Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983, πριν από 43 χρόνια δηλαδή, έφυγε από τη ζωή η Έλλη Λαμπέτη, μία από τις σημαντικότερες και πιο ξεχωριστές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Η ηθοποιός που ταύτισε το όνομά της με μερικές από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της μεταπολεμικής Ελλάδας άφησε πίσω της μια τεράστια καλλιτεχνική παρακαταθήκη, αλλά και μια ζωή γεμάτη μεγάλες χαρές, θυελλώδεις έρωτες, προσωπικές δοκιμασίες και δύσκολες μάχες.
Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά που σημάδεψαν την παρουσία της ήταν και το ιδιαίτερο ψεύδισμά της, για το οποίο η ίδια είχε μιλήσει ανοιχτά σε συνεντεύξεις της, αποκαλύπτοντας πως όταν ξεκίνησε την πορεία της ως ηθοποιός είχε κληθεί να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό με ασκήσεις ορθοφωνίας.
«Γράφτηκα σε δραματική σχολή, μόλις πήγα μου είπαν πως είμαι ψευδή. “Τι λέτε, εγώ ψευδή; Δεν μου είχε πει τέτοιο πράγμα η μαμά μου”, τους λέω και μου απαντούν “Δεν μπορεί να στο έχει πει η μαμά σου, δεν τα λένε οι μαμάδες αυτά, στο λέμε εμείς”», είχε αφηγηθεί με το χαρακτηριστικό της χιούμορ. Όπως εξήγησε, της συνέστησαν να κάνει ασκήσεις ορθοφωνίας, κάτι που στην αρχή είχε παρεξηγήσει. «Άκουσα “ασκήσεις” και νόμιζα ότι ήταν έτσι με τα χέρια και τα πόδια. “Όχι, πρέπει να παίρνεις βαθιές αναπνοές και να λες “θα σα”», είχε πει.
Παρά τις δυσκολίες, η Έλλη Λαμπέτη κατάφερε να περάσει από την κρίσιμη ακρόαση και να ανοίξει τον δρόμο προς μια καριέρα που έμελλε να γράψει ιστορία. Χρόνια αργότερα, μιλώντας στην ΕΡΤ1 και τη Σούλα Αλεξανδροπούλου, είχε επιστρέψει στο θέμα και είχε περιγράψει με ακόμη μεγαλύτερη λεπτομέρεια πώς αντιλαμβανόταν η ίδια το ψεύδισμά της. «Όταν ήμουν νέα είναι αλήθεια ότι ψεύδιζα πολύ περισσότερο. Ξέρεις τι είναι η λέξη “ψευδίζω”; Φαίνομαι ψευδή τώρα;», είχε αναρωτηθεί.
Μάλιστα, αποκάλυψε πως αντέδρασε όταν άκουσε για πρώτη φορά τη φωνή της στο ραδιόφωνο. «Όταν πρωτάκουσα τον εαυτό μου στο ραδιόφωνο, που έπαιζα σε ένα έργο, είχα πάθει σοκ. Ήταν ένα ψεύδισμα όλο», είχε εξομολογηθεί. Για μια ηθοποιό που γνώριζε ότι η φωνή αποτελεί βασικό εργαλείο της δουλειάς της, η εμπειρία αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί αποθαρρυντική. Εκείνη, όμως, κατάφερε να τη μετατρέψει σε μια ακόμη αφορμή για να πιστέψει στον εαυτό της. «Και έλεγα “πώς είναι δυνατόν να με δέχονται με αυτή την ομιλία”. Αλλά είχα πάρει θάρρος και έλεγα “αφού με δέχονται, θα πει ότι είμαι πολύ καλή”», είχε πει χαρακτηριστικά.
Λίγα λόγια για την Έλλη Λαμπέτη
Η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε ως Έλλη Λούκου στα Βίλια Αττικής, στις 13 Απριλίου 1926. Τα παιδικά της χρόνια στα Βίλια και στο Πόρτο Γερμενό ήταν, όπως έχει περιγραφεί, φτωχικά αλλά γεμάτα όμορφες αναμνήσεις. Η οικογένειά της μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα το 1928, καθώς η μητέρα της επιθυμούσε τα παιδιά της να έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Η Έλλη ήταν ένα από τα επτά παιδιά της οικογένειας, έχοντας και δίδυμο αδελφό, τον Τάκη, τον οποίο έχασε από φυματίωση το 1941.
