Για πρώτη φορά με ακάλυπτο το πρόσωπό του εμφανίστηκε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ο στρατιωτικός γιατρός που βρίσκεται στο επίκεντρο της σοκαριστικής υπόθεσης με την 40χρονη σύζυγό του, η οποία κατηγορείται ότι έριχνε ατροπίνη στα τρόφιμά του, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία του.
Ο άνδρας, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν είχε δείξει δημόσια το πρόσωπό του, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για τις τελευταίες εξελίξεις, μετά την αναβολή της δίκης που ήταν προγραμματισμένη για σήμερα, Δευτέρα 26 Οκτωβρίου. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται μια σοβαρή καταγγελία για φερόμενη δηλητηρίαση μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η 40χρονη φέρεται να χρησιμοποιούσε ατροπίνη, μια ουσία που σε συγκεκριμένες δόσεις μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, προκειμένου να βλάψει τον σύζυγό της. Οι ακριβείς συνθήκες και η έκταση της φερόμενης δράσης της αποτελούν αντικείμενο της δικαστικής διερεύνησης.
Η πρώτη δημόσια εμφάνιση και όσα αποκάλυψε
Μιλώντας στους δημοσιογράφους, ο στρατιωτικός γιατρός εξήγησε πως η αναβολή της διαδικασίας ήταν αναμενόμενη, καθώς εκκρεμούν ακόμη σημαντικά αποτελέσματα εξετάσεων, τα οποία θεωρούνται καθοριστικά για την εξέλιξη της υπόθεσης. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η πλευρά του έχει ζητήσει την αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα ή ακόμη και σε απόπειρα ανθρωποκτονίας, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία που έχουν ήδη συγκεντρωθεί θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια εξέλιξη.
«Το δικαστήριο αναβλήθηκε εν αναμονή των αποτελεσμάτων που δεν έχουν βγει ακόμα επίσημα. Ήταν κάτι που το περιμέναμε βέβαια εμείς ζητήσαμε να γίνει και αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα ή σε απόπειρα δολοφονίας κάτι θεωρώ που θα μπορούσα να είχε γίνει με τα ήδη υπάρχον στοιχεία, τώρα παρόλα αυτά το δικαστήριο αναβλήθηκε και τα αιτήματά μας έγιναν δεκτά». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν, ωστόσο, και όσα ανέφερε για τη σχέση του με την 40χρονη σύζυγό του, καθώς, όπως αποκάλυψε, υπήρξε επικοινωνία μεταξύ τους, την οποία ο ίδιος θα προτιμούσε να είχε αποφύγει. «Υπήρξε μια επικοινωνία η οποία θα προτιμούσα να μην υπάρχει γιατί είμαστε σε μια δύσκολη κατάσταση και οι δυο και μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα θα προτιμούσα να μην υπάρχει επικοινωνία. Μόνο για το θέμα του παιδιού δέχτηκε το δικαστήριο να μιλάμε. Δεν έχει αλλάξει κάτι. Περιμένω να βγουν τα αποτελέσματα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και θα κάνουμε υπομονή μέχρι την επόμενη δικάσιμη».
Πώς ξεκίνησαν όλα
Όλα ξεκίνησαν όταν ο στρατιωτικός γιατρός άρχισε να παρουσιάζει αιφνίδια και έντονα συμπτώματα, τα οποία οδήγησαν σε τρεις νοσηλείες σε ψυχιατρική κλινική και μία σε παθολογική, όπου χρειάστηκε μέχρι και να διασωληνωθεί. Η ψυχολογική πίεση που βίωσε, θεωρώντας πως έχει χάσει τα λογικά του, αποτυπώνεται στα λόγια του: «Όταν θεωρείς τον εαυτό σου ότι έχει ψυχική νόσο είναι ένα πρόβλημα. Μετά θεωρείς ότι είσαι και επικίνδυνος στη δουλειά που κάνεις γιατί είναι αρκετά υπεύθυνη θέση και αρχίζει ένας αγώνας που προσπαθείς να ισορροπήσεις με το πρόβλημα που πιστεύεις ότι έχεις». Η κατάσταση αυτή τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τη βαριά καθημερινότητα του νοσοκομείου:
«Το να νοσηλεύεσαι κάθε τρεις και λίγο στο νοσοκομείο, το να παρουσιάζεις επεισόδια. Για αυτό κιόλας απομακρύνθηκα και από τη δουλειά μου, για να πάω σε ένα περιβάλλον πιο ήσυχο. Να συνεχίσω βέβαια να εργάζομαι αλλά να έχω τη δυνατότητα να ηρεμήσω λίγο όπως πίστευα ότι θα με βοηθούσε και να γίνω καλά και αργότερα να επιστρέψω. Πήρα μετάθεση τον Μάρτιο του 2026 και πήρα μια μετάθεση σε μονάδα της αεροπορίας. Εκεί εργάζομαι τώρα. Για έναν γιατρό, αλλιώς να υπηρετεί στο νοσοκομείο και να κάνει εφημερίες και αλλιώς να είναι σε μια μονάδα. Είναι λιγότερο βαριά τα περιστατικά συνήθως».
