Κάποιοι ηθοποιοί έγιναν διάσημοι μέσα από πρωταγωνιστικούς ρόλους, κάποιοι άλλοι όμως, ακόμη κι όταν δεν είχαν το πρώτο όνομα στους τίτλους, κατάφερναν να κλέψουν την παράσταση. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Ήταν η ηθοποιός που μπορούσε να εμφανιστεί για λίγα λεπτά σε μια ταινία και να αφήσει πίσω της μια ατάκα, μια έκφραση, ένα βλέμμα που έμενε στη μνήμη του θεατή για δεκαετίες.
Η πορεία της ήταν γεμάτη αγώνα, επιμονή και αφοσίωση στην τέχνη. Από τη Μεσσήνη, όπου γεννήθηκε, μέχρι τις μεγάλες θεατρικές σκηνές και τις ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, η ζωή της ήταν μια διαδρομή γεμάτη δημιουργία.
Θεατρίνα από κούνια
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1932. Από μικρή έδειξε αγάπη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Σπούδασε φωνητική στο Ελληνικό Ωδείο και αργότερα ακολούθησε τον δρόμο της υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Δημήτρη Ροντήρη. Η επιλογή αυτή δεν ήταν εύκολη για μια νέα γυναίκα της εποχής. Το θέατρο απαιτούσε θυσίες, σκληρή δουλειά και μεγάλη ψυχική αντοχή. Εκείνη όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της. “Εκτός από τον πατέρα μου, η μανούλα μου ήταν από μια σπουδαία οικογένεια. Ο παππούς μου, ο Αργυρολιάς, ήταν δήμαρχος στην Πελοπόννησο σε 80 χωριά! Να φανταστείς, κάθε πρωί είχε μερικούς εκδορείς που έσφαζαν τρία-τέσσερα αρνιά, τα ψήνανε και σε μια μεγάλη τραπεζαρία τάιζε όσους ψηφοφόρους του περνούσαν. Ενώ, λοιπόν, η μάνα μου είχε αρχίσει να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, το εγκατέλειψε, διότι βρέθηκε ο πατέρας μου και παντρεύτηκαν” έλεγε σε συνέντευξή της στην Lifo.
“Οι γονείς μου με λάτρευαν! Στην πατρίδα μου, στη γειτονιά μου, ήμουν ένα διαβολάκι που περνούσε και λέγανε όλοι: «Το Δεσποινάκι περνάει, το κορίτσι του Στυλιανόπουλου. Όταν ο πατέρας μου ήθελε να αγοράσει κρέας ή ψάρι, δεν έστελνε κανέναν άλλο. «Θα πάει η μικρή, η Μύτη» − «μύτη» με έλεγε! Όταν πλησίαζα την ψαροκασέλα και μύριζα, έλεγα: «Αυτό το ψάρι είναι δύο ημερών». «Μα, ναι, πώς το γνωρίζεις, βρε Δεσποινάκι;», πεταγόταν ο ψαράς, κι εγώ απαντούσα: «Απ’ το μάτι του» (γέλια). Ήμουν από μικρή πολύ ενεργητική, κοινωνική να πω καλύτερα. Δεν γινόταν γλέντι χωρίς το Δεσποινάκι στο περιβόλι του παππού μου, του Αργυρολιά. Πήγαινα εγώ τις Απόκριες ως Δέσποινα, αλλά σε δυο λεπτά έφευγα, πεταγόμουν δίπλα, φόραγα ένα σακάκι του αδερφού μου που κρεμόταν το ένα μανίκι, έβαζα το χέρι μου στο μαυρισμένο τηγάνι και μουτζουρωνόμουν και μετά εμφανιζόμουν μπροστά σε 50-60 άτομα κι έδινα παράσταση! Οι άλλοι, βλέποντάς με να πέφτω κάτω και να τραγουδάω μαζί τους το «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», έλεγαν: «Ρε, αυτό το παιδάκι τίνος είναι;». Κάτι υπήρχε από τότε, από εκείνα τα χρόνια.
