Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1993. Την ώρα που ολόκληρη η χώρα ετοιμαζόταν να υποδεχθεί τη νέα χρονιά, στην Ερμιόνη μια οικογένεια ζούσε τον απόλυτο εφιάλτη. Ένα παιδί μόλις έξι ετών είχε εξαφανιστεί και λίγες ώρες αργότερα θα εντοπιζόταν νεκρό, σε μια υπόθεση που έμελλε να συγκλονίσει την Ελλάδα και να αφήσει πίσω της ερωτήματα που συζητήθηκαν για χρόνια.

Ο μικρός Νίκος Δουρής είχε βγει από το σπίτι του για να παίξει στη γειτονιά. Όσο όμως περνούσε η ώρα και δεν επέστρεφε, η ανησυχία των δικών του ανθρώπων μεγάλωνε. Η εξαφάνισή του δηλώθηκε στην Αστυνομία και άρχισαν οι έρευνες για τον εντοπισμό του. Η αναζήτηση είχε το χειρότερο δυνατό τέλος. Ο πατέρας του παιδιού, Μανώλης Δουρής, μαζί με ένα από τα παιδιά της οικογένειας, εντόπισαν τη σορό του εξάχρονου κρυμμένη σε σημείο μιας αλάνας, σε μικρή απόσταση από το σπίτι τους.

Το πόρισμα που αποκάλυψε τη φρίκη

Τα ευρήματα του ιατροδικαστή αποκάλυψαν το μέγεθος του εγκλήματος. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τότε, ο εξάχρονος είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, ενώ ως αιτία θανάτου προσδιορίστηκε η ασφυξία. Ο δράστης φέρεται να είχε κλείσει τη μύτη και το στόμα του παιδιού, οδηγώντας το στον θάνατο. Η είδηση προκάλεσε σοκ σε ολόκληρη τη χώρα. Μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, ο πατέρας εμφανιζόταν συντετριμμένος, θρηνούσε για τον γιο του και μιλούσε για εκδίκηση απέναντι στον άνθρωπο που του είχε αφαιρέσει τη ζωή. Κανείς εκείνες τις πρώτες ώρες δεν μπορούσε να φανταστεί την ανατροπή που θα ακολουθούσε.

Από πατέρας που θρηνούσε, βασικός ύποπτος

Δούρης

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι αστυνομικοί άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στον ίδιο τον Μανώλη Δουρή. Οι αντιφάσεις που, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, εντόπισαν στην κατάθεσή του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο είχε οδηγηθεί στο σημείο όπου βρισκόταν κρυμμένη η σορός, δημιούργησαν υποψίες. Οι Αρχές θεωρούσαν ότι το συγκεκριμένο σημείο δύσκολα θα μπορούσε να εντοπιστεί τυχαία από κάποιον που δεν γνώριζε πού βρισκόταν το παιδί. Η εξέλιξη ήταν καταιγιστική. Ο πατέρας του εξάχρονου συνελήφθη και κατά την ανάκριση ομολόγησε το έγκλημα.

Στην προσπάθειά του να εξηγήσει όσα είχαν συμβεί, επικαλέστηκε μια κατάσταση που, όπως υποστήριζε, τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του. «Με κυριεύει μια σπάνια ασθένεια, με μεταμορφώνει. Με έπιαναν κρίσεις και δεν έβλεπα μπροστά μου», είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων. Η εικόνα του συντετριμμένου πατέρα κατέρρευσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η υπόθεση πήρε τεράστιες διαστάσεις και η κοινή γνώμη απαιτούσε την αυστηρότερη δυνατή τιμωρία.

Ανακάλεσε την ομολογία και δήλωσε αθώος

Η υπόθεση όμως δεν σταμάτησε εκεί. Λίγες ημέρες μετά την κηδεία του παιδιού, ο Μανώλης Δουρής άλλαξε στάση. Ανακάλεσε ουσιαστικά όσα είχε υποστηρίξει αρχικά και άρχισε να δηλώνει ότι δεν είχε σκοτώσει τον γιο του. «Αν το έκανα εγώ, να τιμωρηθώ», έλεγε, ενώ σε άλλη τοποθέτησή του έστρεψε τις κατηγορίες προς τη σύζυγό του και έναν άλλο άνδρα. Οι ισχυρισμοί του δεν άλλαξαν την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα και ανακριτή κρίθηκε προφυλακιστέος. Παράλληλα, άρχισαν να έρχονται στο φως στοιχεία για το παρελθόν και την ψυχική του κατάσταση. Είχε πολεμήσει στην Κύπρο το 1974 και, σύμφωνα με όσα είχαν αναφερθεί για την υπόθεση, οι εμπειρίες του από τον πόλεμο τον είχαν επηρεάσει σοβαρά. Είχε νοσηλευτεί και ο ίδιος υποστήριζε ότι αντιμετώπιζε κρίσεις κατά τις οποίες έχανε τον έλεγχο, ενώ είχε αναφερθεί και στη λήψη ηρεμιστικών φαρμάκων.

