο, η εγχείρηση δεν πήγε καλά και παραλίγο να χάσει τη ζωή της. Σε συνεντεύξεις που έδωσαν αμέσως μετά τον χωρισμό τους οι ίδιοι μιλούσαν για τα μειονεκτήματα της σχέσης τους και την απόφαση που είχαν πάρει να μην συνεχίσουν μαζί. Δες βίντεο με την χαρακτηριστική σκηνή “Σε αγαπώ” από την “Κάλπικη Λίρα”
Το 1993 ο Δημήτρης Χόρν δίνει συνέντευξη και μεταξύ άλλων αναφέρει για την Έλλη Λαμπέτη: « Από τον έρωτα στο μίσος ένα βήμα υπάρχει… Ήμασταν μαζί επτά χρόνια. Αφόρητη ζηλιάρα. Δεν τολμούσα ούτε βλέμμα να ρίξω σε άλλη γυναίκα. Γινόταν χαλασμός. Ζήλευα κι εγώ ελεεινά. Όταν με άφησε, ήμουν σαν ταύρος εν υαλοπωλείω. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Δεν μπορώ να πω πως δεν την αγάπησα. Και τη θαύμαζα πολύ ως ηθοποιό. Αλλά δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου». Δες απόσπασμα από την συνέντευξή του:
Την άποψη του ηθοποιού θα έρθει να ενισχύσει η Έλλη Λαμπέτη στη Φρίντα Μπιούμπι και στις σελίδες της βιογραφίας της «Η τελευταία παράσταση». «Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια-τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως».
«Ήταν τότε, όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο “Για να δούμε πως θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια”. Δηλαδή, ο Χορν με την υψηλή καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα. Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μία από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε. Εκείνο που μας ένωνε πολύ, ήταν η ισοτιμία. Θαυμάζαμε ο ένας τον άλλον, είχαμε αμοιβαία εκτίμηση για τη δουλειά μας, για το ταλέντο μας. Μας άρεσε αυτή η ζωή, να γυρίζουμε στο σπίτι μαζί, να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα . Δεν παντρευτήκαμε, αλλά ζήσαμε μαζί εφτά χρόνια. Κι όταν χωρίσαμε και δεν τρωγόμαστε πια, τον αγαπούσα ακόμα περισσότερο».
Στη συνέχεια της ζωής της, η Λαμπέτη αναζήτησε ξανά την αγάπη και τη σταθερότητα. Παντρεύτηκε τον Αμερικανό συγγραφέα Frederic Wakeman, μια σχέση που της άνοιξε νέους ορίζοντες. Μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες και προσπάθησε να χτίσει μια νέα ζωή μακριά από την Ελλάδα. Για ένα διάστημα φάνηκε ότι ίσως να είχε βρει την ηρεμία που τόσο αναζητούσε. Η σπάνια ξενόγλωσση ταινία της Έλλης Λαμπέτη «The Wastrel (Χαμένο Κορμί)» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και σενάριο Frederic Wakeman, με την οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ των Καννών του 1961 ήταν ένα μεγάλο της όνειρο που πραγματοποιήθηκε ανοίγοντας τα φτερά της στο εξωτερικό. Δες σκηνές από την ταινία:
Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Η απόσταση από την πατρίδα της, οι πολιτισμικές διαφορές και οι προσωπικές της ευαισθησίες δημιούργησαν ρωγμές στη σχέση. Ο γάμος δεν άντεξε και κατέληξε σε διαζύγιο, αφήνοντάς την για ακόμη μία φορά αντιμέτωπη με τη μοναξιά.