Σήμα κατατεθέν ο ρόλος της υπηρέτριας
Το 1959 έκανε τα πρώτα της σημαντικά θεατρικά βήματα με το Πειραϊκό Θέατρο του Δημήτρη Ροντήρη, συμμετέχοντας στην τραγωδία «Ηλέκτρα». Από νωρίς φάνηκε ότι διέθετε μια ιδιαίτερη σκηνική παρουσία, αλλά και μια σπάνια ικανότητα να μεταμορφώνεται ανάλογα με τον ρόλο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο το 1960, στην ταινία “Ξένος της νύχτας” και έκτοτε καθιερώθηκε σε ρόλους κωμικούς. Ο πλέον συνηθισμένος ρόλος της ήταν της επαρχιώτισσας οικιακής βοηθού που έκανε γλωσσικά λάθη. Επίσης έπαιζε τη λαϊκή κοπέλα σε μη πρωταγωνιστικούς ρόλους. Το 1967 θεωρήθηκε από πολλούς καλλιτεχνικούς κύκλους ως «έτος Στυλιανοπούλου» επειδή η ίδια είχε συμμετάσχει σε 12 διαφορετικές ταινίες μέσα στη χρονιά. Δες βίντεο από την ταινία το 1968 “Ο γίγας της Κυψέλης” με τον Νίκο Ρίζο
Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ήρθε μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και σύντομα εξελίχθηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρουσίες των ταινιών της εποχής. Ο ελληνικός κινηματογράφος των δεκαετιών του ’60 και του ’70 είχε ανάγκη από ηθοποιούς με αμεσότητα, φυσικότητα και αυθεντικότητα. Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου διέθετε όλα αυτά τα στοιχεία. Δεν προσπαθούσε να γίνει κάποια άλλη. Έπαιρνε τους χαρακτήρες που της έδιναν και τους έκανε πραγματικούς ανθρώπους. Δες βίντεο από την ταινία “Το πιο λαμπρό αστέρι” το 1967 με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ:
Το κοινό την αγάπησε ιδιαίτερα στους ρόλους της γυναίκας από την επαρχία, της υπηρέτριας, της γειτόνισσας ή της απλής λαϊκής γυναίκας που έκρυβε μέσα της καλοσύνη, χιούμορ και αξιοπρέπεια. Οι ρόλοι αυτοί θα μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν «δεύτεροι», όμως η ίδια τους έδινε πρωταγωνιστική δύναμη. Δες βίντεο από την ταινία “Το αφεντικό μου ήταν κορόιδο” με τον Νίκο Σταυρίδη το 1969:
«Εάν δεν έκανα τον ρόλο της υπηρέτριας θα ήμουν δυστυχισμένη. Ήταν να παίξω τον ρόλο της Έφης Οικονόμου στον «Ντελικανή» με τον Άλκη Γιαννακά. Εγώ τότε έπαθα ένα οίδημα στον λάρυγγα κι έμεινα 40 μέρες στο «Αγία Όλγα». Να ‘ναι καλά ο Κώστας Χατζηχρήστος −πάντα του ανάβω ένα κερί− που μου έστελνε κάθε πρωί σουμάδες και χυμούς, αφού δεν μπορούσα να καταπιώ τίποτε άλλο. Όποιος δεν ήξερε την ψυχή αυτού του ανθρώπου, δεν ήξερε τι θα πει Ελλάδα! Ο πατερούλης μου, που τον λάτρευε, μου είχε πει: «Αυτό τον άνθρωπο να τον βοηθήσεις όποτε σε χρειαστεί, όχι γι’ αυτόν, ούτε για σένα, αλλά για τον Θεό που θα σε δει από ψηλά!». Τέλος πάντων, παράλληλα με τον «Ντελικανή», μου έδωσαν έναν άλλο ρόλο, της σέξι γούμαν, σε μια ταινία με τη Κατερίνα Χέλμη. Έπρεπε να ξεμυαλίσω τον άντρα της Χριστίνας Σύλβα. Στο σενάριο, όμως, υπήρχε και μια υπηρέτρια που έλεγε τρεις λέξεις όλες κι όλες. Πάω και τους λέω:
- Πόσα θα μου δώσετε για τον ρόλο της σέξι ντάμας;
- Χίλιες δραχμές.
- Και σ’ αυτήν που θα κάνει την υπηρέτρια, πόσα θα δώσετε;
- Εκατό δραχμές.
- Ωραία, δώστε σε μιαν άλλη ηθοποιό τις χίλιες δραχμές και σε μένα δώστε το κατοστάρικο να κάνω την υπηρέτρια.
- Καλά, εμείς σε προορίζουμε για πρωταγωνίστρια κι εσύ «παίρνεις» την υπηρέτρια;
- Δεν θέλω να γίνω πρωταγωνίστρια, δεν θέλω να γίνω σέξι γούμαν. Εγώ θα κάνω την υπηρέτρια και θα της δώσω και όνομα.
