Στη χρυσή εποχή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, οι όμορφες είχαν πέραση και οι άσχημες… μεγαλύτερη! Δίπλα στις λαμπερές ενζενί και τους γοητευτικούς ζεν πρεμιέ, υπήρχε μια ξεχωριστή κατηγορία γυναικών που, αν και δεν διέθεταν τα κλασικά πρότυπα ομορφιάς της εποχής, κατάφεραν κάτι μοναδικό: Να κλέψουν την παράσταση, να κερδίσουν την αιώνια αγάπη του κοινού και να γίνουν το ίδιο -αν όχι περισσότερο- απαραίτητες για την επιτυχία μιας ταινίας.
Αυτές οι σπουδαίες καρατερίστες δεν κρύφτηκαν ποτέ πίσω από τη ματαιοδοξία της εμφάνισής τους, αλλά αντίθετα, μετέτρεψαν το ιδιαίτερο παρουσιαστικό τους στο πιο δυνατό τους όπλο. Ποιες ήταν λοιπόν οι 3 «άσχημες» στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που έγραψαν ιστορία;
Οι 3 «άσχημες» που έκλεψαν τη δόξα από τις όμορφες
Ταϋγέτη Μπασούρη: Η «γραμματέας» με τη σπάνια φωτογένεια που λάτρεψε ο Βέγγος

Έγινε γνωστή μέσα από τους κωμικούς της ρόλους σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπου τις περισσότερες φορές οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε περιστρέφονταν γύρω από το ιδιαίτερο παρουσιαστικό της και είχαν έντονο το στοιχείο του αυτοσαρκασμού. Η Τα|ϋγέτη Μπασούρη γνώριζε πολύ καλά ότι δεν διέθετε την κλασική ομορφιά, ωστόσο δήλωνε με καμαράκι ότι είχε τρομερή φωτογένεια και, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που την εμπιστεύτηκαν και την προσέλαβαν στον κινηματογράφο.
Η πρώτη της εμφάνιση στο πανί έγινε στην εμβληματική «Κάλπικη λίρα» το 1955, όπου έκανε απλώς μια περαστική στον δρόμο. Αυτό το σύντομο πέρασμα όμως ήταν αρκετό για να τραβήξει τα βλέμματα των παραγωγών. Έτσι, την αμέσως επόμενη χρονιά, υποδύθηκε τη χαρακτηριστική γραμματέα, τη δεσποινίς Κοκκίνου, στον φοβερό «Ζηλιαρόγατο» (1956). Από τότε έγινε μόνιμο μέλος της μεγάλης παρέας της χρυσής εποχής, με σταθερή παρουσία σε 3-4 φιλμ κάθε χρόνο.
Πέρα από την πηγαία κωμική της φύση, η Ταϋγέτη Μπασούρη κουβαλούσε μια βαθιά δραματική προσωπικότητα και μια ζωή γεμάτη δύσκολα βιώματα. Ήταν μια γυναίκα με έντονη πολιτική δράση και βαθιά καλλιεργημένη, στοιχεία που ελάχιστοι γνώριζαν πίσω από τις κάμερες. Αυτή την εσωτερική της αλήθεια και τη μοναδική της συνέπεια διέκρινε ο Θανάσης Βέγγος. Ο αξέχαστος κωμικός της έδειχνε τυφλή εμπιστοσύνη και την ήθελε πάντα δίπλα του, καθώς ήξερε ότι η Ταϋγέτη μπορούσε να απογειώσει μια σκηνή ακόμα και μόνο με τις εκφράσεις του προσώπου της.

