Κορίτσι με γαλλικά και πιάνο, αριστοκρατική φιγούρα, η Ευγενία Καρπούζη που έγινε Τζένη Καρέζη, ήταν μια γυναίκα με σπάνια ομορφιά, εκρηκτικό ταμπεραμέντο, έντονη προσωπικότητα και βαθιά καλλιτεχνική φλόγα, που κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ελληνική τέχνη. Η ζωή της ήταν γεμάτη επιτυχίες, μεγάλους έρωτες, πολιτικές συγκρούσεις, προσωπικές μάχες και μια αξιοπρεπή στάση απέναντι στον θάνατο, που τη μετέτρεψε σε διαχρονικό σύμβολο.

Γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1932 στην Αθήνα με το πραγματικό όνομα Ευγενία Καρπούζη. Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από συνεχείς μετακινήσεις λόγω της εργασίας του πατέρα της, γεγονός που την έκανε να αποκτήσει από νωρίς δυναμισμό και ανεξαρτησία. Ο πατέρας της Κωνσταντίνος Καρπούζης, καθηγητής Μαθηματικών, υπήρξε αυστηρών αρχών, και απαιτούσε στρατιωτική πειθαρχία από την οικογένεια. Ήταν άκαμπτος άνθρωπος, γεγονός που καθόρισε τη σχέση του με την κόρη του. Η μητέρα της Θεώνη, το γένος Λάφη, δασκάλα, ήταν το ακριβώς αντίθετο από τον άντρα της, τρυφερή, ευγενική, χαμογελαστή. Η μικρή Ευγενία ήταν ενός έτους όταν η οικογένεια μετακόμισε στη Σύρο λόγω δυσμενούς μετάθεσης του πατέρα. Αν και ένας από τους ευφυέστερους μαθηματικούς της εποχής του, συγγραφέας βιβλίου ασκήσεων που διδασκόταν στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, είχε έρθει σε ρήξη με τον ίδιο τον Ιωάννη Μεταξά. Παρόλο που και ο ίδιος ήταν ακραιφνής εθνικιστής και προσωπικός φίλος του δικτάτορα, ο οποίος τον προόριζε για καθηγητή πανεπιστημίου, σε μια αντιδικία τους του μίλησε τόσο άσχημα, που στάλθηκε «εξορία». Η τιμωρία κράτησε έναν χρόνο και εν τέλει ο διαπρεπής μαθηματικός βρέθηκε να υπηρετεί ως γυμνασιάρχης στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έζησε και η Ευγενία Καρπούζη μέχρι τα δεκαέξι της χρόνια.
“Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη μου!» έγραφε η Τζένη Καρέζη στην βιογραφία της με τίτλο «Τετράδια ζωής»: «Κατοχή. Πείνα, βομβαρδισμοί και καταφύγια. Κι ένα κοριτσάκι, η Ευγενούλα πολύ άρρωστο. Θα ‘ναι δεν θα ‘ναι πέντε χρονών. Η μαμά του δεν μπορεί να το σηκώσει από το κρεβάτι. Και κείνο φοβάται. Ακούει τους άλλους να τρέχουνε, τα άλλα παιδάκια να φωνάζουνε, τις μπόμπες να πέφτουνε, βλέπει τη γιαγιά του και τον πατέρα του να φεύγουν τρομαγμένοι με τους άλλους, και το πιάνουν τα κλάματα. Και τότε η μαμά του, για να το παρηγορήσει, πάει και βάζει στο γραμμόφωνο την Ενάτη του Μπετόβεν. Και το δωμάτιο γεμίζει μάγια».

Στη Γαλλική σχολή οι καλόγριες θα της αλλάξουν το όνομα σε Τζένη, προς ενόχληση του πατέρα της που δεν έπαψε ποτέ να την φωνάζει Ευγενία. Όταν σε ένα από τα πρώτα μαθήματα Γαλλικών απήγγειλε ένα ποίημα, η καλόγρια που τους δίδασκε ενθουσιάστηκε τόσο, που την ρώτησε το όνομά της. «Ευγενία» αποκρίθηκε εκείνη και η soeur είπε: «Α, δηλαδή Eugénie. Θα σε λέω τότε Genny, που είναι το χαϊδευτικό του Eugénie». Κι έτσι βαφτίστηκε Τζένη.

Από μικρή έδειχνε πως διέθετε έντονη προσωπικότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία. Παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της, αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Ο Κώστας Καρπούζης δεν έβλεπε με καλό μάτι τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της κόρης του. Η Τζένη πήγε κρυφά, έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό, πέρασε. Αλλά, καθώς ήταν ανήλικη, έπρεπε να δεχτούν οι γονείς. Από τη σχολή κάλεσαν την κυρία Θεώνη Καρπούζη και της είπαν ότι θα ήταν κρίμα αυτό το κορίτσι να μη σπουδάσει θέατρο. Ο πατέρας ονειρευόταν για την κόρη του πανεπιστημιακή καριέρα κι έτσι εκείνη συμμάχησε με τη μητέρα, με την οποία έτσι κι αλλιώς είχε σχέση λατρείας. Άρχισε να παρακολουθεί τη δραματική σχολή του Εθνικού χωρίς να το ξέρει εκείνος. Ήταν φθινόπωρο του 1951. Η Τζένη όταν πέρασε στο Εθνικό ο τότε καθηγητής της και γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Άγγελος Τερζάκης, αποφάσισε πως το Καρπούζη δεν ήταν εύηχο. «Δεν κάνεις καριέρα ως Καρπούζη» της είχε πει. Κατέληξε στο Καρέζη διατηρώντας το κάπα και το ζήτα που του άρεσαν σε συνδυασμό με το Τζένη. Στις θεατρικές σπουδές αφοσιώθηκε με την ίδια πειθαρχία που επέδειξε σε ολόκληρη τη μαθητική της ζωή. Δάσκαλοί της ήταν μερικοί από τους σημαντικότερους του θεάτρου και των γραμμάτων. Ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Άγγελος Τερζάκης, η κυρία Κατερίνα, και ο πρώτος μεγάλος της έρωτας, ο σαγηνευτικός πρωταγωνιστής Γιώργος Παππάς.

