Μία νέα εξέλιξη έρχεται να προστεθεί στην υπόθεση του θανάτου της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, η σορός της οποίας εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και ένα βίντεο από το μακρινό 2016, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο 26χρονος Αφγανός που σήμερα κατηγορείται για την υπόθεση.

Πρόκειται για οπτικοακουστικό υλικό που είχε δημιουργηθεί την περίοδο που ο 26χρονος ήταν ακόμη ανήλικος και διέμενε στη Μόρια της Λέσβου. Μέσα από αυτό παρουσιαζόταν η προσωπική του διαδρομή από το Αφγανιστάν μέχρι την Ελλάδα, καθώς και όσα υποστήριζε ότι είχε βιώσει μέχρι να φτάσει στη χώρα μας. Δέκα χρόνια αργότερα, ωστόσο, τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά, καθώς ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ιδιαίτερα σοβαρές κατηγορίες σχετικά με τον θάνατο της 38χρονης εθελόντριας.

Η απόφαση του Ερυθρού Σταυρού

Σύμφωνα με όσα μετέδωσε η βρετανική Daily Mail, το συγκεκριμένο βίντεο δεν βρίσκεται πλέον σε δημόσια προβολή. Εκπρόσωπος του Βρετανικού Ερυθρού Σταυρού επιβεβαίωσε την εξέλιξη, εξηγώντας ότι η απόφαση να αποσυρθεί το υλικό ελήφθη με γνώμονα τον σεβασμό προς την οικογένεια της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, την ώρα που η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης παραμένει σε εξέλιξη. Το βίντεο είχε διάρκεια περίπου τέσσερα λεπτά και είχε δημιουργηθεί το 2016, σε συνεργασία με τη Διεθνή Ομοσπονδία Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου και Βρετανό καλλιτέχνη. Σε μορφή animation παρουσίαζε την ιστορία του τότε 15χρονου, από την αναχώρησή του από το Αφγανιστάν έως την άφιξή του στη Μόρια.

Στην αφήγηση που συνόδευε το βίντεο, ο 26χρονος είχε μιλήσει για μια εξαιρετικά δύσκολη προσωπική ιστορία. Σύμφωνα με όσα υποστήριζε τότε, ο πατέρας του, ο οποίος ήταν στρατιωτικός διοικητής, είχε χάσει τη ζωή του σε ενέδρα, ενώ η μητέρα του και τα αδέλφια του είχαν σκοτωθεί σε βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στην Καμπούλ. Ο ίδιος είχε περιγράψει ακόμη τη διαδρομή που ακολούθησε εγκαταλείποντας το Αφγανιστάν. Όπως έλεγε, πέρασε από το Ιράν και την Τουρκία προτού καταφέρει να φτάσει στην Ελλάδα, έπειτα από ένα ταξίδι που διήρκεσε περίπου ενάμιση μήνα. Μάλιστα, κατά την πρώτη απόπειρά του να συνεχίσει την πορεία του προς την Ελλάδα, είχε συλληφθεί στην Κωνσταντινούπολη και είχε παραμείνει υπό κράτηση για τρεις ημέρες. Εκείνη την εποχή δήλωνε ότι επιθυμία του ήταν να συνεχίσει το ταξίδι του προς το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκονταν συγγενικά του πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν τη φροντίδα του. Αυτό είναι το επίμαχο βίντεο:

Από το βίντεο του 2016 στις βαριές κατηγορίες

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά τη δημιουργία εκείνου του βίντεο, ο 26χρονος βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ληστεία και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων σχετικά με την υπόθεση της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος. Ο ίδιος αρνείται ότι είναι εκείνος που προκάλεσε τον θάνατο της 38χρονης. Σύμφωνα με όσα φέρεται να είχε υποστηρίξει στις πρώτες καταθέσεις του, όταν πήγε στο διαμέρισμα όπου έμενε η Βρετανίδα, τη βρήκε ήδη νεκρή, πεσμένη στο πάτωμα του μπάνιου. Κατά τους ισχυρισμούς του, φοβήθηκε και αποχώρησε από το σημείο. Στη συνέχεια φέρεται να ανέφερε στις Αρχές την ύπαρξη ενός ηλικιωμένου άνδρα, τον οποίο γνωρίζει ως «Νίκο», υποστηρίζοντας ότι εκείνος τον προέτρεψε να απομακρύνει τη σορό προκειμένου να μη βρεθεί μπλεγμένος με την Αστυνομία. Η απολογία του ολόκληρη:

«Δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν. Θέλω να με καταλάβετε και να με πιστέψετε. Ήμουν απλώς σε πανικό. Από την αγάπη για την οικογένειά μου πήρα τη δύναμη να σας πω την αλήθεια. Εγώ και η γυναίκα μου είμαστε Ευαγγελικοί Χριστιανοί και παράλληλα κάνουμε εθελοντισμό και φιλανθρωπικές δράσεις», είπε αρχικά. Περιγράφοντας τα όσα συνέβησαν το βράδυ της 15ης Ιουλίου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι επέστρεψε στο σπίτι και ήρθε αντιμέτωπος με ένα σοκαριστικό θέαμα. «Όταν άναψα τα φώτα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο, παρατήρησα ότι η Λίσα ήταν πεσμένη στο πάτωμα του μπάνιου και έβγαζε κάτι σαν νερό από το στόμα της. Της μίλησα δυο τρεις φορές αλλά αυτή δεν απαντούσε. Πάγωσα. Μου κόπηκαν τα πόδια». Υποστηρίζει ότι εγκατέλειψε αμέσως το διαμέρισμα χωρίς να ειδοποιήσει αστυνομία ή ασθενοφόρο, επειδή φοβήθηκε πως θα θεωρηθεί υπεύθυνος.

Η Βρετανίδα δικηγόρος που βρέθηκε νεκρή σε βαλίτσα στην Κυψέλη

Το πιο αμφιλεγόμενο κομμάτι της απολογίας του αφορά την ύπαρξη ενός άγνωστου ηλικιωμένου άνδρα, τον οποίο φέρεται να συνάντησε τυχαία σε στάση λεωφορείου. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο άγνωστος τον συμβούλεψε να απομακρύνει τη σορό από το σπίτι, διαφορετικά θα μπλέξει με τις Αρχές. «Μέσα στον πανικό μου έφυγα αμέσως από το σπίτι και σταμάτησα έναν γέρο που βρήκα μπροστά μου σε μια στάση λεωφορείου και τον ρώτησα τι κάνω αν έχω ένα άτομο νεκρό μέσα στο σπίτι μου. Αυτός μου είπε ότι δούλευε με νοσοκομεία και ξέρει από αυτά και αυτό που πρέπει να κάνω είναι να το απομακρύνω από το σπίτι μου αλλιώς θα μπλέξω. Έκατσα και σκέφτηκα αυτά που μου είπε για κάποιες ώρες».

Ο 26χρονος παραδέχθηκε ότι την επόμενη ημέρα επέστρεψε στο διαμέρισμα, τοποθέτησε τη σορό της 38χρονης μέσα σε μία μαύρη βαλίτσα και τη μετέφερε με το αυτοκίνητο της συζύγου του. «Έτσι την επόμενη μέρα εκεί προς το βράδυ, μέσα στον πανικό μου και φοβούμενος μην μπλέξω γιατί έχω και ένα μικρό παιδί, τον άκουσα (τον ηλικιωμένο) και γύρισα πίσω στο σπίτι. Η Λίσα ήταν εκεί. Ήλπιζα ότι θα ήταν ζωντανή και δεν θα την έβρισκα πάλι στην ίδια κατάσταση. Έτσι αποφάσισα να κάνω αυτό που μου είπε ο γέρος. Πήρα μια μαύρη βαλίτσα που βρήκα μέσα στο σπίτι και έβαλα μέσα την Λίσα. Πήρα την βαλίτσα και την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ του κόκκινου Peugeot, που προηγουμένως είχα παρκάρει έξω από το σπίτι που σας λέω. Αυτό το αυτοκίνητο είναι της γυναίκας μου. Ξεκίνησα λοιπόν με το Peugeot, έφτασα κοντά στο σπίτι μου και το πάρκαρα. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, έβγαλα την βαλίτσα από το πορτ μπαγκάζ και πήγα με τα πόδια σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τον Πανελλήνιο. Εκεί βρήκα τον γέρο που σας είπα που μου έδωσε τις συμβουλές. Αυτός μου είπε να του αφήσω την βαλίτσα και θα το αναλάβει αυτός. Βέβαια αυτός μου ζήτησε χρήματα ως αντάλλαγμα. Του εξήγησα ότι εκείνη την στιγμή δεν έχω και ότι θα έβρισκα και θα του έδινα».

Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε επίσης ότι αφαίρεσε το κινητό τηλέφωνο και τις τραπεζικές κάρτες της 38χρονης, υποστηρίζοντας όμως πως το έκανε μόνο επειδή ο ηλικιωμένος άνδρας τον εκβίαζε. «Σκέφτηκα ότι χρήματα θα βρω από τις κάρτες της Λίσα. Αφού άφησα την βαλίτσα στον γέρο δεν ξανασχολήθηκα με αυτό το θέμα. Ταράχτηκα πολύ με όλο αυτό που έγινε. Την επόμενη μέρα είπα στην γυναίκα μου ότι είχα ανάγκη να ξεφύγω, χωρίς όμως να της πω κάτι σχετικό με τη Λίσα και της πρότεινα να πάμε στην Αράχοβα εκδρομή. (…) Εκεί καθίσαμε ένα βράδυ και επιστρέψαμε την επόμενη μέρα στην Αθήνα. Κάτι άλλο που ξέχασα να σας πω είναι ότι πέραν από τις κάρτες της Λίσα πήρα και το κινητό της. Από αυτό έστειλα κάποια μηνύματα σε κοντινούς της ανθρώπους για να καθησυχαστούν ότι είναι καλά. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν. Δεν σκεφτόμουν καθαρά. Όσα λεφτά έβγαλα από τις κάρτες της Λίσα τα έδωσα στον γέρο γιατί με εκβίαζε ότι θα τα πει όλα στην αστυνομία. Αυτόν τον γέρο απ’ όσο ξέρω τον λένε Νίκο και συχνάζει εκεί που άφησα την βαλίτσα. (…) Το κινητό και τις κάρτες της Λίσα τις πέταξα σε έναν κάδο».