Παρά τα πλήγματα, η Λαμπέτη επέστρεφε πάντα στη σκηνή. Το θέατρο ήταν το καταφύγιό της, ο χώρος όπου μπορούσε να μετατρέψει τον πόνο σε τέχνη. Η ερμηνεία της στο “Λεωφορείον ο Πόθος” θεωρείται μία από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας της. Στον ρόλο της Μπλανς Ντιμπουά, η Λαμπέτη δεν υποδυόταν απλώς μια γυναίκα που καταρρέει· γινόταν η ίδια η κατάρρευση, αποκαλύπτοντας με σπαρακτικό τρόπο την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο εφιάλτης της μητρότητας, η απαγωγή και τα δικαστήρια
Την άνοιξη του 1970 η μητρότητα μπαίνει στη ζωή της Λαμπέτη με έναν περίεργο τρόπο. Ένας νεαρός θαυμαστής της έχει εξωσυζυγική σχέση από την οποία προκύπτει μία εγκυμοσύνη. Ο απεγνωσμένος νέος πατέρας εξηγεί στην Λαμπέτη πως αδυνατεί να αναλάβει το παιδί αυτό και εκείνη προσφέρεται να το μεγαλώσει για όσο χρειαστεί. Η Έλλη δένεται όλο και περισσότερο μαζί του, ενώ η καρδιά της λιώνει όταν εκείνο ξεκινά να την αποκαλεί «μαμά». Αφιερώνεται ολοκληρωτικά στη μικρή Ελίζα και παρατάει ακόμα και το θέατρο. Εκείνη και ο Αμερικανός σύζυγός της μεγαλώνουν τη μικρή, έχοντας ξεχάσει πως κάποτε θα την επιστρέψουν στη φυσική της οικογένεια. Το κοριτσάκι μένει μαζί τους για περίπου πέντε παραμυθένια χρόνια. Το 1974, όμως, έμελλε να ξεκινήσει ο εφιάλτης. Οι φυσικοί γονείς της, αφού παντρεύονται, διεκδικούν τη μικρή Ελίζα και η υπόθεση παίρνει τον δρόμο της Δικαιοσύνης με την Λαμπέτη να καταρρέει μέρα με τη μέρα. Αποκορύφωμα της τραγωδίας, η «απαγωγή» του παιδιού από τους φυσικούς του γονείς. Το ζευγάρι παίρνει τη μικρή για μία βόλτα, όπως προέβλεπε ο νόμος, όμως δεν την επέστρεψε ποτέ.
Την άνοιξη του 1970 η μητρότητα μπαίνει στη ζωή της Λαμπέτη με έναν περίεργο τρόπο. Ένας νεαρός φίλος της έχει εξωσυζυγική σχέση από την οποία προκύπτει μία εγκυμοσύνη. Ο απεγνωσμένος νέος πατέρας εξηγεί στην Λαμπέτη πως αδυνατεί να αναλάβει το παιδί αυτό και εκείνη προσφέρεται να το μεγαλώσει για όσο χρειαστεί. Η Έλλη δένεται όλο και περισσότερο μαζί του, ενώ η καρδιά της λιώνει όταν εκείνο ξεκινά να την αποκαλεί «μαμά». Αφιερώνεται ολοκληρωτικά στη μικρή Ελίζα και παρατά ακόμα και το θέατρο. Εκείνη και ο Αμερικανός σύζυγός της μεγαλώνουν τη μικρή, έχοντας ξεχάσει πως κάποτε θα την επιστρέψουν στη φυσική της οικογένεια. Το κοριτσάκι μένει μαζί τους για περίπου πέντε παραμυθένια χρόνια. Το 1974, όμως, έμελλε να ξεκινήσει ο εφιάλτης. Οι φυσικοί γονείς της, αφού παντρεύονται, διεκδικούν τη μικρή Ελίζα και η υπόθεση παίρνει τον δρόμο της Δικαιοσύνης με την Λαμπέτη να καταρρέει μέρα με τη μέρα. Αποκορύφωμα της τραγωδίας, η «απαγωγή» του παιδιού από τους φυσικούς του γονείς. Το ζευγάρι παίρνει τη μικρή για μία βόλτα, όπως προέβλεπε ο νόμος, όμως δεν την επέστρεψε ποτέ.Έτσι και έγινε. Ίσως η ηθοποιός να μην περίμενε ποτέ πόσο γρήγορα θα δεθεί με το κοριτσάκι, το οποίο μεγάλωνε μαζί με τον σύζυγό της σαν δικό τους. Λίγο αργότερα, το μωρό είπε την πρώτη του λέξη: «μαμά». Το κοριτσάκι έζησε μαζί τους σχεδόν πέντε χρόνια, μέσα στα οποία η ζωή της Λαμπέτη άλλαξε ολοκληρωτικά. Η υπόθεση έφθασε στα δικαστήρια, κάτι που βύθισε τη Λαμπέτη στην κατάθλιψη. Η υπόθεση έγινε πρωτοσέλιδο με το αδηφάγο κοινό να παρακολουθεί την κάθε εξέλιξη από την τηλεόραση σαν να πρόκειται για σαπουνόπερα. Αποκορύφωμα της τραγωδίας ήταν η «απαγωγή» του παιδιού από τους φυσικούς του γονείς. Το ζευγάρι πήρε τη μικρή για μια βόλτα, όπως προέβλεπε ο νόμος, αλλά δεν την επέστρεψε ποτέ. Η Λαμπέτη κατέρρευσε ψυχολογικά, αλλά δε σταμάτησε να αναζητά για χρόνια το παιδί, τη Λίζα.Η περιπέτεια αυτή θα την ρίξει στη μελαγχολία, θα την απομακρύνει από το θέατρο, μέχρι να ξαναβρεί το τελευταίο κουράγιο να ξανανέβει στη σκηνή.