Η ολέθρια σχέση της Τζένης Καρέζη με τον πατέρα της και ο βίαιος αποχωρισμός

Ο πατέρας της άνθρωπος παλαιάς εποχής, βαρύς, δεν είχε καλή σχέση ούτε με τη γυναίκα ούτε με το παιδί του. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι της οικογένειας, που είχε μετακομίσει στο Χαλάνδρι, ήταν ασφυκτική. «Ήμουν μικρούλα τότε για να της πω: “Μάνα, μη με φορτώνεις έτσι. Δεν το θέλω αυτό το φορτίο. Φύγε. Έχεις τη δουλειά σου, έχεις τα νιάτα σου, έχεις την ομορφιά σου. Φύγε» γράφει στα «Τετράδια ζωής». «Σταμάτα να ζεις αυτή την απαίσια ζωή. Φύγε. Μη με αφήνεις να τα βλέπω όλα αυτά. Ό,τι κι αν συμβεί θα ‘ναι καλύτερο. Φύγε, μάνα. Μάνα μου”. Δεν έφυγε. Έμεινε. Έμεινα κι εγώ». «Ο χωρισμός κόρης-πατέρα, έγινε όταν η Τζένη ήταν στην πρώτη τάξη του Εθνικού.» έχει διηγηθεί ο Κώστας Καζάκος. «Όταν το έμαθε της έδωσε ένα χαστούκι. Δεν δεχότανε αυτή τέτοια πράγματα. Επαναστάτησε. Του έπιασε το χέρι και του είπε: “Αυτό δεν θα ξαναγίνει”. Και πήρε την μητέρα της και έφυγαν από το σπίτι!».

Η κ. Θεώνη πήρε διαζύγιο από τον σύζυγό της, έχοντας μέχρι εκείνη τη στιγμή υπομείνει τα πάνδεινα από εκείνον, ρίχνοντας κι εκείνη οριστικά μαύρη πέτρα πίσω της. Μάνα και κόρη εγκαταστάθηκαν σε ένα νεοκλασικό επί της οδού Χέυδεν, απέναντι από το Πεδίον του Άρεως, όπου ζούσε όλο το σόι μαζί. Αυτό αποτελούσε σκάνδαλο σχεδόν, δύο γυναίκες μόνες, η μάνα ακόμα νέα και όμορφη, με κόρη ηθοποιό! Αλλά η Τζένη Καρέζη, πέρα από την ωριμότητα και τη μόρφωσή της, που οπωσδήποτε τη διαφοροποιούσαν από τις συνομήλικές της, ήταν ένας άνθρωπος απόλυτος και ξεροκέφαλος σαν τον πατέρα της. Γιατί μ’ εκείνον έμοιαζε σε πάρα πολλά. Μόνο που εκείνη φρόντισε τα πιο ενοχλητικά να τα αντιστρέψει και να τα κάνει προτερήματα. Την επιθετικότητα εκείνου την έκανε ειλικρίνεια και πείσμα για το δίκιο, τις εμμονές της τις μετέτρεψε σε πάθος για το καλό γούστο, για το θέατρο, για τις μεγάλες αξίες. Παθιαζόταν τόσο πολύ με αυτό που πρέσβευε, που ήταν ικανή να χαλάσει ακόμα και φιλία ετών, ώστε να υπερασπιστεί την άποψή της. Αυτό έδειχνε πόσο ειλικρινής ήταν με το περιβάλλον της και πόσο έντιμη απέναντι στα πιστεύω της. Τα επόμενα χρόνια δεν είχαν καμία επαφή. Λέγεται ότι ο Κώστας Καρπούζης πήγαινε να δει την κόρη του στο θέατρο, φροντίζοντας να κάθεται πάντα στις τελευταίες σειρές των καθισμάτων. Την επισκέφθηκε απρόσκλητος όταν γεννήθηκε το εγγόνι του το 1969. «Χτύπησε η πόρτα μία ημέρα.» έχει διηγηθεί ο Κώστας Καζάκος στη Μηχανή του Χρόνου. «Και πήγε να ανοίξει η Τζένη και τον είδε μπροστά της. Έπαθε σοκ. Άνοιξε την πόρτα και κρύφτηκε. Βγήκα και εγώ έξω να δω τι συνέβη. Εκείνος ούτε μία ματιά δεν μου έριξε. Ούτε με κοίταξε καθόλου. Της είπε: “Αυτός είναι;”. Και πήγε στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου και του έβαλε κάποια ελβετικά φλουριά επάνω του. Κάθισε καμία ώρα και μιλούσε όλο για τον εαυτό του. Πώς θα καταφέρει να ζήσει πολλά χρόνια!».

Λίγο αργότερα ωστόσο ο Κώστας Καρπούζης είχε ένα σοβαρότατο αυτοκινητιστικό δυστύχημα εξ αιτίας του οποίου έχασε τη ζωή του. Ο Κώστας Καζάκος είχε αφηγηθεί σχετικά σε συνέντευξή του στο «Βήμα»: «Το τρομερό συμβάν με τον πατέρα της έλαβε χώρα λίγο αργότερα. Υπήρχε κατά βάθος τέτοια αγάπη μεταξύ τους, που είναι να τρομάζει ο άνθρωπος. Μας ειδοποίησαν ότι τον χτύπησε ένα φορτηγό και τον είχαν στο “Λαϊκό”, σε κώμα. Δεν συνήλθε ποτέ. Τρέξαμε μέσα στη νύχτα και τον βρήκαμε σε ένα ράντζο. Η Τζένη άρχισε να φωνάζει να φέρουμε γιατρούς από τη Γαλλία, όμως ήταν θέμα ωρών, όπως της έλεγαν οι γιατροί. Το άλλο βράδυ, μετά την παράσταση, μπαίνουμε στο δωμάτιο όπου πλέον τον είχαν μεταφέρει και μέσα στο μισοσκόταδο πλησιάζουμε στο προσκεφάλι του, από τη μία μεριά η Τζένη, από την άλλη εγώ. Είχε κλειστά τα μάτια του, δεν τα άνοιξε ποτέ, και όταν η Τζένη έσκυψε επάνω του, τον άκουσα να λέει “Ευγενούλα”. Μου κόπηκαν τα γόνατα, την έπιασαν τα κλάματα την Τζένη. Δεν ξαναμίλησε εκείνος…».