Γεωργία Βασιλειάδου: Με τρύπια παπούτσια πήγαινε στις πρόβες! Η διαχρονική μάχη με την… φτώχεια και το ατύχημα που της άλλαξε την ζωή!
Γεωργία Βασιλειάδου: Η «κωμικιά των κωμικών» που ξεκίνησε από την υψηλή Τέχνη
Η Γεωργία Βασιλειάδου υπήρξε ένα πραγματικό φαινόμενο, μια γυναίκα που κατάφερε να γίνει η απόλυτη πρωταγωνίστρια της κωμικότητας σε μια ηλικία που άλλες ηθοποιοί αποσύρονταν. Πριν όμως σαρώσει την οθόνη, είχε εργαστεί σε μεγάλα θεατρικά σχήματα της εποχής δίπλα σε ιερά τέρατα όπως η Κυβέλη, η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Δημήτρης Μυράτ, ενώ αργότερα συνεργάστηκε στενά και με τον θίασο του κορυφαίου Αιμίλιου Βεάκη.

Έγραψε με χρυσά γράμματα ιστορία με τις κινηματογραφικές επιτυχίες της, όπως «Το Στραβόξυλο» (1952), «Η ωραία των Αθηνών» (1954), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Ο θησαυρός του μακαρίτη» (1959), και το «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός». Αργότερα, μετέφερε τη μοναδική της αύρα και στη μικρή οθόνη, λαμβάνοντας μέρος σε θρυλικές τηλεοπτικές σειρές όπως «Το παλιό το κατοστάρι» στην ΥΕΝΕΔ και το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» στην ΕΡΤ.
Αυτό που πολλοί δεν γνωρίζουν είναι ότι η Βασιλειάδου ξεκίνησε την καριέρα της ως λυρική τραγουδίστρια με σπουδές φωνητικής! Ωστόσο, η μοίρα και η ανάγκη να επιβιώσει την έστρεψαν στο θέατρο. Όταν ο Αλέκος Σακελλάριος την «ανακάλυψε» ξανά σε μεγαλύτερη ηλικία, κατάλαβε ότι η χαρακτηριστική της φωνή, οι γκριμάτσες και το παρουσιαστικό της ήταν μια «χρυσοφόρος φλέβα» για την ελληνική κωμωδία. Η ίδια δεν δίσταζε να ζητά από τους φωτογράφους να μην κρύβουν τις ρυτίδες της, λέγοντας με χιούμορ ότι αυτές ήταν η περιουσία της.
Αθηνά Μερτύρη: Η «αιώνια γεροντοκόρη» που κατέκτησε από το σινεμά μέχρι τα 80s
Η Αθηνά Μερτύρη έχτισε μια εξαιρετικά σημαντική και αξιοπρεπή καριέρα στον κινηματογράφο, αφήνοντας εποχή σε δεύτερους αλλά απολύτως καθοριστικούς βοηθητικούς ρόλους. Το ταλέντο της ήταν τόσο ευέλικτο που κατάφερε να διασχίσει τις δεκαετίες με ευκολία: από τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου πέρασε με επιτυχία στη δεκαετία της βιντεοκασέτας των ’80s, μέχρι που έφτασε να συμμετάσχει στην τεράστια κινηματογραφική επιτυχία των Ρέππα-Παπαθανασίου, «SAFE SEX».

Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι σκηνοθέτες επέλεγαν την ηθοποιό για τον κλασικό ρόλο της γεροντοκόρης που προσπαθεί μετά μανίας να παντρευτεί. Ταινίες όπως το «Μην είδατε τον Παναή», το «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο» και ο «Παπατρέχας» είναι μερικές μόνο από τις παραγωγές όπου η Αθηνά Μερτύρη έπαιξε στο πλευρό του Θανάση Βέγγου, δημιουργώντας του απίστευτους… «ερωτικούς μπελάδες» στη μεγάλη οθόνη.
Η Μερτύρη υπήρξε μια από τις πιο αθόρυβες αλλά σταθερές εργάτριες του θεάματος. Τη δεκαετία του ’80, όταν οι βιντεοκασέτες μεσουρανούσαν, η συμμετοχή της σε δεκάδες παραγωγές την έκανε ξανά απόλυτα αναγνωρίσιμη. Το παράδοξο με την καριέρα της ήταν ότι, λόγω των ρόλων της, όλοι γνώριζαν το πρόσωπό της, αλλά ελάχιστοι θυμούνταν το όνομά της. Αυτό όμως δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για εκείνη. Αντίθετα, με τρομερή επαγγελματική συνείδηση, συνέχισε την επιτυχημένη πορεία της, διαχειρίστηκε την καριέρα της με τον υπερήφανο τρόπο που εκείνη ήθελε και παρέμεινε ενεργή μέχρι το τέλος της ζωής της, αποδεικνύοντας ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν χρειάζονται ταμπέλες πρωταγωνιστή για να λάμψουν.