Το περιστατικό στο σουβλατζίδικο και η αποκάλυψη
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε μετά από μια συνάντηση με την πρώην σύζυγό του σε σουβλατζίδικο στις 19 Ιουλίου. Ο γιατρός, ενώ ήταν για μεγάλο διάστημα καλά, παρουσίασε ξαφνικά έντονα συμπτώματα αμέσως μετά από αυτό το γεύμα, γεγονός που τον έβαλε σε σοβαρές υποψίες: «Από εκείνη τη συνάντηση και μετά άρχισα να σκέφτομαι ότι όντως κάτι δεν πηγαίνει καλά, επειδή για μεγάλο διάστημα ήμουν καλά και ξαφνικά άρχισα να έχω πάλι συμπτώματα. Εκεί ήταν που άρχισα να σκέφτομαι ότι όντως κάτι δεν πάει καλά και ζήτησα να δω το βιντεοληπτικό υλικό. Πιστεύω θα βοήθαγε πολύ στο να φανεί ότι έχει ξαναγίνει προσπάθεια». Η επ’ αυτοφώρω σύλληψη της δράστιδος έγινε τελικά αργότερα, χάρη σε κρυφές κάμερες που τοποθέτησε ο ίδιος στο σπίτι του, με τον γιατρό να εξηγεί πως τα κομμάτια του παζλ για το παρελθόν ενώνονται πλέον αναδρομικά:
«Ουσιαστικά οι αποδείξεις υπάρχουν για το τελευταίο συμβάν. Απλώς τα προηγούμενα συμπτώματά μου μοιάζουν πολύ. Αν υπήρχε το βιντεοληπτικό υλικό από το σουβλατζίδικο εκείνο στις 19 Ιουλίου θα μπορούσαμε μετά να πούμε με πολύ μεγάλη σιγουριά ότι είχε ξαναγίνει. Αν είχα αντιληφθεί κάτι προφανώς θα είχα προβληματιστεί νωρίτερα αλλά μπορεί να υπήρχε και να μην το είχα προσέξει. Μπορεί και να μην είχε επιχειρήσει να κάνει κακό σε τρόφιμα στο παρελθόν». Ο γιατρός καταλήγει, φανερά σοκαρισμένος από την εγκληματική ενέργεια της πρώην συζύγου του, την οποία δεν μπορούσε να διανοηθεί: «Μπορούσα να καταλάβω ότι κάτι δεν κολλάει αλλά δεν μπορείς να σκεφτείς ότι μπορεί να συμβαίνει ας πούμε κάποιος να προσπαθεί να σου κάνει κακό. Και οι άνθρωποι που με στήριζαν και με βοηθούσαν, προφανώς στεναχωρήθηκαν. Δεν είχα σκεφτεί για τρόφιμα και δεν ξέρω αν έχει ξαναγίνει στο παρελθόν».
Η δηλητηρίαση της μητέρας: «Με πέρασαν για τρελή»
Τον Φεβρουάριο του 2026, η μητέρα του γιατρού ταξίδεψε στην Αθήνα για να τον βοηθήσει. Κατά το τριήμερο 26-28 Φεβρουαρίου, η γυναίκα ήπιε νερό από το σπίτι του παιδιού της και εμφάνισε αμέσως τα ίδια ακριβώς συμπτώματα. «Έπαθα το ίδιο πράγμα με τον γιο μου. Ήπια νερό από το σπίτι του παιδιού μου. Είχα κατέβει να βοηθήσω το παιδί μου, να κρατήσω τον εγγονό. Έπαθα αυτό που έπαθα, δηλαδή το ίδιο πράγμα με τον γιο μου. Ξηροστομία, μουδιάσματα στα χέρια, στα πόδια, παραισθήσεις. Έβλεπα τη νύφη μου στο νοσοκομείο. Όποια ξανθιά γυναίκα ήταν την έκανα για τη νύφη μου. Και βρισκόμουν σε κατάσταση να ορμίσω, να την σκοτώσω. Τόσο το μυαλό μου μέσα είχε θολώσει και με πέρασαν για τρελή. Ότι είμαι τρελή».
Οι γιατροί απέδωσαν την κρίση της σε «συναισθηματική ευαισθησία» λόγω της πρόσφατης απώλειας του πατέρα της και της στενοχώριας για τον γιο της: Η κατάσταση της μητέρας εκτραχύνθηκε κατά τη μεταφορά της στην επαρχία, καθώς εμφάνιζε πλήρη απώλεια ελέγχου: «Τη μία είχα νοσηλευτεί, την άλλη πήρα ηρεμιστικό όπως είπε ο γιατρός μου από το ΓΝΑ. Προσπάθησε ο σύζυγός μου να με κρατήσει. Εντάξει πέρασαν ένα-δύο 24ωρα και κατάφερα και συνήλθα μετά. Για να με μεταφέρει από το σπίτι στην Αμάρυνθο έξω με είχε δέσει πάνω στο κάθισμα γιατί ήθελα να ανοίξω την πόρτα να βγω έξω. Έκανα πράγματα ασυναίσθητα. Και δεν μπορούσα να περπατήσω. Υποβασταζόμενη με κουβάλησαν στο αυτοκίνητο. Εγώ μέχρι τώρα έπαιρνα ψυχοφάρμακα γιατί πίστευαν ότι έχω ψυχιατρικό πρόβλημα».
Η σωτηρία της ήρθε τελικά όταν της απαγορεύτηκε να επισκέτεται την Αθήνα: «Με τίποτα δεν πήγαινε το μυαλό μας… μου απαγόρευσαν να πάω στην Αθήνα να δω το παιδί… Στην ουσία όμως δεν ήταν αυτό και έτσι δεν ξανακατέβηκα Αθήνα. Για αυτό δεν ξαναέπαθα. Η μητέρα μου ευτυχώς χρειάστηκε δύο φορές να πάει μέχρι το νοσοκομείο και μετά απομακρύνθηκε από το σπίτι. Υποτίθεται ότι αυτό το κάναμε γιατί θεωρήσαμε ότι ο χώρος εκεί τη στεναχωρεί περισσότερο και μετά ήταν καλά».




">
">
">
">
">
">
">
">