Γεννημένη για να γίνει σταρ

Η εμφάνισή της στον καλλιτεχνικό χώρο συνέπεσε με την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος άνθιζε, και η ίδια έμοιαζε γεννημένη για να γίνει σταρ. Το θεατρικό της ντεμπούτο γίνεται αμέσως μετά την αποφοίτηση της από τη σχολή με πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση «Ωραία Ελένη» (1954-55) με τον θίασο του Θεάτρου Κοτοπούλη, δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη ενώ αργότερα την ίδια σεζόν ερμηνεύει την Αντέλα στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» δίπλα στην Κατίνα Παξινού, με σκηνοθέτη τον Αλέξη Μινωτή. Αυτές οι δύο παραστάσεις και οι εγκωμιαστικές κριτικές που τις συνόδευσαν καθιέρωσαν αμέσως την Τζένη Καρέζη ως σπουδαίο νέο ταλέντο του ελληνικού θεάτρου. Εκείνη όμως δοκιμάζει κάτι διαφορετικό παίζοντας την επόμενη σεζόν στον «Φαύλο Κύκλο» του Δημήτρη Ψαθά πριν συνεργαστεί το καλοκαίρι του 1955 με το θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου – Μίμη Φωτόπουλου αναδεικνύοντας τις ικανότητές της και στην κωμωδία.

Από το 1955 έως το 1959 εντάσσεται στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου, ό,τι πιο τιμητικό εκείνη την εποχή για ηθοποιό, παίζοντας σε σπουδαίες παραστάσεις: «Δοκιμασία» του Άρθουρ Μίλερ (σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού), «Άμλετ» (σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή), «Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας» (σκηνοθεσία Κωστή Μηχαηλίδη) και «Βασιλιάς Ληρ» (σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή). Επίσης έχει την πρώτη της επαφή με την αριστοφανική κωμωδία, βγαίνοντας για πρώτη φορά στη σκηνή του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού («Εκκλησιάζουσες» το 1956 και «Λυσιστράτη» το 1958) και στη σκηνή της Επιδαύρου («Λυσιστράτη» το 1957 και «Θεσμοφοριάζουσες» το 1958). Κλείνοντας το κύκλο της στο Εθνικό Θέατρο μεταπηδά στο θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου ξεκινώντας με το «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος» (1959-60) του δίδυμου Τσιφόρου-Βασιλειάδη, μια παράσταση που σπάει ταμεία και μεταφέρεται την ίδια χρονιά στον κινηματογράφο. Δες το βίντεο:

Συνεχίζει με μια συνεργασία με το θίασο του Κώστα Μουσούρη (1961-62) παίζοντας τη «Φανή» του Μαρσέλ Πανιόλ και μετά γίνεται συνθιασάρχης με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, ανεβάζοντας το «Κρατικές Υποθέσεις» του Λουί Βερνέιγ, με σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μυράτ. Τη θεατρική περίοδο 1963-64 συγκροτεί θίασο, και μαζί με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τον Νίκο Κούρκουλο. Ανεβάζουν την ιστορική παράσταση «Η Γειτονιά των Αγγέλων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, όμως η εμπορική αποτυχία της παράστασης τους οδηγεί σε εσπευσμένη αλλαγή έργου. Ήταν Χριστούγεννα του 1963 όταν με τον ίδιο θίασο κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Ρεξ το «Δεσποινίς Διευθυντής» των Γιαλαμά – Πρετεντέρη, παράσταση που σημειώνει τεράστια εμπορική επιτυχία και την ίδια χρονιά μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τη Φίνος Φιλμ.

Το φρέσκο πρόσωπο και η γοητευτική της προσωπικότητα φέρνουν μια σειρά από κινηματογραφικούς ρόλους με χαρακτηριστικότερους στο «Τρελοκόριτσο» (1958) του Δημήτρη Δαδήρα σε σενάριο του Γιάννη Δαλιανίδη, στη ««Χιονάτη και τα 7 Γεροντοπαλλήκαρα» (1960) του Ιάκωβου Καμπανέλλη και στην «Χριστίνα» (1960) του Γιάννη Δαλιανίδη. Στο διάστημα αυτό δείχνει και τις ικανότητες της στο τραγούδι, ερμηνεύοντας το «Μην τον Ρωτάς τον Ουρανό» του Χατζιδάκι στην ταινία «Το Νησί των Γενναίων» (1959, Δημήτρης Δαδήρας), το «Χρυσόψαρο» του Χατζιδάκι στην ταινία «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος» (1960, Γιάννης Δαλιανίδης) και το «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ» του Μίκη Θεοδωράκη στην ταινία «Ποια Είναι η Μαργαρίτα» (1961, Δημήτρης Δαδήρας). Η πρώτη της μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία ήρθε τη δεκαετία του 1950. Με την αριστοκρατική ομορφιά, το διεισδυτικό βλέμμα και τη θεατρική της στόφα, κατάφερε γρήγορα να ξεχωρίσει ανάμεσα στις μεγάλες πρωταγωνίστριες της εποχής. Συνεργάστηκε με κορυφαίους σκηνοθέτες και ηθοποιούς και πρωταγωνίστησε σε ταινίες που άφησαν εποχή. Ανάμεσά τους οι ταινίες «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», «Το Νησί των Πειρασμών», «Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια», «Δεσποινίς Διευθυντής» και πολλές ακόμη που αγαπήθηκαν από το κοινό. Δες βίντεο από την ταινία “Μια Τρελή Τρελή Οικογένεια”:

Επιστρέφει στη Φίνος Φιλμ για να συνεργαστεί ξανά με τον Αλέκο Σακελλάριο στο «Η Νύφη Το ’Σκασε» (1962) και την επόμενη χρονιά παίζει στα θρυλικά «Κόκκινα Φανάρια» (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη για τη Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης (όπου τραγουδά το «Παράπονο» του Σταύρου Ξαρχάκου). Όμως το 1964 θα είναι η χρονιά της με τρεις σπουδαίες ταινίες με τον Ντίνο Δημόπουλο για τη Φίνος Φιλμ με την οποία πλέον συνεργάζεται αποκλειστικά: «Λόλα» (όπου θα τραγουδήσει το «Δεν έχει Αρχή» του Σταύρου Ξαρχάκου) και «Ένας Μεγάλος Έρωτας» δίπλα στον Νίκο Κούρκουλο και φυσικά η θριαμβευτική κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής επιτυχίας του «Δεσποινίς Διευθυντής». Δες βίντεο από την ταινία “Ένας μεγάλος έρωτας”:

