Στο στούντιο του «Πρωίαν σε είδον» της ΕΡΤ υποδέχτηκαν τον Βασίλη Χαλακατεβάκη σήμερα (9/1) ο Φώτης Σεργουλόπουλος και η Τζένη Μελιτά. Ο αγαπημένος ηθοποιός αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, στην καριέρα του γενικότερα, αλλά και στη θρυλική σειρά «Οι Απαράδεκτοι», που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό.

«Θέλει μεγάλη προσπάθεια για να βγάζεις μία οικειότητα προς τα έξω, δεν ξέρω αν είναι ταλέντο. Βγαίνει από φυσική διεργασία, το έχω δουλέψει μέσα μου. Το να είσαι αληθινός, δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα στη δουλειά μας ειδικά. Έχω ευεργετηθεί από κάποιες επιλογές ρόλων ως προς αυτό», ανέφερε στο ξεκίνημα της τηλεοπτικής τους συνάντησης ο Βασίλης Χαλακατεβάκης για να συμπληρώσει: «Ήμουν τυχερός, παρόλο που δεν ήμουν πιεστικά φανατικός στη δουλειά. Ό,τι έχω κάνει ωστόσο είχε έναν χαρακτήρα».

Δείτε επίσης: Σπύρος Μαρτίκας: Ψηλός, γοητευτικός με μούσια – Πασίγνωστος Έλληνας ηθοποιός είναι ξάδερφος του φαρμακοποιού

Το γιορτινό γύρισμα του Βασίλη Χαλακατεβάκη στους «Απαράδεκτους»

Οι «Απαράδεκτοι» παραμένουν ιδιαίτερα αγαπητοί στο κοινό, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 30 χρόνια από την πρώτη προβολή της σειράς. Ο ηθοποιός ανέφερε χαρακτηριστικά στον αέρα: «Έχω γίνει γραφικός μέσα από αυτή τη σειρά. Το να μιλάς για αυτό το πράγμα 30 χρόνια μετά είναι κάπως. Έτυχε να δω λίγο από το πρωτοχρονιάτικο επεισόδιο, που είχε γίνει μεγάλος χαμός τότε, μένω άναυδος, ξαφνιάζομαι με τον εαυτό μου. Μετά από 30 χρόνια κάνω την αυτοκριτική μου, γέλαγα μ’ εμένα, ακόμα και με τα λάθη μου, που το θεωρώ πολύ ωραίο». Όπως θυμήθηκε στη συνέχεια: «Είχαμε καλεσμένους την Ελευθερία Αρβανιτάκη και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ήταν λίγο αμήχανες οι στιγμές που συμμετείχαν, επειδή ήταν πάνω σε μία ιστορία και έπρεπε να ενταχθούν με ένα τραγούδι τους. Παρόλα αυτά γκέλαρε το πράγμα».

Ο Βασίλης Χαλακατεβάκης αναφέρθηκε και στα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη λέγοντας: «Έπαιξε μεγάλο ρόλο, γιατί πήγαινα εκεί τα καλοκαίρια που ήταν η γιαγιά μου. Σαν παιδί δεν την είχα στο μυαλό μου για τη θάλασσα, αλλά για το βουνό. Ήμασταν σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό, την Άνω Κεφάλα, που κάναμε πέντε χιλιόμετρα με τα πόδια ή πηγαίναμε με μουλάρια. Δεν το πίστευα όταν πρόσφατα πήγαμε σε ένα λεπτό με το αυτοκίνητο. Πηγαίναμε για κυνήγι, να μαζέψουμε χόρτα και τρόφιμα στους κήπους που είχε η γιαγιά, μαγειρεύαμε στον ξυλόφουρνο και το βράδυ μετακινιόμασταν με κεριά ή δάδες. Αισθανόμουν ότι ήμουν στο σπίτι του Πίτερ Παν. Τώρα που πάμε στα Χανιά, όπου έχει σπίτι η γυναίκα μου, είναι ένας άλλος κόσμος».