Υπάρχουν εγκλήματα που, ακόμη κι αν περάσουν δεκαετίες, εξακολουθούν να προκαλούν ανατριχίλα. Η δολοφονία της οικογένειας Χρυσαφίδη στην Εκάλη ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία. Τέσσερις άνθρωποι βρέθηκαν νεκροί μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, ένας άνθρωπος από το στενό περιβάλλον τους βρέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών και μια σειρά από στοιχεία δημιούργησαν ένα μυστήριο που έμεινε γνωστό ως η υπόθεση του «Ταϊλανδού μπάτλερ».
Ήταν καλοκαίρι του 1991 όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα από τα πιο φρικιαστικά πολλαπλά εγκλήματα που είχαν απασχολήσει μέχρι τότε τις Αρχές. Θύματα ήταν ο 48χρονος βιομήχανος Μιχάλης Χρυσαφίδης, η 49χρονη σύζυγός του Ελισάβετ και οι δύο γιοι τους, Γιώργος και Μιχάλης-Δημήτρης, ηλικίας 18 και 16 ετών.
Το μακάβριο εύρημα μέσα στη βίλα της Εκάλης
Η τραγωδία αποκαλύφθηκε στις 24 Ιουνίου 1991. Η οικογένεια είχε εξαφανιστεί για αρκετές ημέρες από προσώπου γης, χωρίς κανένα από τα μέλη της να έχει επικοινωνήσει με συγγενείς ή φίλους. Η παρατεταμένη σιωπή προκάλεσε ανησυχία και τελικά ο ανιψιός του Μιχάλη Χρυσαφίδη μαζί με έναν γείτονα αποφάσισαν να μπουν στη βίλα της οικογένειας στην Εκάλη. Εκεί ήρθαν αντιμέτωποι με ένα αποτρόπαιο θέαμα.
Τα τέσσερα μέλη της οικογένειας εντοπίστηκαν νεκρά σε διαφορετικούς χώρους του σπιτιού. Τα θύματα έφεραν σημάδια άγριου ξυλοδαρμού και κακοποίησης, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης είχαν χρησιμοποιηθεί ένα τσεκούρι και μία βαριοπούλα. Ήταν δεμένα και φιμωμένα, ενώ οι σοροί τους είχαν καλυφθεί με κουβέρτες και πετσέτες. Η Ελισάβετ, την οποία οι δικοί της αποκαλούσαν «Λιζ», είχε βρεθεί σε διαφορετικό δωμάτιο από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και φορούσε ένα ακριβό φόρεμα.
Από τις πρώτες ώρες των ερευνών ένα πρόσωπο άρχισε να απασχολεί έντονα την Ασφάλεια. Ήταν ο 28χρονος τότε Πρασέρτ Σερτουσουάνα από την Ταϊλάνδη, ο μπάτλερ της οικογένειας. Εργαζόταν στο σπίτι των Χρυσαφίδηδων περίπου δύο χρόνια και είχε τόσο στενή σχέση με την καθημερινότητά τους ώστε διέμενε μέσα στη βίλα, σε δικό του δωμάτιο. Στην οικογένεια τον αποκαλούσαν «Τάι».

Οι έρευνες έδειξαν ότι στις 21 Ιουνίου ο ίδιος είχε αναχωρήσει για την Μπανγκόκ μαζί με τη σύζυγό του, τη μητέρα του και τη θεία του. Η αναχώρησή τους χαρακτηρίστηκε από τις Αρχές βιαστική, ενώ ιδιαίτερη σημασία δόθηκε και σε όσα φέρεται να έλεγε ο μπάτλερ τις προηγούμενες ημέρες σε ανθρώπους που αναζητούσαν την οικογένεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής, όταν φίλοι ή συγγενείς ρωτούσαν πού βρίσκονταν οι Χρυσαφίδηδες, εκείνος τους καθησύχαζε λέγοντας πως είχαν φύγει για λίγες ημέρες διακοπές.
Δεν σκοτώθηκαν την ίδια ημέρα
Η ιατροδικαστική εξέταση πρόσθεσε μία ακόμη ανατριχιαστική διάσταση στην υπόθεση. Οι τέσσερις άνθρωποι, σύμφωνα με τα τότε ευρήματα, δεν είχαν χάσει τη ζωή τους ταυτόχρονα. Οι θάνατοι φαίνεται ότι είχαν σημειωθεί σε διαφορετικές ημέρες. Πρώτα τοποθετήθηκε χρονικά η δολοφονία των δύο παιδιών, στις 20 Ιουνίου. Ακολούθησε ο θάνατος του πατέρα στις 21 Ιουνίου, ενώ η μητέρα φέρεται να έχασε τη ζωή της τελευταία, στις 23 Ιουνίου. Αυτό το στοιχείο έμελλε να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της υπόθεσης. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα των ερευνών, όταν εκτιμήθηκε ότι δολοφονήθηκε η Ελισάβετ Χρυσαφίδη, ο Ταϊλανδός μπάτλερ είχε ήδη αναχωρήσει από την Ελλάδα και βρισκόταν καθ’ οδόν ή είχε φτάσει στην πατρίδα του. Έτσι δημιουργήθηκε ένα κρίσιμο ερώτημα: αν οι χρόνοι θανάτου ήταν ακριβείς, υπήρχε και δεύτερο πρόσωπο μέσα στη βίλα;
Το σενάριο της ληστείας
Οι αστυνομικοί προσπάθησαν παράλληλα να εντοπίσουν το κίνητρο πίσω από το τετραπλό έγκλημα. Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάστηκαν ήταν εκείνο της ληστείας. Οι Αρχές εκτιμούσαν ότι ο εύπορος βιομήχανος ενδεχομένως διατηρούσε σημαντικά χρηματικά ποσά και πολύτιμα αντικείμενα στο χρηματοκιβώτιο του σπιτιού. Όταν όμως το χρηματοκιβώτιο ερευνήθηκε, βρέθηκαν ελάχιστα χρήματα και κοσμήματα, γεγονός που ενίσχυσε την εκτίμηση ότι πολύτιμα αντικείμενα μπορεί να είχαν αφαιρεθεί. Παράλληλα, όμως, ο τρόπος με τον οποίο είχαν δολοφονηθεί τα τέσσερα μέλη της οικογένειας και κυρίως το γεγονός ότι οι θάνατοι φαίνεται να απείχαν χρονικά μεταξύ τους έκαναν την υπόθεση πολύ πιο σύνθετη από μία συνηθισμένη ληστεία μετά φόνου.