Έφτιαξα, λοιπόν, τη Σταυρούλα και ο σεναριογράφος, κάθε μέρα, μέχρι να τελειώσει η ταινία, πρόσθετε ρόλο, ώσπου στο τέλος η υπηρέτρια έγινε πρωταγωνίστρια! Την επόμενη μέρα είχα απ’ έξω απ’ το σπίτι μου άλλα 17 σενάρια για ρόλους υπηρέτριας”! είχε αποκαλύψει σε παλαιότερη συνέντευξή της η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, η οποία διακρίθηκε για τον εξαίρετο χαρακτήρα της και άφησε εποχή στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που έκαναν τον θεατή να περιμένει την εμφάνισή τους στην οθόνη. Η χαρακτηριστική φωνή της, ο τρόπος που έλεγε τις ατάκες και η εκφραστικότητά της έγιναν μέρος της συλλογικής μνήμης. “Δεν είχα τελειώσει ακόμα το Γυμνάσιο κι ετοιμάστηκα να δώσω κρυφά εξετάσεις στο Εθνικό. Ετοίμασα ένα πάρα πολύ ωραίο κομμάτι την εποχή που η Βουγιουκλάκη αντικατέστησε τη Συνοδινού στην «Ιουλιέττα», στον Κήπο. Υπήρχε κι ένας σπουδαίος ποιητής, ο Τάσος Παππάς, που αργότερα μπήκε στην ανθολογία του Αποστολίδη και τότε έκανε το στρατιωτικό του. Μέναμε δίπλα-δίπλα. Είχε ξεχωρίσει με το ποίημά του «Κάκτοι». Μια μέρα λέω στη μητέρα του: «Αχ, κ. Παππά, μήπως θα μπορούσε ο γιος σας, που όλα τα ξέρει, να με συστήσει σε κάποιον να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό;».
Και ποιον μου σύστησε, τελικά; Τον Μήτσο Λυγίζο, αυτόν που σκηνοθέτησε τη Βουγιουκλάκη. Έτσι αποφάσισα να ετοιμάσω τη σκηνή του φαρμάκου από το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα. Όπως καθόμουν και περίμενα τη σειρά μου, δίπλα ήταν ένα κοριτσάκι. «Να περάσει η Στυλιανοπούλου» ακούμε μια φωνή και τη βλέπω να σηκώνεται πρώτη. «Σε παρακαλώ, πού πας;», της κάνω, «εμένα φωνάζουν, εγώ είμαι η Στυλιανοπούλου». «Όχι», μου λέει αυτή, «εγώ είμαι η Στυλιανοπούλου». «Ρε, είσαι καλά; Δεν ξέρω ότι εγώ είμαι η Στυλιανοπούλου;» άρχισα να φωνάζω και καβγαδίζουμε. «Ποιανού Στυλιανόπουλου είσαι εσύ;» τη ρωτάω σε μια φάση. «Είμαι του Γιάννη του Στυλιανόπουλου, του τενόρου της Λυρικής» με ενημερώνει και παθαίνω πλάκα. «Τι λες, βρε παιδί μου», της κάνω ήρεμη πια, «και είμαστε συγγενείς εμείς οι δύο; Και θες να μπεις εσύ πρώτη; Αμ, δεν θα σ’ αφήσω! Εγώ είμαι του Φωτίου Στυλιανόπουλου κι εσύ του Ιωάννου, άρα τα Φώτα προηγούνται του Άι-Γιάννη» (γέλια). Με άφησε, σου λέει «τρελή θα ‘ναι αυτή», μπήκα, έδωσα εξετάσεις μπροστά στον Κωτσόπουλο, στη Ραφτοπούλου, στον Ροντήρη, στον Βόκοβιτς, σε όλα τα ιερά τέρατα. Τους εντυπωσίασα, αλλά τελικά πέρασαν αυτή και όχι εμένα! Πήγα την επομένη να δω το όνομά μου, είδα «Στυλιανοπούλου Δέσποινα του Ιωάννου» και άρχισα να κλαίω. Εκείνη την ώρα κατέβαινε τα σκαλιά ο Κωτσόπουλος:
- Κοριτσάκι, γιατί κλαις;
- Κλαίω γιατί δεν με περάσατε.
- Πώς δεν σε περάσαμε; Πρώτη-πρώτη πέρασες!
- Όχι, την άλλη Στυλιανοπούλου περάσατε!
Τρελάθηκε ο Κωτσόπουλος! Να μη σ’ τα πολυλογώ, έφυγα και από την Αγίου Κωνσταντίνου μέχρι τη Βουλγαροκτόνου πότισα τον δρόμο με δάκρυα. Πέρασαν δυο-τρεις μήνες και πήγαινα μόνο στο Ωδείο, δεν ήθελα να ξαναδώσω στη δραματική. Μια μέρα συνάντησα τον Αρτέμη Μάτσα, αυτό τον άνθρωπο που λέγανε «κακό» απ’ τους ρόλους του και ήταν η πιο αγαθή ψυχή. Του εξήγησα πως με κόψανε και μου κάνει: «Μη στενοχωριέσαι, θα σε πάω σε καλύτερη σχολή, στου Ροντήρη». «Μα, ο Ροντήρης με έκοψε» του ξαναλέω και τότε με ενημερώνει πως και τον Ροντήρη τον διώξανε από το Εθνικό! Πήγα εκεί, λοιπόν, για πλάκα πιο πολύ. «Τι θες εσύ εδώ;» με ρωτάει ο Ροντήρης που με θυμήθηκε. «Εσύ δεν είσαι στη σχολή του Εθνικού;».