Τζένη – Τζένη: Η ταινία σταθμός στην καριέρα της, το νυφικό και ο έρωτας με τον Μπάρκουλη

O Ντίνος Δημόπουλος εξελίσσεται στον «προσωπικό» της σκηνοθέτη και αξιοποιεί το ταλέντο της σε δύο ακόμα μεγάλες επιτυχίες που παίζονται και ξαναπαίζονται μέχρι και σήμερα: το «Μια Τρελλή Τρελλή Οικογένεια» (1965) και το «Τζένη Τζένη» (1966) όπου η Τζένη είναι σαρωτική κλείνοντας τρεις ταινίες με κινηματογραφικό πατέρα τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Η ταινία εκτός από τεράστια εισπρακτική επιτυχία, είναι ιδιαίτερη μιας και έκρυβε πολλά μυστικά. Ένα από αυτά, είναι το νυφικό της Τζένης Καρέζη, στην υπέροχη σκηνή του «λευκού» γάμου με τον Ανδρέα Μπάρκουλη ή υποψήφιο βουλευτή Μαντά. Το φόρεμα λοιπόν, ήταν από την προσωπική συλλογή της ηθοποιού και μάλιστα ήταν αυτό με το οποίο είχε παντρευτεί τον Ζάχο Χατζηφωτίου λίγα χρόνια πριν! Όσον αφορά στη σχέση των δύο λαμπερών πρωταγωνιστών, για την οποία είχε γίνει πολύς λόγος εκείνη την εποχή, η αλήθεια είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από όσο θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Πολλά χρόνια μετά, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, είχε αποκαλύψει ότι εκείνη την περίοδο είχε ερωτευτεί την Καρέζη, με την οποία μάλιστα είχαν και έναν σύντομο δεσμό. «Στην ταινία ερωτεύθηκα και ενώθηκα με την Τζένη στην σπηλιά του Μπεκίρη. Το κινηματογραφικό της όνομα είναι σπηλιά της νεράιδας. Κούκλα μου, κούκλα μου… Τρύπωνα στο σκάφος και έλιωνα στα χείλη της και στις ματάρες της, πέρασαν έτσι κάποιοι μήνες και κυκλοφορούσαμε σαν ζευγάρι και το παραμύθι ζωντάνευε. Όταν έφυγε στην Γαλλία για σπουδές ηθοποιίας απομακρυνθήκαμε»

Εμβόλιμα, αποτολμά να δοκιμάσει τις δυνάμεις της σε μια διεθνή παραγωγή παίζοντας στη Γαλλική ταινία «Μια Σφαίρα στην Καρδιά» (Une Balle au Coeur) του φιλέλληνα σκηνοθέτη Ζαν Ντανιέλ Πολέ. Όμως η εξέλιξη δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της και τελικά επιλέγει να εστιάσει τις καλλιτεχνικές τις προσπάθειες στην Ελλάδα. Δες βίντεο από την ταινία:

Είναι η δεκαετία που οι δημοσιογράφοι χτίζουν το μύθο μιας «κόντρας» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη με βάση το διαφορετικό ερμηνευτικό στιλ αλλά και τις διαφορετικές επιλογές τους. Παρότι το κοινό είχε χωριστεί σε στρατόπεδα «Βουγιουκλακικών» και «Καρεζικών» οι δύο πρωταγωνίστριες στην πραγματικότητα είχαν άριστη σχέση και συνδέονταν με αληθινή και βαθιά φιλία.
Τη διετία 1967-68 θα κλείσει την συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ με τέσσερις ταινίες: «Εκείνος κι Εκείνη» του Ερρίκου Ανδρέου, «Κονσέρτο για Πολυβόλα» με τον Κώστα Καζάκο σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, «Αγάπη και Αίμα» πάλι με τον Κώστα Καζάκο σε σκηνοθεσία Νίκου Φώσκολου και τέλος με το «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» που μεταφέρει στο σινεμά δική της θεατρική επιτυχία σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Μέσα σε λιγότερα από 20 χρόνια, η Τζένη Καρέζη έπαιξε σε 32 ταινίες (13 εκ των οποίων με τη Φίνος Φιλμ) πριν αποφασίσει να αποσυρθεί από τον κινηματογράφο και να αφοσιωθεί στο θέατρο. Οι τελευταίοι της ρόλοι στο πανί ήταν το 1972 στις ταινίες «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Ζερβουλάκου και «Ερωτική Συμφωνία» σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου (όπου η ίδια είχε γράψει το σενάριο). Δες το τρέιλερ της ταινίας “Κοντσέρτο για πολυβόλα”:

Τον Φεβρουάριο του 1973 συμμετέχει στην πρώτη της τηλεοπτική δουλειά, το κατοχικό δράμα «Μαρίνα Αυγέρη» σε σενάριο που έγραψε η ίδια (με το ψευδώνυμο Παυλίνα Μπόταση) και συνεχίζει το 1976 με τη «Μεγάλη Περιπέτεια». Επιστρέφει στην ΕΡΤ το 1990 με τη «Μαύρη Χρυσαλλίδα», μια σειρά που διαδραματίζεται στη διάρκεια της Κατοχής σε σενάριο που συνυπογράφει η ίδια με την Ηρώ Μάνεση. Δες ένα αφιέρωμα στην Καρέζη από το αρχείο της ΕΡΤ:

Η επιλογή της στον κεντρικό ρόλο από τον Αλέκο Σακελλάριο στην ταινία του «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» με τους Φωτόπουλο – Αυλωνίτη, τον Αλεξανδράκη και την εξαιρετική μουσική του Χατζιδάκι είχε τόσο μεγάλη επιτυχία, που εκτίναξε τη νεαρή ηθοποιό σε πρωτόγνωρα ύψη δημοτικότητας. Αμέσως μετά γυρίστηκε και η συνέχεια, με τίτλο «Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο», με τους ίδιους πρωταγωνιστές και τα εκπληκτικά τραγούδια του Μάνου, τα οποία τραγούδησε η ίδια η Τζένη. Ο δαιμόνιος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Σακελλάριος είχε βρει στο πρόσωπό της την ιδανική ενζενί για τα κινηματογραφικά του σχέδια. Έτσι, την έβαλε δίπλα στους Λογοθετίδη – Λιβυκού στο «Δελησταύρου & υιός», και την επόμενη χρονιά ανάμεσα στη Βασιλειάδου, τον Μακρή και τη Ζαφειρίου, ως μία από τις κόρες −και υποψήφιες νύφες− ενός αυταρχικού πατέρα στην ξεκαρδιστική «Θεία από το Σικάγο», που τη σεζόν 1957-1958 έκανε ρεκόρ εισιτηρίων. Δες σκηνή από την ταινία “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”:

Η Καρέζη δεν ήταν απλώς μια όμορφη πρωταγωνίστρια. Διέθετε σπάνια δραματική δύναμη και μπορούσε να περάσει από την κωμωδία στο δράμα με εντυπωσιακή άνεση. Το κοινό την αγάπησε γιατί εξέπεμπε αυθεντικότητα και πάθος. Δεν φοβόταν να συγκρουστεί ούτε να εκφράσει άποψη, κάτι που την έκανε ξεχωριστή σε μια εποχή όπου οι γυναίκες του θεάτρου συχνά έπρεπε να διατηρούν ένα πιο «ήσυχο» προφίλ.

