Υπάρχουν ηθοποιοί που γίνονται πρωταγωνιστές και υπάρχουν και εκείνοι που, χωρίς ποτέ να διεκδικήσουν την πρώτη θέση στην αφίσα, καταφέρνουν να μείνουν για πάντα χαραγμένοι στη μνήμη του κοινού. Ο Λαυρέντης Διανέλλος ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν ο άνθρωπος που ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος τον καλοσυνάτο πατέρα, τον τίμιο εργάτη, τον αυστηρό αλλά δίκαιο οικογενειάρχη, τον παπά του χωριού, τον απλό λαϊκό άνθρωπο που κουβαλούσε στις πλάτες του τις αγωνίες μιας ολόκληρης Ελλάδας.
Μπορεί να μην ήταν ποτέ ο μεγάλος σταρ, όμως κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερο, να γίνει κομμάτι κάθε ελληνικού σπιτιού.
Από τον Άγιο Λαυρέντιο Μαγνησίας στη μεγάλη σκηνή
Γεννήθηκε το 1911 στον Άγιο Λαυρέντιο Μαγνησίας, χωριό κτισμένο στις νότιες πλαγιές του Πηλίου, ανατολικά από τον Βόλο. Το όνομα του χωριού, απ’ όπου και το όνομα του ηθοποιού, οφείλεται στη Μονή του Αγίου Λαυρεντίου που ανήγειραν ρωμαιοκαθολικοί την εποχή των Σταυροφοριών (11ος αιώνας). Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, όπως άλλωστε συνέβαινε με τα περισσότερα παιδιά της εποχής. Από μικρός γνώρισε τη φτώχεια, τη σκληρή δουλειά και τις στερήσεις, εμπειρίες που αργότερα αποτυπώθηκαν με μοναδική αλήθεια στις ερμηνείες του, έκανε όνειρα να γίνει σιδηροδρομικός και μάλιστα μηχανοδηγός. Όπως έλεγε, όντας πια καθιερωμένος ηθοποιός, τον συγκινούσαν αφάνταστα τα τρένα και είχε πόθο διακαή να οδηγήσει κάποια στιγμή μια αμαξοστοιχία. Ως παιδί σύχναζε λοιπόν στον σιδηροδρομικό σταθμό και χάζευε τους συρμούς, αν και σιδηροδρομικός τελικά δεν θα γινόταν, καθώς η μοίρα είχε άλλα στο νου της γι’ αυτόν. Τελειώνοντας το σχολείο και ασχολούμενος για λίγο με δουλειές του ποδαριού, θα κατεβεί τελικά στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1930 αναζητώντας την τύχη του.
Ηθοποιός ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός του Ιωάννης. Ο Λαυρέντης πέρασε από τη Δραματική Σχολή του Κάρολου Κουν και εκεί έμεινε, σπούδασε εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη «Λαϊκή Σκηνή» του, το 1936 και υπήρξε ένας από τους πρώτους μαθητές του μεγάλου δασκάλου. Εκεί άρχισε να χτίζεται μια καριέρα που έμελλε να κρατήσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες.
Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του!
Στη σχολή γνώρισε τη γυναίκα που έμελλε να γίνει ο άνθρωπός του, τη Φρόσω Κοκκόλα, ηθοποιό αλλά και τραγουδίστρια δημοτικών τραγουδιών. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος, γεννήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σταθερούς γάμους του ελληνικού θεάτρου. Παντρεύτηκαν το 1938 και απέκτησαν μια κόρη την Μαρία, δημιουργώντας μια δεμένη οικογένεια.
Όσοι τους γνώριζαν μιλούσαν για δύο ανθρώπους χαμηλών τόνων, χωρίς σκάνδαλα, υπερβολές ή κοσμική ζωή. Ο Διανέλλος απέφευγε τη δημοσιότητα και προτιμούσε να επιστρέφει στο σπίτι του αμέσως μετά τις πρόβες και τα γυρίσματα. Γερμανική κατοχή, το ζευγάρι, μετά τη δουλειά τους στο θέατρο επέστρεφαν στο σπίτι τους, στην Καλλιθέα… «Το φτωχό σπιτάκι της νονάς ήτανε στη στάση Χρυσάκη της λεωφόρου Συγγρού. Σε μια πάροδο-Άρτης 10- είχε αγοράσει με την αποζημίωση που πήρε, ένα δωματιάκι και μια κουζίνα έξω από το κυρίως σπίτι στην αυλή. Εκεί ήτανε ότι απέμεινε από τη φαμίλια μου. Η νονά μου και η αδελφή μου. Εδώ στο μικρό σπιτάκι της νονάς Παναγιώτας μείναμε ως το 1975» (από το βιβλίο της Φρόσως Κοκκόλα «Ήλιε ανέτειλε, ήλιε λάμψε και δώσ’ μου»).