- Έλα όμως που δεν είμαι!
- Πώς μιλάς έτσι;
- Πελοποννησιακά μιλάω!
«Αυτή είναι καλή κωμική» γυρνάει και κάνει στους άλλους και μετά με ρωτάει τι θα τους παίξω. «Από τον μονόλογο της Ιουλιέττας θα σας παίξω τη σκηνή του δηλητηρίου». Έπεσε μεγάλο γέλιο! «Όχι του δηλητηρίου, του φαρμάκου» με διορθώνει ο Ροντήρης, για να εισπράξει την απάντησή μου: «Και τα δυο την ίδια δουλειά κάνουνε!» Δες βίντεο από την ταινία “Ο γεροντοκόρος” με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα το 1967:
Η «επαρχιώτισσα» που έγινε σύμβολο
Πολλά αφιερώματα μετά τον θάνατό της στάθηκαν σε έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλου που σημάδεψε την καριέρα της: την καλοσυνάτη επαρχιώτισσα. Όμως η Δέσποινα Στυλιανοπούλου δεν ήταν μόνο αυτό. Πίσω από την εικόνα της κωμικής ηθοποιού υπήρχε μια καλλιτέχνις με θεατρική παιδεία και μεγάλη εμπειρία. Έπαιξε σε δράματα, πρόζα, επιθεωρήσεις και κωμωδίες, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να κινηθεί σε διαφορετικά είδη. Η μεγάλη της δύναμη ήταν η αλήθεια. Δεν υποδυόταν απλώς έναν χαρακτήρα, τον έκανε να μοιάζει σαν άνθρωπος που ο θεατής είχε γνωρίσει στη ζωή του. Αυτή η αμεσότητα ήταν που την έκανε αγαπητή σε πολλές γενιές. Δες βίντεο από την ταινία “Ο Τζαναμπέτης” με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Νίκο Ρίζο το 1969:
Στην πολύχρονη πορεία της συνεργάστηκε με σημαντικούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες και δημιουργούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Βρέθηκε δίπλα σε μεγάλα ονόματα της εποχής και συμμετείχε σε πολλές παραγωγές που σήμερα θεωρούνται κλασικές. Το 1967 θεωρήθηκε από αρκετούς μια ιδιαίτερα έντονη χρονιά για την παρουσία της, καθώς συμμετείχε σε πολλές ταινίες μέσα στο ίδιο έτος, γεγονός που έδειχνε τη μεγάλη ζήτηση που είχε η παρουσία της στον κινηματογράφο. Δεν ήταν η σταρ με την κλασική έννοια. Δεν στηρίχθηκε στην εικόνα ή στη δημοσιότητα. Η αξία της χτίστηκε μέσα από τη δουλειά της. Ήταν μια ηθοποιός χαρακτήρων, από αυτές που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται μια μεγάλη κινηματογραφική παράδοση. Δες βίντεο με συνέντευξή της στην εκπομπή “Μαζί” με τον Αιμίλιο Λιάτσο στο MEGA:
Ο θάνατος της Αλίκης Βουγιουκλάκη που της στοίχισε
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έχει αναφερθεί αρκετές φορές στο παρελθόν για τη στενή φιλία που διατηρούσε με την αείμνηστη Αλίκη Βουγιουκλάκη: «Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με φώναζε ψιψίνα, έτσι της ήρθε με μια μέρα πάνω στη σκηνή. Η Αλίκη με τον Δημήτρη δεν χώρισαν ποτέ. Η τελευταία στιγμή που την είδε ζωντανή ο Δημήτρης ήταν στο Ιατρικό Κέντρο. Ίσως, όμως, αυτό δεν άκουσε ο Δημήτρης που δυστυχώς άκουσα εγώ την τελευταία της λέξη. Μου είπε “Ψιψίνα, θέλω να με πας στο Θεολόγο”». Ενώ έχει εξομολογηθεί πόσο πολύ τη συντάραξε ο θάνατός της αγαπημένης της φίλης. «Κάθε βράδυ πήγαινα στο Ιατρικό Κέντρο. Στ’ αυτιά μου ηχεί ακόμα η κραυγή με τα τελευταία της λόγια στον γιατρό: «Θέλω να ζήσω». Ήμουν ακριβώς έξω απ’ την πόρτα της όταν την άκουσα. Εκείνες τις στιγμές που περιμέναμε όλοι μήπως γίνει καλά, εγώ σκεφτόμουν πως θα έγραφα ολόκληρο βιβλίο με τη ζωή μου δίπλα της”.