Η κοσμική ζωή και ο γάμος με τον μπον βιβέρ Ζάχο Χατζηφωτίου

Η προσωπική της ζωή απασχόλησε ιδιαίτερα τον Τύπο της εποχής. Ο πρώτος της μεγάλος έρωτας ήταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1962. Το φθινόπωρο του 1961 η Τζένη Καρέζη βρέθηκε στο Λονδίνο για «καλλιτεχνική ενημέρωση». Εκεί συνάντησε την επιστήθια φίλη της Μελίνας, Ρένα Μεσολωρά, και τον σύζυγό της. Οι παρέες της προέρχονταν πλέον από το θεατρόφιλο Κολωνάκι. Ένα βράδυ το ζεύγος είχε κανονίσει μια έξοδο, όταν εμφανίστηκε ξαφνικά από το Παρίσι, στο οποίο ζούσε εκείνα τα χρόνια, ο Ζάχος Χατζηφωτίου. Ο γνωστός δημοσιογράφος ζούσε τότε παρασιτικά ως ένας διεθνής μπον-βιβέρ και πλέι-μπόι της Σεν Ζερμέν και της Κοτ ντ’ Αζούρ, ενώ προσπαθούσε να ναυλώνει πλοία ώστε να μπει στον χώρο της ναυτιλίας. Οι παρέες του Χατζηφωτίου έγιναν και δικές της και μαζί συναναστρέφονταν πια ανθρώπους του πλούτου και της εξουσίας, αυτό που λένε «παλιά τζάκια» − χώρια οι πρεμιέρες στα θέατρα ή στα κέντρα όπου τραγουδούσαν οι μεγαλύτερες φίρμες.

Η βραδιά πέρασε όμορφα για την ελληνική παρέα και η πρωταγωνίστρια παρότρυνε τον Έλληνα του Παρισιού να πάει να τη δει στο θέατρο τα Χριστούγεννα που θα κατέβαινε στην Αθήνα. Ο Χατζηφωτίου δεν ήξερε πόσο διάσημη ήταν. Το διαπίστωσε μόνο όταν βρέθηκε στην 3η σειρά του Μουσούρη. Το ίδιο βράδυ κατέληξαν στην «Αθηναία», το πιο κοσμικό κέντρο της εποχής, όπου όσοι τους είδαν απόρησαν πώς δύο εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι βρέθηκαν εκεί μέσα − η αμφισβήτηση αυτή θα τους συνόδευε έκτοτε όσο καιρό έμειναν μαζί. Βγήκαν και ξαναβγήκαν, και όσο περνούσε ο καιρός γινόντουσαν όλο και πιο απαραίτητοι ο ένας για τον άλλον. Η Τζένη άλλωστε εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε τη νύχτα, ιδιαίτερα στα κέντρα της Πλάκας. Έτσι, δεν άργησε να εναρμονιστεί με τον γλεντζέ Χατζηφωτίου. Φυσικά, τα βλέμματα συνήθως τα συγκέντρωνε εκείνη. Εκείνος ήταν παντελώς άγνωστος. Σύντομα, στη συνείδηση όλων ήταν ζευγάρι και πολλές φορές στην παρέα τους συμπεριλαμβανόταν και η Μελίνα ή άλλοι διάσημοι ηθοποιοί. Βρισκόντουσαν στο επίκεντρο του κοσμικού κουτσομπολιού, καθώς η μεν «υψηλή κοινωνία» δυσκολευόταν να δεχτεί το γεγονός ότι οι θεατρίνοι ξαφνικά κυκλοφορούσαν στα λημέρια της, οι δε του θεάτρου θεωρούσαν ότι η Καρέζη είχε παρασηκώσει ψηλά τη μύτη με αυτήν τη σχέση. Τα ξενύχτια και τα γλέντια έδιναν κι έπαιρναν και ένα βράδυ βρέθηκαν στην περίφημη «Τριάνα» του Χειλά, όπου του σχήματος με Ζαμπέτα, Μοσχολιού και Δούκισσα ηγούνταν ο Μπιθικώτσης. Στο τέλος του προγράμματος ο Μπιθικώτσης κάθισε μαζί τους και αφού αντάλλαξαν διάφορα, την ώρα που ετοιμαζόντουσαν να φύγουν τους ρώτησε με απαράμιλλο λαϊκό ένστικτο: «Δεν μου λες, ρε φίλε, εσείς οι δύο τι κάνετε;». Ο Χατζηφωτίου του απάντησε: «Μάλλον αγαπιόμαστε». «Άντε, ρε!» ήταν η αντίδραση του καλλιτέχνη και η επόμενη ατάκα του Ζάχου ήταν: «Δεν με λες, Γρηγόρη, αν παντρευτούμε, θα ‘ρθεις να τραγουδήσεις στον γάμο μας;». «Παντρέψου εσύ, ρε, και “καθαρίζω” εγώ». Η στιχομυθία κατοχυρώθηκε ως η επίσημη πρόταση γάμου του Χατζηφωτίου στην Καρέζη. Ο γάμος ορίστηκε για τις 7 Μαΐου του 1962.