Ρεκόρ συμμετοχών στον κινηματογράφο! Ταινία χωρίς τον Διανέλλο δεν γινόταν!
Αν υπάρχει ένα ρεκόρ που δύσκολα θα καταρριφθεί ποτέ, αυτό είναι το δικό του. Κατέχει το απόλυτο ρεκόρ συμμετοχών στην ιστορία του κινηματογράφου. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής θα συνεργαστεί με τον θίασο Μιράντας Μυράτ – Γιώργου Παππά και θα συγκροτήσει δικό του θίασο με τον Γιάννη Αργύρη. Μεταπολεμικά διακρίθηκε σε ρόλους ηθογραφικούς, εκφράζοντας τον μέσο καθημερινό Έλληνα, ως πατέρας, αδελφός κ.λπ. Πάντα σε δεύτερο ρόλο, ήταν ο αγαπημένος των συγγραφέων, με την ανθρώπινη παρουσία και τη χαρακτηριστική φωνή. Ο Λαυρέντης Διανέλλος συμμετείχε σε τουλάχιστον 207 κινηματογραφικές ταινίες, γεγονός που τον καθιστά μέχρι σήμερα τον πιο παραγωγικό Έλληνα ηθοποιό του κινηματογράφου. Θαυμάσιος ηθοποιός και άνθρωπος, δεν υστέρησε σε συμμετοχές στις επιθεωρήσεις, ενώ συνεργάστηκε με τον Μίμη Φωτόπουλο επί μία ολόκληρη 25ετία.
Ο Λαυρέντης Διανέλλος, διήνυσε έναν πραγματικό μαραθώνιο συμμετοχής σε ελληνικές ταινίες, παρά το γεγονός ότι οι πρώτες του ταινίες ήταν η «Μαντάμ Σουσού» και «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948). Ποιος δεν τον θυμάται ως ασπριτζή στην «Κάλπικη Λίρα» (1955) ή να οδηγεί το τρίκυκλο όταν τραγουδά η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Το πιο λαμπρό αστέρι» (1967). Δες βίντεο από την ταινία:
Ο Λαυρέντης Διανέλλος συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνο Ηλιόπουλο, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Κώστα Χατζηχρήστο, Μίμη Φωτόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Σταυρίδη, Γεωργία Βασιλειάδου, Ξένια Καλογεροπούλου, Μάρω Κοντού! Δεν υπήρχε σχεδόν καμία μεγάλη παραγωγή της εποχής που να μη διαθέτει και μια χαρακτηριστική εμφάνιση του Διανέλλου.
Για την ερμηνεία του στην ταινία «Ολοκαύτωμα» τιμήθηκε με το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1971. Το Αρχείο της ΕΡΤ ψηφιοποίησε και παρουσιάζει την εκπομπή «Σαν παλιό σινεμά», παραγωγής 2001, η οποία σκιαγραφεί το πορτρέτο του Λαυρέντη Διανέλλου, μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων που συνεργάστηκαν μαζί του. Στο απόσπασμα μιλούν η ηθοποιός Καίτη Πάνου, ο συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης, ο οποίος, μεταξύ άλλων, τονίζει ότι ο Λαυρέντης Διανέλλος θα μπορούσε να κάνει διεθνή καριέρα και ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Γρηγορίου, ο οποίος αναφέρεται στη συνεργασία τους και στην κοινή τους αγάπη για τα τρένα. “Ωραίος ηθοποιός, ωραίος άνθρωπος! Όταν τον χάναμε ξέραμε ότι θα πάμε στους σταθμούς τον τρένων και θα τον βρούμε εκεί” λέει στο αφιέρωμα η Καίτη Πάνου για τον Λαυρέντη Διανέλλο και την συνεργασία τους. Δες το βίντεο:
Ήταν ο απόλυτος βασιλιάς του ελληνικού σινεμά, παρά τους δεύτερους ρόλους που ενσάρκωσε μονίμως. Ήταν ωστόσο τόσο πειστικός και εκφραστικός ως πατέρας και παπάς, που οι παραγωγές καθυστερούσαν τα γυρίσματα για να τον εντάξουν στο καστ τους, καθώς ταινία χωρίς τον Διανέλλο δεν γινόταν. Ο Λαυρέντης ενσάρκωσε πράγματι τους περισσότερους ρόλους μπαμπάδων και παπάδων από κάθε άλλο συνάδελφό του! Και πώς να γίνει εξάλλου διαφορετικά, αφού το άκρως εκφραστικό πρόσωπό του καθρέφτιζε τα βάσανα, τις πίκρες αλλά και τις χαρές και την αισιοδοξία του πατέρα της εποχής, δημιουργώντας έναν ηθογραφικό υποκριτικό τύπο που έμελλε να τον ακολουθεί κατά πόδας. Το κοινό τον αγάπησε γιατί δεν υποκρινόταν. “Ρωξάννη ομιλώ εγώ και όταν ομιλώ εγώ δεν θέλω διακοπές”. Δες μια απολαυστική σκηνή από την ταινία “Ο Θόδωρος και το Δίκαννο”:
Ο μεγάλος ηθοποιός όποιον ρόλο και αν έκανε έμοιαζε πραγματικά με τον πατέρα της διπλανής πόρτας. Υποδύθηκε αμέτρητες φορές τον φτωχό οικογενειάρχη, τον εργάτη, τον ψαρά, τον αγρότη, τον καφετζή, τον ιερέα, τον άνθρωπο του μόχθου. Δες ένα αφιέρωμα στους ρόλους του γνωστού ηθοποιού:
Η ερμηνεία του στη «Μανταλένα» δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη θεωρείται από τις σημαντικότερες της καριέρας του, ενώ ξεχώρισε επίσης στις ταινίες «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο», «Το πιο λαμπρό αστέρι» και «Η Αλίκη Δικτάτωρ». Δες το βίντεο από την ταινία “Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες” στον ρόλο του κυρ – Περδικούλη:
Παρότι ο κινηματογράφος τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό, η μεγάλη του αγάπη ήταν το θέατρο. Ξεκίνησε από τους θιάσους της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη και αργότερα συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους της εποχής, υπηρετώντας με τον ίδιο σεβασμό τόσο το κλασικό όσο και το λαϊκό ρεπερτόριο. Οι συνάδελφοί του μιλούσαν για έναν άνθρωπο πειθαρχημένο, αθόρυβο και εξαιρετικά αγαπητό στα παρασκήνια. Παρά την τεράστια επιτυχία του, δεν άλλαξε τρόπο ζωής. Δεν τον ενδιέφεραν οι κοσμικές εμφανίσεις, οι συνεντεύξεις ή η προσωπική προβολή. Προτιμούσε να μιλά μέσα από τους ρόλους του. Γι’ αυτό και ελάχιστα είναι γνωστά για την ιδιωτική του ζωή. Δεν πρωταγωνίστησε ποτέ σε κουτσομπολιά, δεν απασχόλησε με έρωτες ή σκάνδαλα και παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας άνθρωπος της δουλειάς.
Το τραγικό τέλος μακριά από την Ελλάδα
Το 1978 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να επισκεφθεί την κόρη του Μαρία. Εκεί, στο Σιάτλ, υπέστη αιφνίδια εγκεφαλική αιμορραγία και έφυγε από τη ζωή στις 16 Σεπτεμβρίου 1978, σε ηλικία 67 ετών. Τρένο μπορεί να μην οδήγησε ποτέ, το νοσοκομείο πάντως του Σιάτλ ήταν δίπλα από τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, κι έτσι μπόρεσε να δει για τελευταία φορά τα αγαπημένα του τρένα να περνούν σφυρίζοντας. Περιέργως έχει γραφεί ότι αυτοεξορίστηκε κατά τη διάρκεια του επταετούς στρατιωτικού καθεστώτος, ενώ την περίοδο αυτή (1967-1973) συμμετείχε σε τουλάχιστον εκατό κινηματογραφικές παραγωγές. Ανάμεσά τους η ταινία «Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης» (1967), «Δραπέτες του Μπούλκες» (1969) αλλά και η καταπληκτική ερμηνεία του στον «Παπαφλέσσα» του Τζέιμς Πάρις (1971). Δες βίντεο από την ταινία “Παπαφλέσσας”, που υποδύθηκε εκπληκτικά τον γέροντα καλόγερο Σαμουήλ που ανατίναξε το Κούγκι:
Ο θάνατός του βύθισε στη θλίψη τον καλλιτεχνικό κόσμο, ενώ η σύζυγός του τον έφερε κοντά της στο κοιμητήριο της Ραφήνας, τον «Λαυρεντάκο» της, εκφράζοντας με λυγμούς την μάταιη ελπίδα της ότι «θα ’θελα να περνάγαμε τα στερνά μας χρόνια μαζί». Ο αθηναϊκός Τύπος δεν παρέλειψε να σχολιάσει με πικρία το γεγονός ότι στην κηδεία του δεν παρευρέθηκαν παρά ελάχιστοι συνάδελφοι του μεγάλου αυτού δασκάλου…




">
">
">
">
">
">
">
">