Η προσωπική της ζωή και οι μνήμες της
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου σε συνεντεύξεις της μιλούσε συχνά με συγκίνηση για τα παιδικά της χρόνια, την οικογένειά της και την πορεία που ακολούθησε μέχρι να καταφέρει να καθιερωθεί. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε αποτραβηχτεί από τα φώτα της δημοσιότητας, παραμένοντας όμως αγαπημένη στο κοινό. Πολλοί συνάδελφοι και θαυμαστές της αναφέρονταν πάντα στη σεμνότητα, την ευγένεια και το ήθος της. Η ίδια είχε αφήσει πίσω της όχι μόνο ταινίες αλλά και ιστορίες από μια ολόκληρη εποχή.
“Μια εποχή όπου οι ηθοποιοί δημιουργούσαν χαρακτήρες που έμπαιναν στα σπίτια των ανθρώπων και γίνονταν κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Είχα παίξει τον ίδιο ρόλο στο θέατρο και τότε φορούσα μαύρα στη σκηνή, φορούσα και στη ζωή, αφού είχα χάσει τη μάνα μου. Η Αλίκη με πίστευε και μ’ αγαπούσε, αλλά δεν του έκανα του σκηνοθέτη για την ταινία “Αχ αυτή η γυναίκα μου”. Με είχε θεωρήσει πολύ κυρία, καθωσπρέπει, ο Σκαλενάκης. Μου κάνει η Αλίκη μια μέρα μες στη στενοχώρια:
- Δεσποινάκι μου, χάνεις τον ρόλο. Δεν είσαι πολύ σέξι, δεν τους κάνεις.
- Γιατί, Αλίκη μου, χάνω τον ρόλο; Πώς να γίνω σέξι δηλαδή; Να βγάλω τα στήθη μου;
- Βάλε κάνα μίνι, κάνα ντεκολτέ βαθύ.
- Κι άμα τα βάλω αυτά θα τον πάρω τον ρόλο;
- Θα τον πάρεις!
Ο Θεός και τα πόδια μου το ξέρουν! Τελείωσε το θέατρο στις 12 και τέταρτο κι έφτασα στον Πειραιά με τα πόδια, στις 5 τα χαράματα. Ξυπνάω την Άννα, μια φίλη μου, της λέω: «Πάμε στα ρετάλια να πάρουμε δυο μέτρα ύφασμα να μου κάνεις ένα φόρεμα σεξουαλικό». «Τι είπες;» μου κάνει αυτή. Της απαντάω: «Ε, να, μωρέ, πώς το λένε, προκλητικό ήθελα να πω». Φτιάχνεται το φόρεμα και ειδοποιώ την Αλίκη: «Πες του Σκαλενάκη ότι αύριο θα του φέρεις να δει μιαν άλλη κοπέλα». Πάω ντυμένη στο σπίτι της Αλίκης στη Στησιχόρου, είχα κόψει και τα μαλλιά μου, και από κει κατευθείαν στο πλατό. Βλέπει ο Σκαλενάκης μια κοπέλα να ‘ρχεται κουνάμενη-σεινάμενη και φωνάζει της Αλίκης: «Αυτή είναι η χήρα, αυτή είναι, όχι η άλλη που μου ‘φερες»! Πλησιάζω και του λέω: «Τι κάνετε, πώς είστε; Η άλλη είμαι εγώ!». Έμεινε άφωνος! Πιάνει το χέρι μου, το φιλάει, μ’ αγκαλιάζει και μου λέει: «Τι λάθη μπορεί να κάνουμε κι εμείς οι σκηνοθέτες!». Μετά, στα γυρίσματα, έκανα αυτό το «αχ αχ αχ» που το έκαναν όλες μετά και τους είχα τρελάνει. Δες βίντεο από την ταινία “Αχ αυτή η γυναίκα μου” με τους Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Γιάννη Μιχαλόπουλο:
Η Μελίνα, ο Τσαρούχης και το αστείο περιστατικό στην Επίδαυρο
Για την γνωριμία και την στενή φιλία της με τον Τσαρούχη έλεγε: “Με τον Γιάννη γνωριστήκαμε πό τις «Τρωάδες» που είχε ανεβάσει με τη Σμάρω Στεφανίδου. Τότε γίναμε κολλητοί. Ερχόταν κάθε πρωί στο φαρμακείο απέναντι για να κάνει μια ένεση ινσουλίνης και μετά μου χτύπαγε. Η φιλία μας έγινε μεγάλη, αλλά ποτέ δεν την εκμεταλλεύτηκα. Αν πήρα κάτι, το πλήρωσα και κανείς δεν το ‘ξερε. Έβαζα άλλον να αγοράσει έργο του, γιατί από μένα μάλλον δεν θα έπαιρνε λεφτά. Δεν ήμουν ακατάδεκτη, αλλά δεν ήθελα να νιώθει υποχρεωμένος. Του έβαζα την πετσετούλα, τον τάιζα και μου έλεγε: «Φέγε ένα κομμάτι χαγτί να κάνω το πογτγέτο σου». Κι εγώ του έλεγα: «Κύριε Τσαρούχη, σας ευχαριστώ, αλλά για μένα είστε μόνο εσείς». Όταν, μετά, στα τελευταία του, πήγαινα και τον έβλεπα, μου είπε: «Άνοιξε εκείνο το συρτάρι και πάρε όσα έργα θες». Δεν το έκανα ποτέ! Ξέρω πολλούς και πολλές στη συνέχεια που άνοιξαν αυτό το συρτάρι και τον μαδήσανε!