Η είσοδός της στον κόσμο του θεάτρου δεν ήταν εξαρχής εύκολη. Το 1941, ύστερα από παρότρυνση του θείου της, έδωσε εξετάσεις τόσο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όσο και στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, χωρίς αρχικά να γίνει δεκτή. Ο θείος της, ωστόσο, επέμενε και τελικά η νεαρή Έλλη πήρε την ευκαιρία που χρειαζόταν. Η ίδια η Κοτοπούλη φέρεται να είχε πει χαρακτηριστικά: «Δεν χάθηκε και ο κόσμος, για μια κομπάρσα παραπάνω». Πολύ σύντομα, όμως, το ταλέντο της δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.
Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση σε πρωταγωνιστικό ρόλο έγινε τον Νοέμβριο του 1942, στο έργο «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο» του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν. Η συνεργασία της με το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» την περίοδο 1946-1948 αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα βήματα στην καθιέρωσή της. Οι ερμηνείες της στον «Γυάλινο κόσμο», στην «Αντιγόνη» και στον «Ματωμένο γάμο» την ανέδειξαν σε μία από τις μεγάλες ηθοποιούς της γενιάς της. Στον «Ματωμένο γάμο», μάλιστα, η μουσική ήταν του Μάνου Χατζιδάκι, σε ένα ανέβασμα που έμεινε στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.
Από εκεί και πέρα, η πορεία της ήταν συνεχώς ανοδική. Συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής, ενώ το 1952 δημιούργησε μαζί με τον Δημήτρη Χορν και τον Γιώργο Παππά τον θίασο Λαμπέτη-Παππά-Χορν. Από το 1956 ακολούθησε ο θίασος Λαμπέτη-Χορν, μέσα από τον οποίο οι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί παρουσίασαν έργα που γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Η σχέση της με τον Χορν δεν περιορίστηκε στη σκηνή, καθώς οι δυο τους υπήρξαν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια τόσο στο θέατρο όσο και στη ζωή.
Η προσωπική ζωή της Λαμπέτη υπήρξε εξίσου έντονη. Παντρεύτηκε τον Μάριο Πλωρίτη το 1950, με τον οποίο παρέμεινε φίλη και μετά τον χωρισμό τους το 1953. Λίγο αργότερα γνώρισε τον Δημήτρη Χορν, με τον οποίο έζησε μια από τις πιο πολυσυζητημένες σχέσεις στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Οι δυο τους χώρισαν το 1959 και στη συνέχεια η Λαμπέτη γνώρισε τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέικμαν, τον οποίο παντρεύτηκε. Ο γάμος τους έληξε το 1976, ύστερα από χρόνια προβλημάτων και ουσιαστικής διάστασης.
Η μάχη με τον καρκίνο
Η μεγαλύτερη μάχη της, όμως, ήταν εκείνη με τον καρκίνο. Η ασθένεια εμφανίστηκε στη ζωή της το 1969, ενώ προηγουμένως η Λαμπέτη είχε βιώσει μια ακόμη μεγάλη απώλεια, καθώς οι αγαπημένες της αδελφές έφυγαν από τη ζωή από καρκίνο του μαστού. Η ίδια υποβλήθηκε σε ολική μαστεκτομή στις Ηνωμένες Πολιτείες και προσπάθησε να επιστρέψει στην καθημερινότητα και στην καλλιτεχνική της δραστηριότητα. Χρόνια αργότερα, όμως, η ασθένεια επέστρεψε. Το 1980 οι μεταστάσεις άρχισαν να επιβαρύνουν σοβαρά την υγεία της, ενώ οι θεραπείες επηρέασαν ακόμη και τις φωνητικές της χορδές.
Παρά τα προβλήματα υγείας, η Έλλη Λαμπέτη δεν εγκατέλειψε εύκολα τη σκηνή. Η τελευταία της θεατρική παρουσία στην Αθήνα ήταν στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού», όπου υποδύθηκε τη Σάρα, μια κωφή γυναίκα. Ήταν μια τελευταία μεγάλη ερμηνεία μιας ηθοποιού που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή της υπηρετώντας το θέατρο, ακόμη και όταν το σώμα της δεν της επέτρεπε πλέον να κινηθεί όπως παλιά.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1983, στις 7:30 το πρωί, η Έλλη Λαμπέτη άφησε την τελευταία της πνοή στο Mount Sinai Hospital της Νέας Υόρκης, όπου είχε μεταβεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ήταν μόλις 57 ετών. Η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου και μία ημέρα αργότερα κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και η βιογραφία της από τη δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπη, με τίτλο «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση».




">
">
">
">
">
">
">
">