100 χρόνια από την γέννησή της και η τελευταία παράσταση
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, έπειτα από εξαντλητικές θεραπείες, θα χάσει μία από τις πολλές μάχες που έδωσε στη ζωή της, την καθοριστική και θα αφήσει την τελευταία της πνοή σε νοσοκομείο των ΗΠΑ. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1983 η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα και την επομένη κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών ενώ ένα τεράστιο πλήθος, ανάμεσά του και όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου, θα τη συνοδεύσει στην τελευταία κατοικία της. Όμως, το μελαγχολικό βλέμμα της, η ερωτική της φωνή, με το γοητευτικό ψεύδισμα, η ορμή μίας παθιασμένης γυναίκας, μιας τεράστιας ηθοποιού, θα μας συντροφεύει για πάντα. Όταν έφυγε από τη ζωή, η Ελλάδα έχασε όχι μόνο μια σπουδαία ηθοποιό, αλλά και ένα σύμβολο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε η βιογραφία της από τη δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπη, με τίτλο: “Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση”, στην οποία η συγγραφέας παραθέτει κομμάτια από τη ζωή της ηθοποιού, όπως εκείνη της τα αφηγήθηκε, μερικούς μήνες πριν φύγει από τη ζωή. Η απουσία της άφησε ένα κενό που δεν καλύφθηκε ποτέ. Ωστόσο, η κληρονομιά της παραμένει ζωντανή. Οι ερμηνείες της συνεχίζουν να συγκινούν, να εμπνέουν και να θυμίζουν τι σημαίνει αληθινή τέχνη.
Η εκατονταετηρίδα από τη γέννησή της αποτελεί μια ευκαιρία να επανεκτιμηθεί το έργο και η ζωή της. Η Λαμπέτη δεν ήταν απλώς μια ηθοποιός της εποχής της· ήταν μια καλλιτέχνιδα που ξεπέρασε τα όρια του χρόνου.
Δες το βίντεο με σπάνια συνέντευξή της από την εκπομπή “Παρασκήνιο”:
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο μυστικό της να βρίσκεται σε αυτή την αντίφαση, μια γυναίκα τόσο εύθραυστη, αλλά μια τόσο έντονη προσωπικότητα που κατάφερε να αφήσει ένα τόσο ισχυρό αποτύπωμα. Μια ύπαρξη που βασανίστηκε από την ίδια της την ευαισθησία, αλλά ακριβώς μέσα από αυτήν δημιούργησε κάτι αληθινό και διαχρονικό.
Η ζωή της δεν ήταν εύκολη, ούτε ευτυχισμένη με την παραδοσιακή έννοια. Ήταν όμως γεμάτη ένταση, πάθος και αλήθεια. Και ίσως αυτό να είναι που την κάνει τόσο γοητευτική μέχρι σήμερα, ότι δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει κάτι άλλο από αυτό που ήταν.
Μια γυναίκα που αγάπησε βαθιά, πόνεσε αληθινά και έζησε κάθε στιγμή με απόλυτη ένταση. Και μια ηθοποιός που κατάφερε να μετατρέψει αυτή την ένταση σε τέχνη, αφήνοντας πίσω της έναν μύθο που δύσκολα θα επαναληφθεί.