Ο Χατζηφωτίου ήταν κοσμικός, γοητευτικός και ιδιαίτερα γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους. Ο γάμος τους θεωρήθηκε ένα από τα πιο λαμπερά κοσμικά γεγονότα της εποχής. Ωστόσο, οι δυο τους είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Η Καρέζη ήταν βαθιά παθιασμένη με την τέχνη και αρκετά εσωστρεφής στην προσωπική της ζωή, ενώ ο Χατζηφωτίου λάτρευε την κοσμική ζωή και την εξωστρέφεια. Στον γάμο ο Κωνσταντίνος Καρπούζης δεν ήταν καλεσμένος, ούτε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, γιατί, όπως έλεγε η ίδια η Τζένη: «Είναι ικανή να μου τα χαλάσει όλα». Μάλλον ήταν μία από τις περιόδους αντιπαλότητας, που συχνά εναλλάσσονταν με περιόδους μεγάλης αγάπης, ανάλογα με τον βαθμό επιτυχίας της μίας και της άλλης. Κουμπάρα ήταν η καλή φίλη του Ζάχου, η αείμνηστη «αρχόντισσα» Μάγια Καλλιγά. Καθώς ο ναός όπου τελέστηκε το μυστήριο ήταν ο περίβολος της Αγίας Φιλοθέης, η κοσμοσυρροή θαυμαστών ήταν τεράστια, απόδειξη ότι οι σταρ αντιμετωπίζονταν τότε σχεδόν ως «μυθικά» πρόσωπα.

Το γαμήλιο πάρτι που ακολούθησε στην Κηφισιά έμεινε αλησμόνητο. Οι 350 καλεσμένοι ήταν κοσμικοί φίλοι του γαμπρού, συμπεριλαμβανομένων του Σταύρου και της Ευγενίας Νιάρχου, των εκδοτών Ελένη Βλάχου και Νάσου Μπότση, κραταιά ονόματα βιομηχάνων και εφοπλιστών, πολιτικοί, όλοι της οι προσωπικοί φίλοι, ο Μινωτής και η Παξινού, η Μάρω Κοντού και η Μαίρη Χρονοπούλου, η Λιλή Παπαγιάννη, ο Ανδρέας Φιλιππίδης, η Δέσπω Διαμαντίδου, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και ο Σταύρος Ξενίδης, ο συγγραφέας Κώστας Πρετεντέρης και η δημοσιογράφος Φωφώ Βασιλακάκη. Στο γλέντι τραγούδησε και ο σερ της νύχτας Μπιθικώτσης, που μπροστά του το ζευγάρι, μερικούς μήνες πριν, είχε πάρει την απόφαση να παντρευτεί. Ακολούθησε το ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι. Κατέλυσαν σε σουίτα πεντάστερου ξενοδοχείου και ο Χατζηφωτίου βάλθηκε να της γνωρίσει την Πόλη του Φωτός. Η Τζένη παρακολούθησε τις σημαντικότερες θεατρικές παραστάσεις της εποχής, ένιωθε ευτυχισμένη, ερωτευμένη, πανέμορφη. Συνάντησαν όλους τους φίλους του Ζάχου, κοσμικούς, πλέι-μπόι και διασημότητες, έφαγαν στα ακριβότερα εστιατόρια.

Στην Αθήνα έπιασαν σπίτι στην οδό Χάριτος, γωνία με Πλουτάρχου. Το 1962 στήνει τον δικό της θίασο με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και ανεβάζει το «Κρατικές Υποθέσεις» του Λουί Βερνέιγ, με σκηνοθέτη τον Μυράτ. Στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού συνέρρεαν καθημερινά ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παρατρεχάμενοι κάθε είδους του θεάτρου και οι συζητήσεις και οι πρόβες κρατούσαν μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Κι όταν άρχιζαν οι παραστάσεις, τα ξενύχτια συνεχίζονταν με φαγητό, ενίοτε και με κοσμικές εξόδους. Του Χατζηφωτίου, καθώς προσπαθούσε να διαπρέψει στο λιμάνι, ως εφοπλιστής βέβαια, δεν του έφτανε ο ύπνος. Η ζωή κυλούσε σχετικά ανέφελα, αλλά πολύ «κουραστικά» για τους δυο τους. Παρά τον έρωτά τους, ο γάμος δεν άντεξε στον χρόνο. Οι έντονες προσωπικότητες και οι διαφορετικές επιθυμίες ζωής οδήγησαν τελικά στο διαζύγιο. Αργότερα, ο ίδιος ο Χατζηφωτίου είχε μιλήσει με θαυμασμό για εκείνη, παραδεχόμενος πως υπήρξε μία από τις σημαντικότερες γυναίκες της ζωής του. Παράλληλα, για εκείνη συνεχίζονταν οι κινηματογραφικές επιτυχίες. Τότε ήταν που η Καρέζη συνέλαβε την ιδέα να ανεβάσει τη χειμερινή σεζόν ένα ελληνικό «μιούζικαλ», και μάλιστα δραματικό. Ένα έργο του Καμπανέλλη που θα έντυνε μουσικά ο Θεοδωράκης, τη «Γειτονιά των αγγέλων». Έκλεισε το Κοτοπούλη-Ρεξ των δύο χιλιάδων θέσεων, μία από τις μεγαλύτερες σε χωρητικότητα θεατρικές αίθουσες της πόλης.

Η σύλληψη, η φυλακή και ο μεγάλος έρωτας με τον Καζάκο

Ο μεγάλος έρωτας όμως της ζωής της ήταν ο Κώστας Καζάκος. Με τον Κώστα Καζάκο ερωτεύτηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Κοντσέρτο για πολυβόλα» το 1966. Εν αναμονή γυρίσματος μιας σκηνής στα Ίσθμια που εμπόδιζε διερχόμενο πλοίο, Καρέζη και Καζάκος έπαιξαν μια παρτίδα τάβλι. Και κάπου εκεί γεννήθηκε ο έρωτας. «Είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές σε δουλειές, αλλά πριν από εκείνο το γύρισμα ήταν σαν να μην είχαμε ιδωθεί ποτέ. Λες και πρωτοσυναντηθήκαμε εκεί», θα πει αργότερα ο Κώστας Καζάκος. Ο γάμος τους έγινε το 1968 παρουσία λίγων συγγενών και φίλων. Μετά τον γάμο ακολούθησε φαγητό στη βεράντα του σπιτιού τους στα Ιλίσια. Οι δυο τους ήταν δύο έντονες προσωπικότητες, πολιτικοποιημένοι, δυναμικοί και βαθιά δεμένοι τόσο συναισθηματικά όσο και καλλιτεχνικά.

