Στις σημαντικές αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στη διαχείριση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας μετά τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα αναφέρθηκε η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου.

Μιλώντας στην ΕΡΤ, η κ. Δημογλίδου σχολίασε το βούλευμα με το οποίο παραπέμπονται σε δίκη οι τέσσερις αστυνομικοί που εμπλέκονται στην υπόθεση της δολοφονίας της 28χρονης έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων.

Κωνσταντία Δημογλίδου

«Γι’ αυτό υπάρχει και αυτή η απόφαση ώστε να παραπεμφθούν σε δίκη τέσσερις αστυνομικοί. Βέβαια, για τον καθένα θα αποφασίσει η Δικαιοσύνη ξεχωριστά ποια είναι η ευθύνη τους σε αυτό το περιστατικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Κωνσταντία Δημογλίδου: «Η Κυριακή έφτασε σε αστυνομική υπηρεσία και έφυγε αβοήθητη»

Η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η Κυριακή Γρίβα είχε ζητήσει βοήθεια από αστυνομική υπηρεσία, ωστόσο τελικά αποχώρησε χωρίς να λάβει την προστασία που χρειαζόταν, με τραγική κατάληξη.

«Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος έφτασε σε μια αστυνομική υπηρεσία, όπως αναφέρατε και εσείς, και ουσιαστικά έφυγε αβοήθητος με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του, προφανώς και είναι εντελώς διαφορετικός ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τα περιστατικά από την Ελληνική Αστυνομία», τόνισε.

Σύμφωνα με την ίδια, η διαφοροποίηση στον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών γίνεται πλέον αντιληπτή και από τις ίδιες τις γυναίκες που απευθύνονται στις αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες.

Τα 65 εξειδικευμένα γραφεία της ΕΛ.ΑΣ.

Όπως επισήμανε η Κωνσταντία Δημογλίδου, σήμερα λειτουργούν συνολικά 65 εξειδικευμένα γραφεία ενδοοικογενειακής βίας σε ολόκληρη τη χώρα. Τα συγκεκριμένα τμήματα στελεχώνονται από αστυνομικούς που έχουν λάβει ειδική εκπαίδευση, ώστε να μπορούν να χειρίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία και αποτελεσματικότητα ανάλογες υποθέσεις.

«Κάθε γυναίκα που φτάνει σε μια υπηρεσία αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να το διαπιστώσει αυτό», σημείωσε.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το εξειδικευμένο προσωπικό είναι σε θέση να εντοπίσει ενδείξεις ή προβλήματα τα οποία ένα θύμα ενδέχεται να δυσκολεύεται ή να μη θέλει να αποκαλύψει στους αστυνομικούς.

Η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. αναφέρθηκε ακόμη στον χρόνο που συχνά χρειάζονται οι κακοποιημένες γυναίκες μέχρι να βρουν τη δύναμη να ζητήσουν βοήθεια. Όπως εξήγησε, σε πολλές περιπτώσεις η κακοποίηση έχει ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, όμως μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι τη στιγμή που το θύμα θα αποφασίσει να απευθυνθεί στις Αρχές.

Τα «θεαματικά αποτελέσματα» του Panic Button

Ξεχωριστή αναφορά έκανε η κ. Δημογλίδου και στην εφαρμογή Panic Button, η οποία, όπως υποστήριξε, έχει αποφέρει «θεαματικά αποτελέσματα» στην προστασία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.

«Υπάρχουν περιστατικά στα οποία επενέβησαν οι αστυνομικοί επειδή το θύμα χρησιμοποίησε την εφαρμογή και ουσιαστικά σώθηκε την τελευταία στιγμή από τα χέρια του κακοποιητή», δήλωσε.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της ΕΛ.ΑΣ., αλλαγές έχουν καταγραφεί και στον τρόπο με τον οποίο η Δικαιοσύνη διαχειρίζεται αυτές τις υποθέσεις. Μεταξύ άλλων, εφαρμόζονται περιοριστικοί όροι και αποφασίζεται η προφυλάκιση κατηγορουμένων, ενώ προβλέπονται και δυνατότητες παράτασης της κράτησης, προκειμένου το θύμα να παραμένει ασφαλές μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Δημογλίδου Κωνσταντία
(ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI)
Εξετάζονται ακόμη και οι ανώνυμες καταγγελίες

Η Κωνσταντία Δημογλίδου ξεκαθάρισε ότι για να κινητοποιηθούν οι Αρχές δεν απαιτείται πλέον η καταγγελία να έχει υποβληθεί αποκλειστικά από το ίδιο το θύμα.

«Ακόμη και αν η καταγγελία δεν προέρχεται από το ίδιο το θύμα, αλλά από κάποιο τρίτο πρόσωπο, ακόμη και μία ανώνυμη καταγγελία εξετάζεται, παρόλο που το θύμα μπορεί να μη θέλει να κινήσει τη διαδικασία», ανέφερε.

Όπως διευκρίνισε, τα αδικήματα που συνδέονται με την ενδοοικογενειακή βία διώκονται αυτεπάγγελτα. Αυτό σημαίνει ότι οι αστυνομικοί έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν μία υπόθεση ακόμη και όταν το ίδιο το θύμα δεν έχει καταθέσει επίσημη καταγγελία.

Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. σημείωσε ότι μετά τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα έχουν δρομολογηθεί ουσιαστικές αλλαγές τόσο στη λειτουργία των αστυνομικών υπηρεσιών όσο και στο πλαίσιο αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας, με βασικό στόχο την έγκαιρη επέμβαση των Αρχών και την αποτελεσματικότερη προστασία των θυμάτων.