Με τον Πρασέρτ Σερτουσουάνα να βρίσκεται πλέον στην Ταϊλάνδη, οι ελληνικές Αρχές επιχείρησαν να τον φέρουν πίσω στην Ελλάδα προκειμένου να λογοδοτήσει ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης. Ακολούθησαν επαφές με τις αρχές της Ταϊλάνδης και παρεμβάσεις μέσω της Ιντερπόλ. Το ζήτημα απασχόλησε μάλιστα υπηρεσιακούς παράγοντες των δύο χωρών σε υψηλού επιπέδου συναντήσεις το 1993 και το 1995. Ωστόσο, η έκδοσή του στην Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε. Έτσι δεν υπήρξε η δικαστική διαδικασία στην Ελλάδα που θα μπορούσε να δώσει οριστικές απαντήσεις για τον ρόλο του και για όσα ακριβώς συνέβησαν μέσα στη βίλα.
Η διαθήκη που πρόσθεσε ακόμη ένα ερωτηματικό
Μέσα στην ήδη περίπλοκη υπόθεση ήρθε να προστεθεί ακόμη ένα στοιχείο που συζητήθηκε έντονα εκείνη την περίοδο. Ο Μιχάλης Χρυσαφίδης είχε αφήσει χειρόγραφη διαθήκη στην οποία φερόταν να προβλέπει ότι, εάν συνέβαινε κάτι σε ολόκληρη την οικογένειά του, η περιουσία του θα περνούσε στον ανιψιό του. Η ύπαρξη της διαθήκης ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει ερωτήματα. Ωστόσο, από την αστυνομική έρευνα που πραγματοποιήθηκε τότε δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος του ανιψιού, ο οποίος αντιμετωπίστηκε ως πρόσωπο υπεράνω υποψίας. Η διαθήκη παρέμεινε, παρ’ όλα αυτά, ένα ακόμη παράξενο κομμάτι σε ένα παζλ που δεν συμπληρώθηκε ποτέ οριστικά.
Το μεγαλύτερο ίσως μυστήριο αφορά όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες της ζωής της Ελισάβετ Χρυσαφίδη. Εφόσον η εκτίμηση ότι πέθανε στις 23 Ιουνίου ήταν σωστή και ο μπάτλερ είχε φύγει από την Ελλάδα στις 21 Ιουνίου, τότε γεννήθηκε από νωρίς η θεωρία ότι ενδεχομένως υπήρχε συνεργός. Κατά καιρούς διατυπώθηκαν διαφορετικά σενάρια. Άλλα ήθελαν τον μπάτλερ να μην ενεργεί μόνος του και άλλα άφηναν ακόμη και το ενδεχόμενο να υπήρχαν τρίτα πρόσωπα πίσω από το έγκλημα. Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε δικαστικά.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλούσαν οι περιγραφές ανθρώπων που γνώριζαν τον Πρασέρτ Σερτουσουάνα. Ορισμένοι τον παρουσίαζαν ως έναν ήρεμο και φιλήσυχο άνθρωπο, ο οποίος μέχρι τότε εργαζόταν χωρίς να έχει δημιουργήσει προβλήματα στην οικογένεια.
Ένα έγκλημα που έμεινε χωρίς οριστικές απαντήσεις
Περισσότερα από 35 χρόνια μετά, η δολοφονία της οικογένειας Χρυσαφίδη εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πλέον σκοτεινές υποθέσεις της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Τέσσερα μέλη μιας οικογένειας δολοφονήθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα μέσα στη βίλα τους. Ο άνθρωπος στον οποίο στράφηκαν οι βασικές υποψίες των ελληνικών Αρχών έφυγε από τη χώρα πριν αποκαλυφθεί το έγκλημα και δεν εκδόθηκε ποτέ στην Ελλάδα, ενώ το χρονικό των θανάτων άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλοκής και άλλου προσώπου.

Και κάπως έτσι, η υπόθεση που έμεινε γνωστή στο πανελλήνιο ως «το έγκλημα του Ταϊλανδού μπάτλερ» πέρασε στην ιστορία όχι μόνο για την αγριότητά της, αλλά και για τα ερωτήματα που δεν έλαβαν ποτέ μια οριστική δικαστική απάντηση.




">
">
">
">
">
">
">
">