Ο Τσαρούχης καθόταν δίπλα και με λάτρευε. Ερχόταν κάθε μέρα εδώ και με ρώταγε: «Τι θα φάμε;». Πηγαίναμε στην Επίδαυρο συνέχεια, είχαμε δει και την Αλίκη στην «Αντιγόνη». Οδηγούσα εγώ, του ‘χα απλώσει και το κάθισμα πίσω σαν κρεβάτι κι όλη την ώρα τραγουδούσε Εντίθ Πιάφ στα γαλλικά. «Κύριε Τσαρούχη», του έλεγα, «εσείς τραγουδάτε με την ωραία σας φωνούλα και διασκεδάζετε, αλλά θα κοιμηθώ εγώ και πώς θα φτάσουμε στην Αθήνα;». Σταματάγαμε στην Κόρινθο, έτρωγε ένα γαλακτομπούρεκο και ξαναφεύγαμε. Κάθε πρωί, όταν ζωγράφιζε την οροφή του Rex, πήγαινα και του έδινα τα πινέλα του. Τον είχα βάλει να κάθεται σ’ ένα σκαμπό και μου ‘λεγε ό,τι ήθελε. Κάποτε ο Λαζόπουλος θα έκανε στον Λυκαβηττό τη «Λυσιστράτη». Πάμε κι εμείς, αλλά εκεί δεν τον άφησαν να μπει. Του λέει ο Λεμπέσης: «Δεν μπορείτε να περάσετε, είναι μόνο για γυναίκες». «Καλά, καλά» κάνει ο Τσαρούχης, με τραβάει και πάμε. Στην πρώτη σειρά ήταν η Μελίνα η Μερκούρη. Μας βλέπει που με είχε αγκαζέ, σηκώνεται και του λέει με δυνατή φωνή: «Γιάννη, δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται η είσοδος στους άντρες;». Και τι της απαντάει ο Τσαρούχης; «Κι εσύ, Μελίνα μου, δεν ξέρεις ότι είμαι πούστης;». Έγινε χαμός από τα γέλια στις κερκίδες, χαμός μαζί με χειροκροτήματα! Κάτσαμε, τελικά, και είδαμε παρέα την παράσταση”.
Πετυχημένη επαγγελματικά, άτυχη στον έρωτα
Πίσω από το χαμόγελο, το χιούμορ και τη μεγάλη καριέρα της, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έκρυβε και μια πιο ευαίσθητη πλευρά, την οποία δεν επέλεγε συχνά να δημοσιοποιεί. Η προσωπική της ζωή δεν ήταν πάντα τόσο φωτεινή όσο οι ρόλοι που ερμήνευσε στον κινηματογράφο. Η χαμογελαστή ηθοποιός που στις ελληνικές ταινίες είχε «παντρευτεί» το σφουγγαρόπανο, είχε εξομολογηθεί για τους έρωτες του παρελθόντος που δεν ευδοκίμησαν και δεν έκρυψε ότι έχει μετανοιώσει που δεν απέκτησε παιδιά: «Αγαπήθηκα πολύ, αλλά ήμουν άμυαλη. Θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να έχω παιδιά και σύζυγο. Παρουσιάστηκαν κάποιες τύχες, αλλά έμεινα πιστή σε μια αγάπη, δεν ήθελα δεύτερο γάμο. Τώρα είναι δύσκολο να είσαι μόνη».