Μάρω Κοντού: Οι δύο άγνωστοι γάμοι της, το φλερτ με τον Αλεξανδράκη και η σχέση με παντρεμένο ηθοποιό που δεν αποκαλύφθηκε ποτέ
Το μυστικό των σκηνοθετών: Γιατί ήταν πιο περιζήτητες από τις ωραίες;
Το μεγάλο μυστικό των σπουδαίων δημιουργών, όπως ο Φίνος, ο Σακελλάριος και ο Δαλιανίδης, κρυβόταν σε μια απλή αλήθεια: η ομορφιά δημιουργεί θαυμασμό, αλλά ο αυθεντικός χαρακτήρας δημιουργεί ταύτιση και γέλιο. Οι σκηνοθέτες γνώριζαν καλά ότι μια ταινία δεν μπορούσε να στηριχτεί μόνο σε ένα όμορφο πρόσωπο. Χρειαζόταν τη σύγκρουση, την ανατροπή και, κυρίως, τον ακραίο αυτοσαρκασμό για να λειτουργήσει η κωμωδία. Οι «άσχημες» διέθεταν μια σπάνια υποκριτική ευφυΐα και ένα αδιανόητο timing, με το οποίο μπορούσαν να «σώσουν» ακόμα και το πιο αδύναμο σενάριο.
Επιπλέον, οι σκηνοθέτες τις θεωρούσαν περιζήτητες γιατί αποτελούσαν τον τέλειο «καμβά» για να χτιστούν οι πιο αστείοι και αρχετυπικοί ρόλοι της ελληνικής κοινωνίας: η γεροντοκόρη που ψάχνει απεγνωσμένα άντρα, η κουτσομπόλα της γειτονιάς, η αυστηρή θρησκόληπτη ή η παραδουλεύτρα. Το κοινό έβλεπε σε αυτές τις γυναίκες τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Η ικανότητά τους να τσαλακώνουν την εικόνα τους χωρίς κανένα κόμπλεξ, τις μετέτρεψε στα πιο ασφαλή box-office χαρτιά, κάνοντας τους παραγωγούς να «σφάζονται» για το ποιος θα τις κλείσει πρώτος σε ταινία.
Ο αυτοσαρκασμός ως το απόλυτο όπλο της επιτυχίας
Το δεύτερο μεγάλο μυστικό της επιτυχίας τους ήταν ο τρόπος που οι ίδιες οι ηθοποιοί διαχειρίζονταν την εξωτερική τους εμφάνιση. Αντί να προσπαθήσουν να ωραιοποιήσουν την εικόνα τους ή να εγκλωβιστούν σε στενάχωρα πρότυπα, πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και «επέβαλαν» τους δικούς τους όρους στο παιχνίδι της δημοσιότητας.
Γνώριζαν άριστα τις ατέλειές τους και τις μετέτρεπαν σε κωμική ατάκα πριν προλάβει να τις σχολιάσει ο θεατής. Αυτή η απόλυτη απελευθέρωση από το άγχος της εμφάνισης τους έδινε μια απίστευτη ελευθερία κινήσεων και εκφράσεων πάνω στο κρατικό ή το κινηματογραφικό σανίδι. Ο αυτοσαρκασμός τους δεν έκρυβε μιζέρια, αλλά μια τεράστια εσωτερική δύναμη και υπεροχή, που τελικά έκανε το κοινό να τις βλέπει ως τις πιο όμορφες και γοητευτικές παρουσίες της οθόνης.




">
">
">
">
">
">
">
">