Ιδιαίτερη σημασία στην πορεία των ερευνών φέρεται να είχε και η σύζυγος του κατηγορούμενου, η οποία άρχισε να υποψιάζεται τη συμπεριφορά του μετά την εξαφάνιση της Βρετανίδας. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η γυναίκα φέρεται να κατέθεσε ότι ένα βράδυ ξύπνησε και διαπίστωσε πως ο σύζυγός της απουσίαζε από το σπίτι. Χρησιμοποιώντας εφαρμογή εντοπισμού στο κινητό του, φέρεται να διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο διαμέρισμα όπου διέμενε η 38χρονη. Μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης και τον εντοπισμό της σορού, οι υποψίες της έγιναν ακόμη εντονότερες. Η ίδια φέρεται τότε να εγκατέλειψε το σπίτι μαζί με το μωρό τους, ενώ παρέδωσε στις Αρχές το ποσό των 2.550 ευρώ και ένα καινούργιο κινητό τηλέφωνο. Κατά την ίδια, τα συγκεκριμένα αντικείμενα της τα είχε δώσει ο σύζυγός της, ενώ εκείνη θεωρούσε ότι είχαν αποκτηθεί με χρήματα που σχετίζονταν με την 38χρονη. Στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας στην κατοικία του ζευγαριού φέρεται επίσης να εντοπίστηκε ένα πιστόλι-ρέπλικα τύπου Glock, καθώς και μαχαίρι στρατιωτικού τύπου.

Ένα ακόμη κομβικό στοιχείο για τις Αρχές ήταν το κινητό τηλέφωνο της Βρετανίδας. Η συσκευή φέρεται να παρέμεινε απενεργοποιημένη για αρκετές ημέρες. Όταν, όμως, ενεργοποιήθηκε ξανά, οι αστυνομικοί κατάφεραν μέσω του στίγματός της να οδηγηθούν σε κατοικία στην Αθήνα στην οποία διέμενε ο 26χρονος. Το συγκεκριμένο εύρημα προστέθηκε στα στοιχεία που είχαν ήδη συγκεντρωθεί από τις καταθέσεις και την έρευνα γύρω από τις τελευταίες κινήσεις της 38χρονης.

Ποια ήταν η σχέση τους

Ο 26χρονος είχε ασπαστεί τον χριστιανισμό και το 2023 παντρεύτηκε Αμερικανίδα χριστιανή. Οι δυο τους είχαν αναπτύξει δράση στην Αθήνα με στόχο την υποστήριξη προσφύγων. Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα φέρεται να υπήρχε σύνδεση και με την Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, η οποία είχε επίσης έντονη εθελοντική παρουσία. Το ζευγάρι φέρεται να είχε πρόσβαση στο διαμέρισμα όπου διέμενε η Βρετανίδα, καθώς το συγκεκριμένο ακίνητο συνδεόταν με τον οργανισμό με τον οποίο συνεργάζονταν. Η 38χρονη, με καταγωγή από το Εδιμβούργο, ταξίδευε τακτικά στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και συμμετείχε σε εθελοντικές πρωτοβουλίες για πρόσφυγες, αστέγους και ανθρώπους που βρίσκονταν σε ευάλωτη θέση.

Τα πλάνα που εξετάζουν οι Αρχές

Στο παζλ της υπόθεσης έχουν προστεθεί και εικόνες από κάμερες ασφαλείας, οι οποίες εξετάζονται στο πλαίσιο της έρευνας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ο 26χρονος φέρεται να έχει καταγραφεί να φτάνει με αυτοκίνητο στο διαμέρισμα της Βρετανίδας. Σε μεταγενέστερο χρόνο φέρεται να καταγράφεται να μεταφέρει μία μεγάλη βαλίτσα προς εγκαταλελειμμένο κτίριο, ενώ περίπου 13 λεπτά αργότερα εμφανίζεται να αποχωρεί από το σημείο χωρίς αυτή. Ως τελευταίο επιβεβαιωμένο σημάδι ζωής της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος αναφέρεται τηλεφωνική συνομιλία που είχε στις 15 Ιουλίου με στενή φίλη της. Πλέον, η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη, με τον 26χρονο να αρνείται ότι σκότωσε την 38χρονη και τις Αρχές να επιχειρούν να συνθέσουν όλα τα στοιχεία προκειμένου να αποσαφηνιστεί πλήρως τι συνέβη τις κρίσιμες ώρες πριν και μετά τον θάνατό της.