“Αν είχα πει «ναι» σε διάφορους άντρες που με θέλανε, τώρα θα ήμουν η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου. Θα είχα δικό μου θέατρο κ.λπ. Ήμουν μονογαμική, ερωτευόμουν και δινόμουν. Δεν σκορπιζόμουν εδώ κι εκεί. Είχα πριν από τον Μήλα έναν μεγάλο, άτυχο δεσμό με τον Κώστα Καραγιάννη, τον σκηνοθέτη, τότε που μου γύριζε τη μία ταινία πίσω απ’ την άλλη. Είχαμε συνεργασία, συντροφικότητα, δίναμε ο ένας στον άλλον! Γνωριστήκαμε όταν πρωτοβγήκα στο θέατρο Καλουτά. Ο Καραγιάννης είχε σχέση με άλλη γυναίκα στο Παρίσι και δεν μου το ‘χε πει − μάλιστα είχε και παιδί μαζί της. Ποτέ δεν θα ‘μπαινα στη μέση να διαλύσω μια οικογένεια. Είχα και έχω ηθικές αρχές. Θα προτιμούσα να μη γίνω τίποτα, να μην παίξω σε καμία ταινία απ’ το να χωθώ μέσα σ’ ένα ζευγάρι”. Δες βίντεο από την ταινία “Ο τρελός τα έχει 400” με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, Καίτη Πάνου, Σμάρω Στεφανίδου, Κατερίνα Γώγου:
Λαχτάρα για ένα παιδί
Ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα που είχε εκφράσει ήταν ότι δεν απέκτησε δικά της παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, δεν έμεινε μόνη. Είχε δίπλα της την οικογένειά της, συγγενείς και ανθρώπους που την αγαπούσαν, ενώ η ίδια τόνιζε πως ένιωθε γεμάτη από την αγάπη που λάμβανε.
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου αγαπούσε τα παιδιά δεν κατάφερε όμως να κάνει τα δικά της. “Δεν μπόρεσα να κάνω παιδιά από ένα ψυχολογικό τραύμα που είχα υποστεί στο παρελθόν. Κι ενώ οργανικά όλα πήγαιναν σωστά, τελικά ο ψυχολογικός παράγοντας δεν με βοηθούσε για να γίνω μητέρα. Έπαθα στείρωση από σοκ, αν μπορείς να με καταλάβεις. Γίνεται κι αυτό… Έχω καταπληκτικά ανίψια, που πλέον δε με νοιάζει… Όλα αυτά είναι στις σκέψεις μας, αλλά είμαι γεμάτη από τη ζωή που έζησα. Ζω με τις αναμνήσεις μου και εύχομαι κάθε φορά να ζήσουν τόσες χαρές και άλλοι, νεότεροι συνάδελφοί μου». Δες βίντεο με συνέντευξή της από την εκπομπή “MEGA Καλημέρα” με την Ελεονώρα Μελέτη:
Ο γάμος ο χωρισμός και η δεύτερη χαμένη ευκαιρία!
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου υπήρξε μια γυναίκα που γνώρισε τη μεγάλη αγάπη του κοινού, αλλά στην προσωπική της ζωή έζησε και στιγμές μοναξιάς και απογοήτευσης. Ίσως αυτή η αντίθεση να έκανε την ερμηνεία της ακόμη πιο ανθρώπινη, γιατί πίσω από τις κωμικές φιγούρες που χάριζαν γέλιο υπήρχε ένας άνθρωπος με ευαισθησίες, όνειρα, απώλειες και αναμνήσεις. Και όπως συμβαίνει με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες, η πραγματική ζωή της ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα με τους ρόλους που υποδύθηκε.
Η αγαπημένη ηθοποιός είχε παντρευτεί τον ηθοποιό και τραγουδιστή Πέτρο Μήλα, έναν άνθρωπο που, όπως είχε εξομολογηθεί η ίδια, υπήρξε σημαντικός στη ζωή της. Ωστόσο, ο γάμος αυτός δεν είχε την εξέλιξη που θα ήθελε. Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις της αποκάλυψε πως η σχέση αυτή κράτησε πολύ λίγο και πως ο γάμος της ουσιαστικά τελείωσε σχεδόν αμέσως. Η ίδια είχε πει χαρακτηριστικά ότι «ο γάμος μου διήρκησε μια μέρα», περιγράφοντας μια προσωπική πληγή που παρέμεινε μέσα της για χρόνια. Γνωρίστηκαν το 1970 και ενώθηκαν με τα ιερά δεσμά του γάμου το 1976. Έναν χρόνο μετά, χώρισαν.

Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία της για τη γνωρισμία τους: «Μετά από καιρό πήγα στο κέντρο όπου τραγουδούσε. Με το που μπήκα εκείνος τραγουδούσε. Μόλις με είδε η κοπέλα του μαγαζιού άρχισε να με ραίνει με λουλούδια και εκείνος έλεγε το ρεφρέν από το τραγούδι του Κόκοτα, “Δεν το μπορείς όσο κι αν θες να με ξεχάσεις”…» «Αυτό το ρεφρέν μάς ένωσε με τα δεσμά του γάμου και ίσως να μας δένει ακόμη, και ας ζούμε χώρια… Ο χωρισμός ήταν σκληρός και έγινε οριστικός με την υπογραφή ενός χαρτιού που σήμαινε το τέλος μιας αγάπης. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του, που άλλες φορές ήταν φωτισμένος και άλλες σκοτεινός. Ευτυχώς ο πατέρας μου, που πάντα με στήριζε, μου έλεγε: “Μήπως, παιδί μου, αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν τελικά για σένα;”»
Λίγο καιρό μετά τον χωρισμό τους, συναντήθηκαν ξανά και αποφάσισαν να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στη σχέση τους. Κάποια στιγμή, ο Μήλας, της λέει ότι θα φύγει για το Λονδίνο, με σκοπό να προετοιμάσει τον γάμο τους. Η Δέσποινα πλέει σε πελάγη ευτυχίας… Όμως, τα όνειρά της γκρεμίζονται με ένα βραδινό τηλεφώνημά του…:
- «Δέσποινα, αγάπη μου, σου στέλνω πρόσκληση».