Το εύρημα που δημιούργησε νέα ερωτήματα

Όταν η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, το ενδιαφέρον ήταν τεράστιο. Η υπεράσπιση του Μανώλη Δουρή ανέλαβε τελικά ο δικηγόρος Βασίλης Καρύδης, ο οποίος είχε διοριστεί αυτεπάγγελτα. Κατά την εξέταση της δικογραφίας αναδείχθηκε ένα στοιχείο που έμελλε να προκαλέσει συζητήσεις: σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη δίκη, στο σώμα του παιδιού είχαν εντοπιστεί τρίχες από την περιοχή των γεννητικών οργάνων, οι οποίες δεν αποδόθηκαν στον Μανώλη Δουρή. Το συγκεκριμένο εύρημα χρησιμοποιήθηκε από την υπεράσπιση για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκδοχή ότι εκείνος ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που είχε εμπλακεί στην κακοποίηση και τη δολοφονία.

Ο καθηγητής Εγκληματολογίας και μετέπειτα υπουργός Γιάννης Πανούσης είχε επισημάνει τότε ότι τα εγκληματολογικά ευρήματα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες γύρω από την ταυτότητα του δράστη, ακόμη και για το ενδεχόμενο ο άνθρωπος που κακοποίησε το παιδί και εκείνος που το σκότωσε να μην ήταν το ίδιο πρόσωπο.

Η καταδίκη

Παρά τα ερωτήματα που τέθηκαν στη διάρκεια της διαδικασίας, στις 23 Νοεμβρίου 1994 το δικαστήριο έκρινε τον Μανώλη Δουρή ένοχο. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για την ανθρωποκτονία του γιου του, ενώ του επιβλήθηκαν επιπλέον ποινές για τον βιασμό και την ασέλγεια. Η απόφαση έκλεινε δικαστικά ένα μεγάλο κεφάλαιο της υπόθεσης, όχι όμως και τη δημόσια συζήτηση γύρω από αυτή.

Ο εφιάλτης πίσω από τα κάγκελα

Η είδηση ότι ο Δουρής επρόκειτο να οδηγηθεί στις φυλακές προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και μεταξύ κρατουμένων. Σύμφωνα με τις αναφορές της εποχής, υπήρξαν απειλές ακόμη και για επεισόδια σε περίπτωση μεταφοράς του στις φυλακές της Τρίπολης, με αποτέλεσμα να εξεταστούν διαφορετικές λύσεις για την κράτησή του. Η ζωή του μέσα στο σωφρονιστικό σύστημα αποδείχθηκε εξαιρετικά βίαιη. Καταγράφηκαν αναφορές ότι δέχθηκε σοβαρές επιθέσεις και ξυλοδαρμούς από άλλους κρατούμενους, ενώ αναφέρθηκε ακόμη και σεξουαλική κακοποίησή του.

Οι συνεχείς εντάσεις είχαν ως αποτέλεσμα να μεταφέρεται από φυλακή σε φυλακή. Μέσα σε περίπου δύο χρόνια πέρασε από διαφορετικά σωφρονιστικά καταστήματα, καθώς η παραμονή του ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό των κρατουμένων δημιουργούσε διαρκώς προβλήματα ασφαλείας.

24 Φεβρουαρίου 1996: Ο τελευταίος κρίκος της τραγωδίας

Λίγο περισσότερο από δύο χρόνια μετά το έγκλημα που συγκλόνισε την Ελλάδα, η ιστορία πήρε την τελευταία δραματική της τροπή. Στις 24 Φεβρουαρίου 1996, ο Μανώλης Δουρής βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Τρίπολης. Είχε κρεμαστεί χρησιμοποιώντας καλώδιο τηλεόρασης. Ο θάνατός του έβαλε τέλος στη ζωή του ανθρώπου που είχε καταδικαστεί για ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που είχαν απασχολήσει μέχρι τότε την ελληνική κοινή γνώμη. Δεν έβαλε όμως τέλος και στα ερωτήματα που είχαν δημιουργηθεί γύρω από την υπόθεση.

Γιατί είχε ανακαλέσει την αρχική ομολογία του; Τι ακριβώς σήμαιναν τα εγκληματολογικά ευρήματα που επικαλέστηκε η υπεράσπισή του; Και τι τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία μέσα στη φυλακή; Τύψεις για τη δολοφονία του ίδιου του παιδιού του; Η βία που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεχόταν πίσω από τα κάγκελα; Ή η πεποίθησή του μέχρι το τέλος ότι είχε καταδικαστεί για ένα έγκλημα που υποστήριζε πλέον πως δεν είχε διαπράξει; Δεκαετίες αργότερα, η δολοφονία του 6χρονου Νίκου Δουρή εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις του ελληνικού αστυνομικού χρονικού.