Η Ευαγγελία Παλαιολόγου, μια νέα και πολύ ταλαντούχα συγγραφέας ανοίγει το δικό της παράθυρο στο αναγνωστικό κοινό με το συγκλονιστικό μυθιστόρημα «Μελτέμια και ψίθυροι». Όπως μας λέει δίσταζε να κάνει την πρώτη κίνηση για την έκδοσή του, αλλά όταν ένιωσε πως τα «Μελτέμια και ψίθυροι» δεν ανήκουν μόνο σ΄ αυτή, εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφά της στον εκδοτικό οίκο «Άνεμος» για να τα …ταξιδέψει!
Η Ευαγγελία Παλαιολόγου μιλά για το νέο της βιβλίο
Στην ιστορία σου συναντάμε δύο χρονικές περιόδους. Ποια σε δυσκόλεψε περισσότερο – το παρόν της Ρίτας ή το παρελθόν της Μαργαρώς;
Νομίζω πως με δυσκόλεψαν με διαφορετικό τρόπο. Το παρόν της Ρίτας είχε μια αμεσότητα· έπρεπε να είναι αληθινό, σύγχρονο, να κουβαλάει τις αντιφάσεις μιας γυναίκας που επιστρέφει στον τόπο της και ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Το παρελθόν της Μαργαρώς, όμως, είχε μεγαλύτερη ευθύνη. Έπρεπε να το χτίσω με σεβασμό σε μια άλλη εποχή, σε μια κοινωνία πιο κλειστή, πιο σιωπηλή. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο απαγορευμένος έρωτας που βιώνει ήταν κάτι βαθιά δυνατό, αλλά ταυτόχρονα δύσκολο και ασφυκτικό. Ένας έρωτας που δεν μπορούσε να υπάρξει ελεύθερα, μόνο να επιβιώσει μέσα σε σιωπές και βλέμματα.Εκεί ένιωθα πως δεν γράφω απλώς μια ιστορία, αλλά δανείζομαι ζωές που είχαν υπάρξει. Και αυτό, ίσως, ήταν το πιο απαιτητικό κομμάτι.
Ποιοι ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που διάβασαν το χειρόγραφό σου και ποια ήταν η αντίδρασή τους όταν κατάλαβαν πως η «δική τους» κοπέλα έγινε συγγραφέας;
Η πρώτη που διάβασε το βιβλίο ήταν η γιαγιά Ευαγγελία. Με το που το πήρε στα χέρια της – ακόμα χειρόγραφο τότε – δάκρυσε. Ήταν μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ, γιατί ένιωσα πως, πριν ακόμη ειπωθεί οτιδήποτε, είχε ήδη καταλάβει. Άλλωστε, η γιαγιά μου είχε καταλάβει κάθε αλήθεια μου, πριν καν προλάβω να τη μιλήσω.Στη συνέχεια το διάβασε η μητέρα μου, η οποία, με την τρυφερότητα της μάνας, μπήκε κατευθείαν στη διαδικασία να με βοηθήσει: σημειώσεις, σχόλια, διορθώσεις πάνω στο ίδιο το χειρόγραφο, πριν καν φτάσει στην επιμέλεια. Ήταν σαν να το ζούσαμε μαζί, σε κάθε του στάδιο.
Και η γιαγιά Μαρία… το διάβασε δύο και τρεις φορές απανωτά, γιατί δεν το χόρταινε. Αυτό από μόνο του ήταν για μένα η πιο μεγάλη ανταμοιβή. Νομίζω πως μέσα από τη δική τους ματιά, το βιβλίο απέκτησε από την αρχή κάτι πολύ ουσιαστικό: μια αγκαλιά. Και ίσως αυτό να ήταν που μου έδωσε τη δύναμη να το αφήσω να φύγει από τα χέρια μου και να βρει τον δρόμο του.

Οι χαρακτήρες σου κουβαλούν «ψίθυρους» από το παρελθόν. Πιστεύεις ότι στις κλειστές κοινωνίες των νησιών τα μυστικά είναι πιο βαριά από ό,τι στις μεγαλουπόλεις;
Ναι, πιστεύω πως στα νησιά τα μυστικά έχουν άλλο βάρος. Όχι γιατί είναι περισσότερα, αλλά γιατί δεν χάνονται.Σε μια μεγαλούπολη μπορείς να κρυφτείς. Σε ένα νησί, όμως, οι ζωές είναι δεμένες μεταξύ τους. Οι άνθρωποι γνωρίζονται, παρατηρούν, θυμούνται. Κι έτσι, ακόμα κι αν κάτι δεν ειπωθεί ποτέ ανοιχτά, κυκλοφορεί σαν ψίθυρος. Και αυτό είναι που τα κάνει πιο βαριά: ότι δεν εξαφανίζονται, απλώς αλλάζουν μορφή και περνούν από γενιά σε γενιά.