Μαζί δημιούργησαν έναν δυνατό θεατρικό πυρήνα και συνεργάστηκαν σε πολλές παραστάσεις που άφησαν εποχή. Η σχέση τους δεν βασιζόταν μόνο στον έρωτα αλλά και στον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή ιδεολογία. Σε μια δύσκολη πολιτικά περίοδο για την Ελλάδα, η Καρέζη και ο Καζάκος πήραν ξεκάθαρη θέση απέναντι στη δικτατορία. Το 1973 πρωταγωνίστησαν στην ιστορική παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη με μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Η παράσταση αποτέλεσε μια έμμεση αλλά σαφή καταγγελία της χούντας και εξελίχθηκε σε σύμβολο αντίστασης. Το κοινό συνέρρεε στο θέατρο, ενώ οι αντιδράσεις του καθεστώτος ήταν έντονες. Δες από το αρχείο της ΕΡΤ σκηνές από την παράσταση:

Η αντιδικτατορική δράση τους είχε συνέπειες. Οι παραστάσεις διακόπηκαν βίαια από τη Χούντα τον Οκτώβριο του 1973 ενώ η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, ενώ συνελήφθησαν εκ νέου κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι παραστάσεις του έργου συνεχίστηκαν μετά την αποφυλάκιση τους το Δεκέμβριο του 1973. Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, τον Αύγουστο του 1974, το έργο ξανανέβηκε με την προσθήκη των λογοκριμένων σκηνών κι ενός τραγουδιού, ενώ ακολούθησε περιοδεία το 1975 σε όλη την Ελλάδα και το 1976 σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, με πρωτοφανή απήχηση στο κοινό. Το «Μεγάλο μας Τσίρκο» το είδαν συνολικά 550.000 άνθρωποι, γεγονός που ξεπέρασε τα θεατρικά δεδομένα και το ανήγαγε σε πολιτικό γεγονός.

Τη θεατρική περίοδο 1977-78 στήνουν μια μεγαλειώδη παράσταση στο θέατρο Σούπερ Σταρ, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Γεωργίου Ρούσσου και την αμέσως επόμενη σεζόν μετά από δυόμιση χρόνια προσπαθειών, εγκαινιάζουν το δικό τους θέατρο Αθήναιον στην οδό Ακαδημίας με την παράσταση «Πολίτες Β’ κατηγορίας» του Ιρλανδού Μπράιαν Φριλ. Αξέχαστες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες ήταν και οι παραστάσεις «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» την περίοδο 1982-83 (σε σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν) και «Πρόσωπο με Πρόσωπο» την περίοδο 1985-86 (σε σκηνοθεσία του Όλεγκ Εφραίμωφ). Την ίδια περίοδο η Τζένη Καρέζη παίζει σε αρχαίο δράμα, όμως αυτή τη φορά όχι ως μέλος του χορού όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της στο Εθνικό Θέατρο αλλά ως πρωταγωνίστρια. Το καλοκαίρι του 1985 εντυπωσιάζει στη «Μήδεια» του Ευριπίδη (σκηνοθεσία Μίνωα Bολανάκη) στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Η παράσταση ανεβαίνει και την επόμενη χρονιά στην Επίδαυρο, ενώ το καλοκαίρι του 1987 πρωταγωνιστεί στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (σκηνοθεσία Ρόμπερτ Στούρουα), σε Επίδαυρο και θέατρο του Λυκαβηττού.

Τη θεατρική περίοδο 1988-89 κι ενώ παίζει με επιτυχία στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ασθένειας και διακόπτει τις παραστάσεις. Μετά από θεραπείες στο Λονδίνο επιστρέφει με την ίδια όρεξη. Το καλοκαίρι του 1989 υποδύεται την Ιοκάστη στο πλευρό του συζύγου της που ερμηνεύει ένα ρόλο – όνειρο ζωής, τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή σε παράσταση που ανεβαίνει στην Επίδαυρο. Το «Διαμάντια και Μπλουζ» γράφτηκε ειδικά για εκείνη από τη Λούλα Αναγνωστάκη και ανέβηκε με τεράστια επιτυχία την περίοδο 1990-91 σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Αυτή έμελλε να είναι και η τελευταία της θεατρική παρουσία, στον κορυφαίο για πολλούς ρόλο της καριέρας της. Όπως γράφτηκε από τον τύπο: «Η Τζένη έκανε το υποκριτικό άλμα, ξεπερνώντας και το έργο και το ρόλο». Δες σκηνή από το τελευταίο της θεατρικό έργο:

Από τον γάμο της με τον Κώστα Καζάκο απέκτησε έναν γιο, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ακολούθησε επίσης τον δρόμο της υποκριτικής. Η Τζένη Καρέζη είχε τεράστια αδυναμία στον γιο της και, παρά τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, προσπαθούσε να βρίσκεται κοντά του όσο περισσότερο μπορούσε. Όσοι τη γνώριζαν μιλούσαν για μια μητέρα προστατευτική αλλά και βαθιά τρυφερή.

Η παραλίγο κουμπαριά με τη Χούντα

Όσα παιδιά γεννιούνταν την 21η Απριλίου, τα βάφτιζε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος ή η σύζυγος του Δέσποινα ή κάποιος από την οικογένεια του Ζωιτάκη, που συμμετείχε στο πραξικόπημα.
Η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος δεν θα επέτρεπαν ποτέ ο γιος τους να βαφτιστεί από ανθρώπους της Χούντας. Σε συνεργασία με τον γυναικολόγο είχαν συμφωνήσει πως σε αυτό το ενδεχόμενο θα έκρυβαν τη γέννηση του μωρού. Μία επιπλοκή στην εγκυμοσύνη, είχε ως αποτέλεσμα ο Κωνσταντίνος Καζάκος να γεννηθεί λίγες μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 25 Απριλίου με καισαρική τομή.

Η κόντρα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη: Μύθος ή πραγματικότητα;

Με διαφορά ενός σπουδαστικού έτους φοιτούσαν επίσης στη Δραματική Σχολή του Εθνικού η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Η φιλία που τη συνέδεσε με την πρώτη και που τα χρόνια της μεγάλης τους επιτυχίας παρουσιάστηκε από εκατοντάδες δημοσιεύματα ως μεγάλη έχθρα και αβυσσαλέος ανταγωνισμός τα χρόνια της σχολής ήταν ακλόνητη! Οι δυο τους τόσο κοντά η μία στην άλλη, που, όποτε φορούσαν παρόμοια ρούχα και περπατούσαν μαζί στους δρόμους της Αθήνας, τις περνούσαν για αδελφές. Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη δεν συνεργάστηκαν ποτέ. Η μόνη φορά που παραλίγο να βρεθούν στην ίδια ταινία, ήταν το 1957 στη «Θεία από το Σικάγο». Ο Αλέκος Σακελλάριος προόριζε την Αλίκη για μία από τις κόρες του Ορέστη Μακρή (η Καρέζη ήταν επίσης μία από αυτές), αλλά λέγεται πως εκείνη αρνήθηκε τον ρόλο.