- «Πετρή μου», του λέει εκείνη «θα παντρευτούμε στο Λονδίνο, λοιπόν».
- «Δεν κατάλαβες, Δέσποινα… Στο Λονδίνο παντρεύομαι εγώ, αλλά με άλλη γυναίκα».
Παρά το τέλος του γάμου, δεν έκρυψε ποτέ ότι υπήρχε ένας βαθύς συναισθηματικός δεσμός και ότι κάποια πράγματα στη ζωή δεν ξεπερνιούνται εύκολα. Μιλώντας για εκείνη την περίοδο, είχε παραδεχτεί πως οι επιλογές της στην προσωπική της ζωή δεν ήταν πάντα οι καλύτερες και πως η μεγάλη της αδυναμία ήταν ότι αγαπούσε με ένταση. Δες βίντεο με συνέντευξή της στην εκπομπή “Αννίτα sos” το 2013 στον ALPHA:
Η παρακαταθήκη της
Το 2012 η Δέσποινα Στυλιανοπούλου κυκλοφόρησε ένα βιβίλιο με την αυτοβιογραφία της, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται τους άνδρες που αγάπησε και εκείνοι την πρόδωσαν. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ηθοποιός αμέσου δράσεως» για τον σκηνοθέτη Κώστα Καραγιάννη, ο οποίος της είχε κρύψει ότι έχει γυναίκα και παιδιά: «Μέσα σε ένα παλιό αυτοκίνητο, με μια κουβέρτα στα πόδια για να έχουμε ζεστασιά και τρώγοντας πασατέμπο, διαβάζαμε σενάρια και τα διορθώναμε, μέχρι που κατάφερε ότι ήθελε και το όνομά του γράφτηκε με μεγάλα γράμματα. Μια γυναίκα μπορεί να ανεβάσει έναν άντρα ψηλά. Εγώ, όμως, που τον σήκωσα ψηλά έμελλε να δω άλλες ν’ απολαμβάνουν τη δόξα του». Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου θα μείνει στην ιστορία όχι επειδή έπαιξε απλώς σε πολλές ταινίες, αλλά επειδή κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερο: να αγαπηθεί. Δες βίντεο από την εκπομπή “Αργά” με τον Θοδωρή Αθερίδη στο STAR που μιλάει για το βιβλίο της
Οι θεατές θυμούνται τις εκφράσεις της, το γέλιο της, τον αυθορμητισμό της και εκείνη τη μοναδική ικανότητα να κάνει τον απλό άνθρωπο πρωταγωνιστή. Σε έναν κινηματογράφο που συχνά αναζητούσε το εντυπωσιακό, εκείνη απέδειξε πως η αλήθεια ενός χαρακτήρα μπορεί να είναι πιο δυνατή από κάθε πρωταγωνιστικό τίτλο.
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου ήταν η ηθοποιός που έδωσε αξία στους «μικρούς» ανθρώπους της μεγάλης οθόνης. Και γι’ αυτό, πολλά χρόνια μετά τις πρώτες της εμφανίσεις, παραμένει ζωντανή στη μνήμη του ελληνικού κοινού. Δες βίντεο με συνέντευξή της στην Νανά Παλαιτσάκη στην εκπομπή “Νανά στα κόκκινα” στο Blue sky το 2014:
Το τέλος μιας εποχής
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έφυγε από τη ζωή στις 7 Ιουνίου 2024, σε ηλικία 91 ετών. Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τη γνώριζε μέσα από τις ταινίες της. Τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν την αποχαιρέτησαν ως μία από τις πιο αγαπημένες μορφές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Δεν ήταν μόνο η απώλεια μιας ηθοποιού, αλλά και η απώλεια μιας εποχής όπου οι χαρακτήρες είχαν ιδιαίτερο χρώμα και οι ερμηνείες βασίζονταν στη δύναμη της προσωπικότητας. Δες βίντεο από την κηδεία της στο Α’ Νεκροταφείο:




">
">
">
">
">
">
">
">