Η γραφή σου χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «τρυφερή». Είναι η τρυφερότητα μια μορφή αντίστασης σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός;
Θα έλεγα πως ναι. Η τρυφερότητα δεν είναι αδυναμία· είναι επιλογή. Σε έναν κόσμο που πολλές φορές μας σκληραίνει, το να επιλέγεις να δεις τον άνθρωπο πίσω από τα λάθη, να σταθείς στη λεπτομέρεια, στο συναίσθημα, είναι μια ήσυχη μορφή αντίστασης. Η δική μου γραφή, χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, επιστρέφει πάντα εκεί: σε αυτό που μένει όταν πέσουν οι άμυνες.
Συχνά υπάρχει η προκατάληψη ότι τα μεγάλα λογοτεχνικά γεγονότα συμβαίνουν στα αστικά κέντρα. Εσύ, ως μια νέα γυναίκα που ζει στην Αντίπαρο, πώς κατάφερες να σπάσεις τη «μονοτονική» ησυχία του νησιού και να κάνεις τη φωνή σου να ακουστεί τόσο δυνατά μέχρι την Αθήνα; Ήταν μια πράξη αυτοπεποίθησης ή μια ανάγκη να αποδείξεις ότι η έμπνευση δεν έχει γεωγραφικούς περιορισμούς;
Δεν το ένιωσα ποτέ σαν κάτι που έπρεπε να αποδείξω. Για μένα, η Αντίπαρος δεν είναι περιορισμός· είναι πηγή έμπνευσης, είναι αγαπημένος τόπος, είναι σπίτι. Η ησυχία του νησιού δεν είναι μονοτονία· είναι χώρος για να ακούσεις. Να ακούσεις ιστορίες, μνήμες, ανθρώπους. Από εκεί, άλλωστε, γεννήθηκε το βιβλίο.
Αν υπήρξε κάτι που με ώθησε να το στείλω, ήταν περισσότερο ανάγκη παρά αυτοπεποίθηση. Η ανάγκη να μοιραστώ αυτή την ιστορία. Και τελικά, νομίζω πως η έμπνευση πράγματι δεν γνωρίζει τόπο· απλώς χρειάζεται έναν τόπο για να ριζώσει.
Πολλοί νέοι συγγραφείς κρατούν τα χειρόγραφά τους στο συρτάρι για χρόνια. Εσύ τι είπες στον εαυτό σου εκείνη τη στιγμή που αποφάσισες να στείλεις το έργο σου στην Άνεμος εκδοτική; Ποια εσωτερική δύναμη σε έσπρωξε να πεις: «αυτή η ιστορία αξίζει να διαβαστεί»;
Η αλήθεια είναι πως κι εγώ στάθηκα πολλές φορές μπροστά σε ένα συρτάρι που έκλεινε και άνοιγε. Ανάμεσα στο «μήπως δεν είναι αρκετό;» και στο «μήπως δεν είναι ακόμα η στιγμή;». Κάποια στιγμή, όμως, κατάλαβα πως αν δεν τολμήσω, αυτή η ιστορία θα μείνει μόνο δική μου. Και ένιωσα πως δεν μου ανήκε πια, σαν να είχε ξεφύγει από μένα και να ζητούσε τον δικό της δρόμο. Ήταν σαν να είχε ωριμάσει μέσα μου και να ζητούσε να βγει προς τα έξω. Να συναντήσει άλλους ανθρώπους, άλλες ζωές, άλλες αναγνώσεις.
Δεν ήταν απόφαση γεμάτη σιγουριά. Ήταν περισσότερο ένα βήμα μέσα σε μια σιωπή που είχε ωριμάσει. Δεν σκέφτηκα «είναι τέλειο», παρά μόνο «είναι αληθινό». Και κάποιες φορές, το αληθινό βρίσκει τον δρόμο του μόνο όταν το αφήσεις ελεύθερο. Κι έτσι, πάτησα την «αποστολή».


">
">
">
">
">
">