Η Αλίκη το 1996 θα πει στον Νίκο Χατζηνικολάου ότι η σχέση της με την Καρέζη από μαθήτριες μέχρι το τέλος, ήταν η πιο τρυφερή, η πιο φιλική, η πιο ανθρώπινη και η πιο ειλικρινής σχέση που είχε στην πορεία της. Ό,τι κι αν υπήρξε μεταξύ τους οι παράλληλες εγκυμοσύνες τους τα έσβησαν. Ο Κώστας Καζάκος είχε δηλώσει για τη φημολογούμενη κόντρα των δύο ηθοποιών: «Ήταν κατασκεύασμα του Τύπου. Ήταν παιχνίδια των Μέσων που ήθελαν να γεμίσουν σελίδες. Δεν υπήρξε εχθρότητα μεταξύ τους. Αντιθέτως. Ήταν μαζί από τη δραματική σχολή του Εθνικού, είχαν φιλική σχέση, συζητούσαν τα προβλήματά τους, έγιναν πολύ κοντά μάνες, βλεπόμασταν όλοι μαζί.
Κάποια στιγμή απομακρύνθηκαν για λίγο, αλλά μετά ξαναβρέθηκαν. Ξέρεις πώς συμβαίνουν αυτά. Πάντα όμως η μία νοιαζόταν την άλλη. Η Αλίκη, όταν έφυγε η Τζένη, ήταν απαρηγόρητη. Σαν να είχε χάσει την αδελφή της. Της είχε κοστίσει πάρα πολύ». Δες την Αλίκη τι έλεγε για τον θάνατο της Τζένης Καρέζη:

“Αλεκούκο χρυσό μου!” Η αγαπημένη φράση της

Αγαπημένη της φράση ήταν το «χρυσό μου» και την έλεγε πολλές φορές είτε από εκνευρισμό, είτε από αμηχανία. Μάλιστα, τη χρησιμοποιούσε τόσο πολύ που την περιλάμβανε ακόμα και στους ρόλους της. Χαρακτηριστική η ατάκα της στον Αλέκο Αλεξανδράκη στην ταινία Δεσποινίς Διευθυντής, «Αλέκο χρυσό μου σε παρακαλώ». Το «χρυσό μου» δεν ήταν στο σενάριο, το πρόσθεσε η ίδια.

Η μάχη με τον καρκίνο και το κύκνειο άσμα

Το μεγάλο σοκ ήρθε όταν διαγνώστηκε με καρκίνο. Η ασθένεια ήταν δύσκολη και επίπονη, όμως η Καρέζη επέλεξε να τη βιώσει με αξιοπρέπεια και γενναιότητα. Δεν κρύφτηκε ούτε αποσύρθηκε αμέσως από το κοινό. Μαζί με τον Κώστα Καζάκο έδωσε μεγάλη μάχη για τη δημιουργία μονάδων ανακουφιστικής φροντίδας και καλύτερων συνθηκών για τους ασθενείς. Η προσωπική της περιπέτεια έγινε αφορμή για κοινωνική ευαισθητοποίηση. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε αγωνίστρια.
Η Τζένη Καρέζη το 1990 πρωταγωνίστησε στην τελευταία της παράσταση, στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, «Διαμάντια και μπλουζ». Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία, τόσο καλλιτεχνική όσο και εμπορική. Το κύκνειο άσμα μιας μεγάλης πρωταγωνίστριας. Η Ροζίτα Σώκου έγραφε τότε στην Απογευματινή για την ερμηνεία της:

«Η Καρέζη δεν αφήνει αναπνοή, λέξη, παύση, βλέμμα, χαμόγελο πικρό ή χαμόγελο γλυκό, ανεκμετάλλευτα. Όλη η γκάμα των αμέτρητων εκφράσεων που μπορεί να πάρει το πρόσωπο, τα μάτια, το στόμα μιας ηθοποιού, όλα τα έχει ρίξει στην υπηρεσία του ρόλου του δικού της σε σημείο που να προκαλεί τρόμο». Η τελευταία της θεατρική εμφάνιση συγκίνησε βαθιά το κοινό. Παρά την εξάντληση από την ασθένεια, συνέχισε να παλεύει με αξιοπρέπεια και δύναμη. Ο κόσμος τη χειροκροτούσε όχι μόνο ως μεγάλη ηθοποιό αλλά και ως άνθρωπο που αντιμετώπισε τη μοίρα του χωρίς φόβο.

Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου 1992, σε ηλικία μόλις 60 ετών. Ο θάνατός της βύθισε στο πένθος ολόκληρη την Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι έσπευσαν να την αποχαιρετήσουν, ενώ οι συνάδελφοί της μιλούσαν για μια ανεπανάληπτη απώλεια. Δεν έφυγε απλώς μια ηθοποιός, έφυγε ένα κομμάτι της χρυσής εποχής του ελληνικού πολιτισμού. Δες πλάνα από την κηδεία της:

Η Τζένη Καρέζη δεν ήταν μόνο σταρ του κινηματογράφου. Ήταν μια γυναίκα που έζησε με ένταση, αγάπησε βαθιά, συγκρούστηκε, πόνεσε και πάλεψε μέχρι το τέλος. Ακόμη και σήμερα, δεκαετίες μετά τον θάνατό της, το όνομά της εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό. Οι νεότεροι τη γνωρίζουν μέσα από τις ταινίες και τις ιστορίες που τη συνοδεύουν, ενώ όσοι έζησαν την εποχή της θυμούνται μια γυναίκα που όταν εμφανιζόταν στη σκηνή ή στην οθόνη είχε τη δύναμη να μαγνητίζει τα πάντα γύρω της. Η Τζένη Καρέζη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δεν ξεχνιούνται ποτέ. Γιατί δεν υπήρξε μόνο διάσημη, υπήρξε σπουδαία.